Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Η κατάρρευση της Ιταλίας - Η τύχη των Μεραρχιών στην Ελλάδα

Στις 25 Ιουλίου 1943 το Ανώτατο Φασιστικό Συμβούλιο στη Ρώμη εκδίωξε τον Μουσολίνι και ο βασιλιάς Vittorio Emanuele ανέθεσε την πρωθυπουργία στον στρατηγό Pietro Badoglio. Ενα βαθύ ρήγμα είχε δημιουργηθεί στην ανώτατη Ιταλική Διοίκηση και φάνηκε ότι θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη συνέχιση του πολέμου της Ιταλίας κατά των Συμμάχων. Ηδη οι Αγγλο-Αμερικανοί είχαν πατήσει στο νησί Παντελάρια και σε λίγο θα αποβιβάζονταν στη Σικελία.

Οι Γερμανοί διέβλεψαν ότι οι σύμμαχοί τους Ιταλοί θα εγκατέλειπαν τον πόλεμο και με ταχύτατες κινήσεις προώθησαν γερμανικά τμήματα, σε εδάφη που υπήρχαν μόνο Ιταλοί, για εποπτεία και παρακολούθηση. Ο στρατηγός Giuseppe Castellano, αντιπρόσωπος του Badoglio, υπέγραψε την ανακωχή στο στρατηγείο του Αϊζενχάουερ στις 3 Σεπτεμβρίου σε έναν ελαιώνα έξω από τη Μεσσίνα της Σικελίας. H ανακωχή ανακοινώθηκε το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου και βρήκε 700.000 άνδρες του ιταλικού στρατού εκτός του ιταλικού εδάφους, διασκορπισμένους στην Κορσική, την N. Γαλλία, τα Βαλκάνια και  στην Ελλάδα. Αυτή η τεράστια στρατιωτική δύναμη θα εξουδετερωθεί, εκτός κάποιων μονάδων, μέσα σε λίγες ώρες από τους Ναζί με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις.

Η κατάρρευση της Ιταλίας

Ηταν 8 Σεπτέμβρη του 1943 όταν στις 6.30' το απόγευμα μεταδόθηκε από το BBC το παρακάτω ραδιοφωνικό μήνυμα:

'' Εδώ στρατηγός Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ, αρχιστράτηγος των Συμμαχικών Δυνάμεων. Η ιταλική κυβέρνηση παρέδωσε τις ένοπλες δυνάμεις της άνευ όρων. Οι εχθροπραξίες μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των Συμμάχων Εθνών και της Ιταλίας τερματίζονται αμέσως. Ολοι οι Ιταλοί που τώρα βοηθούν έμπρακτα στην εκδίωξη του Γερμανού επιδρομέως από το ιταλικό έδαφος, θα έχουν τη βοήθεια και την υποστήριξη των Ηνωμένων Εθνών''.

Το ραδιοφωνικό αυτό μήνυμα ήταν γραμμένο σε δίσκο για να μπορεί να επαναλαμβάνεται απ' όλους τους συμμαχικούς ραδιοσταθμούς, ενώ ακολουθούσε και μετάφραση στα ιταλικά ούτως ώστε ο ιταλικός λαός να γίνεται γνώστης των εξελίξεων. Μια ώρα αργότερα το περιεχόμενο του μηνύματος του Αϊζενχάουερ επιβεβαίωσε με δήλωσή του από τη Ρώμη και ο επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης στρατάρχης Badoglio. Ηταν πλέον σαφές ότι η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει, ενώ το φασιστικό στρατόπεδο αδυνάτιζε αισθητά.
Η Ιταλία δε συνθηκολόγησε από τη μια στιγμή στην άλλη. Η κατάρρευσή της ήταν αποτέλεσμα της γενικότερης στροφής του πολέμου που σημειώθηκε με τη νίκη του κόκκινου στρατού στη μάχη του Στάλινγκραντ και την απελευθέρωση του Κουρσκ, του Κράσνονταρ, του Ροστόβ, του Ντον και του Βοροσίλοφγκραντ το Φλεβάρη του 1943. Στα τέλη του 1942 - αρχές του 1943, η 8η ιταλική στρατιά που περιλάμβανε 10 επίλεκτες μεραρχίες και βρισκόταν στο σοβιετογερμανικό μέτωπο εκμηδενίστηκε. Περίπου 200 χιλιάδες στρατιώτες έμειναν στο πεδίο της μάχης. Το Μάρτιο του 1943 τα υπολείμματα αυτής της στρατιάς ανακλήθηκαν στην Ιταλία αλλά δεν είχαν τίποτα το σημαντικό να προσφέρουν στα άλλα μέτωπα. Η Ιταλία νικήθηκε στην Αφρική όπου έχασε όλες τις αποικίες της. Επίσης, ο στόλος της υπέστη σοβαρότατες ήττες στη Μεσόγειο.

Το σύνθημα για την ανατροπή του Μουσολίνι δόθηκε με την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Σικελία στις 10 Ιουλίου του 1943. Στις 12 Ιουλίου τα αγγλοαμερικανικά στρατεύματα είχαν προωθηθεί σε βάθος 50 χλμ., στις 22 Ιουλίου κυρίευσαν το Παλέρμο και στο τέλος του μήνα είχαν φτάσει στην περιοχή της Νικωσίας. Στις 24 Ιουλίου το «Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο» που είχε να συνεδριάσει από το 1939, υπό την προεδρία του Τσιάνο, γαμπρού του Μουσολίνι και σε συνεννόηση με τον βασιλιά, αποφάσισε να ζητήσει την παραίτηση του Ιταλού δικτάτορα, διατάσσοντας ταυτόχρονα τη σύλληψή του. Στη θέση του Μουσολίνι τοποθετήθηκε ο στρατάρχης Badoglio, που είχε κριθεί ως ο πιο κατάλληλος να βγάλει την Ιταλία από τον πόλεμο υπογράφοντας, κρυφά από τη Γερμανία, χωριστή συνθήκη ειρήνης με τους δυτικούς συμμάχους. Επίσης, αποστολή του είχε να σώσει την ιταλική αστική τάξη κι αυτό το δείχνει η εγκύκλιος που εξέδωσε αμέσως μόλις σχημάτισε την κυβέρνησή του. Εκεί έλεγε χαρακτηριστικά:

'' Κάθε κίνημα θα παταχτεί σκληρά στη γέννησή του. Είναι ανάγκη ν' αποφεύγονται οι παλιές μέθοδοι, τα οδοφράγματα, τα φωναχτά συνθήματα και η προπαγάνδα αντιλήψεων. Τα στρατεύματα πρέπει να χτυπούν τις παραβιάσεις της πειθαρχίας και χωρίς καμία προειδοποίηση να ανοίγουν πυρ εξ αποστάσεως, χωρίς να διστάσουν να χρησιμοποιήσουν τα ολμοβόλα και το πυροβολικό ακριβώς όπως θα πολεμούσαν τον εχθρό. Απαγορεύονται οι πυροβολισμοί στον αέρα αλλά κατευθείαν στο στόχο, όπως και στον πόλεμο και αν υπάρξουν μεμονωμένες περιπτώσεις βίας κατά των ενόπλων δυνάμεων, οι ένοχοι θα τουφεκίζονται αμέσως''.

Η κυβέρνηση του Badoglio με εκπρόσωπό της το στρατηγό Castelano, άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Αγγλίας και των ΗΠΑ στις 15 Αυγούστου του 1943 στη Μαδρίτη. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν στη Λισαβόνα και ολοκληρώθηκαν στις 3 Σεπτέμβρη με την υπογραφή της συμφωνίας για την ιταλική συνθηκολόγηση. Η συμφωνία εκείνη δεν προέβλεπε τίποτα για την κατάργηση του φασισμού στην Ιταλία και την αποκατάσταση των συνεπειών από τη μακρόχρονη κυριαρχία του. Επίσης, δεν υπήρχε μέριμνα για την αποκατάσταση των ζημιών που είχε προκαλέσει η Ιταλία σε άλλες χώρες στη διάρκεια του πολέμου. Το μόνο που προβλεπόταν ήταν η διακοπή των πολεμικών επιχειρήσεων, ο επαναπατρισμός των αιχμαλώτων, ο αφοπλισμός του ιταλικού στόλου και της ιταλικής αεροπορίας και η παραχώρηση σε Αγγλία και ΗΠΑ του δικαιώματος να χρησιμοποιούν ανεμπόδιστα τα ιταλικά αεροδρόμια και τις ναυτικές βάσεις. Λίγο αργότερα, στις 13 Οκτώβρη του 1943 η κυβέρνηση Μπαντόλιο κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας.

Οι αγγλοαμερικανικές επιδιώξεις

Την αλλαγή φρουράς στην Ιταλία, και, φυσικά, όλη τη μεθόδευση της ιταλικής συνθηκολόγησης ευνόησαν οι Αγγλοαμερικανοί, οι οποίοι από τον Φεβρουάριο του 1943, σε συνεννόηση με το Βατικανό, προετοίμαζαν την απομάκρυνση του Μουσολίνι χάριν της διατήρησης της φασιστικής εξουσίας. Στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μ. Βρετανίας ήταν να βάλουν πόδι στο ιταλικό έδαφος το γρηγορότερο δυνατό, να βγάλουν την Ιταλία από τον πόλεμο και στη συνέχεια να επεκταθούν στα Βαλκάνια και στις χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Αν το πετύχαιναν αυτό θα είχαν καταφέρει να ξαναδημιουργήσουν την παλιά ''υγειονομική ζώνη'' γύρω από την ΕΣΣΔ, εμποδίζοντας τον Κόκκινο Στρατό να προελάσει εκτός σοβιετικού εδάφους. Μαζί μ' αυτό το στόχο, βλέποντας την ανάπτυξη του ιταλικού εργατικού κινήματος, βιάζονταν να προλάβουν απρόβλεπτες εξελίξεις σ' αυτή τη χώρα που θα τους χαλούσαν το γενικότερο στρατιωτικοπολιτικό σχεδιασμό. Ο Τσόρτσιλ, για παράδειγμα, δε δίσταζε να γράψει στον Ρούζβελτ στα τέλη Ιουλίου του 1943:
'' Θα συνεννοηθώ με οποιαδήποτε ιταλική αρχή, ικανή να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της. Και δε θα με φοβίσει καθόλου το αν θα δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υποστηρίζω τη δυναστεία τη Σαβοΐας ή τον Badoglio, αρκεί να μπορούν να αναγκάσουν τους Ιταλούς να κάμουν αυτό που μας χρειάζεται για τους πολεμικούς μας σκοπούς. Το χάος, ο μπολσεβικισμός ή ο εμφύλιος πόλεμος φυσικά θα εμπόδιζαν την επίτευξη αυτών των σκοπών''.




Η τύχη των Μεραρχιών

Στα τέλη Ιουλίου ο στρατηγός Carlo Vecchiarelli (Κάρλο Βεκιαρέλλι) υπέγραψε το επόμενο βράδυ την παράδοση των 233.000 ανδρών της ιταλικής στρατιάς  στον Γερμανό στρατηγό Hubert Lanz. Έτσι οι ιταλικές δυνάμεις περνούσαν στη γερμανική διοίκηση επιχειρήσεων.Στις διαταγές του Carlo Vecchiarelli  υπάκουσαν όλα τα τμήματα, εκτός από αυτά της Ρόδου,  της Σάμου, της Λέρου και οι μεραρχίες Pinerolo στη Θεσσαλία και η Μεραρχία Acqui, στην Κεφαλονιά.
Τμήμα της Acqui μπαίνει στην Κέρκυρα

 Στη Ρόδο, μετά από σύντομη σύγκρουση, έξι χιλιάδες Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και πεζοναύτες εξουδετέρωσαν 35 χιλιάδες Ιταλούς, και τους εξόρισαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.  

Στη Λέρο, 8 χιλιάδες Ιταλοί, με την υποστήριξη βρετανικής ταξιαρχίας, αντιστάθηκαν στους Γερμανούς, ,που βομβάρδισαν την φρουρά και με  δύναμη αλεξιπτωτιστών και πεζοναυτών κατόρθωσαν στις 6 Νοεμβρίου να αιχμαλωτίσουν  Ιταλούς και Άγγλους..

Στη Σάμο,  λίγες μέρες μετά τη Λέρο, 8 χιλιάδες Ιταλοί της 4ης Μεραρχίας Αλπινιστών Cuneo, υποστηριζόμενοι από χίλιους Βρετανούς αλεξιπτωτιστές, 314 Έλληνες του Ιερού Λόχου και 800 αντάρτες του ΕΛΑΣ, αντιστάθηκαν στη γερμανική απόβαση, αλλά τελικά πέρασαν στην Μικρά Ασία.  

Στην Κέρκυρα, η ιταλική φρουρά, υπό την αρχηγία του Luigi Lusignani, αφοπλισε αρχικά 450 Γερμανούς, αλλά μετά την απόβαση της γερμανικής 1ης Ορεινής Μεραρχίας, μέρος των Ιταλών, συμπεριλαμβανομένου του Luigi Lusignani, εκτελέστηκαν και άλλοι εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα.



Μεραρχία Pinerolo 

 Η 24η Μεραρχία Πεζικού Pinerolo* (24ª Divisione fanteria "Pinerolo") συγκροτήθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έλαβε το όνομα της ομώνυμης πόλης απ' όπου ξεκίνησε η συγκρότησή της. Αρχικά ενεπλάκη στην εισβολή της Ιταλίας στη Γαλλία που επιχείρησε ο Μουσολίνι καιροσκοπώντας, όταν η Γαλλία άρχισε να καταρρέει από τα πλήγματα των γερμανικών στρατιών, στις 10 Ιουνίου του 1940. Παρά ταύτα η αντίσταση των Γάλλων υπήρξε μεγάλη και τα ιταλικά στρατεύματα απέτυχαν του σκοπού τους. Στη συνέχεια η Μεραρχία Pinerolo μεταφέρθηκε στην Αλβανία για να συμμετάσχει στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, πλην όμως ενεπλάκη στην ιταλική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία, όπου παρέμεινε ως μονάδα κατοχής με βάση την Αχρίδα. Μετά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα το 1941 και την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου μεταφέρθηκε στην Ελλάδα επίσης ως μονάδα κατοχής, με βάση τη Λάρισα..
Η Pinerolo αριθμούσε μαζί με τις βοηθητικές μονάδες, συνολικά 14 χιλιάδες άτομα. Κατά τη στιγμή της ανακωχής το 13ο, 14ο και 313ο Συντάγματα Πεζικού βρίσκονταν στην Καστοριά, Γρεβενά, Βόλο, Αλμυρό και το αρχηγείο στη Λάρισα, Το 18ο Σύνταγμα Πυροβολικού στη Λάρισα, το 6ο Σύνταγμα Ιππικού στα Τρίκαλα και το 130ο Τάγμα Μελανοχιτώνων στην Ελασσόνα

Τα τμήματα της Μεραρχίας Pinerolo που παραδόθηκαν στους Γερμανούς ήταν το130ο Τάγμα των Μελανοχιτώνων στην Ελασσόνα, η φρουρά της πόλης Τυρνάβου, η φρουρά της πόλης Καστοριάς, που παραδόθηκε στο 2ο Γερμανικό Σύνταγμα του Βρανδεμβούργου στις 10 Σεπτεμβρίου, δύο χιλιάδες στρατιώτες της φρουράς της πόλης του Βόλου και οι διάσπαρτες φρουρές του Δομοκού, των Φαρσάλων και των Τεμπών.

Σεπτέμβριος 1943:Οι στρατηγοί Στέφανος Σαράφης του ΕΛΑΣ και ο Adolfo Infante
της Μεραρχίας Pinerolo μετά την παράδοσή της στους αντάρτες.
Αρχεία ΑΣΚΙ

Ο αφοπλισμός από τον ΕΛΑΣ

Επρεπε οι ιταλικές δυνάμεις να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ, με όλον τον οπλισμό τους και όλο το στρατιωτικό υλικό, για να μην αιχμαλωτιστούν από τους Γερμανούς,των οποίων ισχυρές δυνάμεις βρίσκονταν στη Λάρισα, αλλά και για τον λόγο ότι οι Αγγλοι ήθελαν και προσπάθησαν να παραμερίσουν τον ΕΛΑΣ και να παραδοθούν οι Ιταλοί στον ΕΔΕΣ. Σχετικά με αυτό το θέμα ο αρχηγός του ΕΛΑΣ στρατηγός Στέφανος Σαράφης γράφει στο βιβλίο του ο ΕΛΑΣ (σελ. 196-197):

''... Ο Κρις μού ανακοίνωσε ότι οι Ιταλοί ζητούσαν να συναντηθούμε και να συζητήσουμε για την παράδοσή τους. Πρόσθεσε, όμως, πως δε θέλουν να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ, γιατί φοβούνται μην τους σκοτώσουν. Αλλά θέλουν να παραδοθούν στον ΕΔΕΣ. Απάντησα πως η Θεσσαλία είναι περιοχή του ΕΛΑΣ, όπου ο ΕΔΕΣ δεν έχει κανένα τμήμα και κατά συνέπεια οι Ιταλοί, αν θέλουν να παραδοθούν, να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ ''.


Η Μεραρχία Pinerolo, η μοναδική ιταλική δύναμη στον χερσαίο χώρο που δεν παραδόθηκε στους Γερμανούς, είχε άλλη πορεία. Στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ» ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης, γράφει τα εξής:

'' Τη μεραρχία Πινερόλο διοικούσε ο στρατηγός Ινφάντε, που ήταν αγγλόφιλος και ήθελε να συνεχίσει τον πόλεμο με τους άγγλους και τους αντάρτες κατά των γερμανών. Από τη Λάρισα πήγε στα Τρίκαλα όπου δεν ήταν γερμανοί και άρχισε διαπραγματεύσεις με την Ι μεραρχία, τον άγγλο αντισυνταγματάρχη Χίλς και τον Άρη. Δε μπόρεσαν να συμφωνήσουν και με τον επιτελάρχη του, το συνταγματάρχη του ιππικού Μπέρτι, διοικητή του συντάγματος ιππικού της Αόστης, το συνταγματάρχη Φλούλη, τον Άρη και τον Χίλς ήρθαν στο χωριό Πόρτα. Εκεί κατεβήκαμε με τον άγγλο συνταγματάρχη Κρις και την αντιπροσωπεία του ΕΔΕΣ και ύστερα από συζητήσεις καταλήξαμε σε συμφωνία και υπογράψαμε το σχετικό πρωτόκολλο. Σύμφωνα μ’ αυτό, τα ιταλικά στρατεύματα θα έρχονταν στις γραμμές μας και θα ανασυντάσσονταν υπό την προστασία των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Όσοι από τους Ιταλούς ήθελαν να πολεμήσουν θα κρατούσαν τον οπλισμό τους και ως ότου προσαρμοστούν στον ανταρτοπόλεμο θα χρησιμοποιούνταν κατά μικρά οργανικά τμήματα χωρισμένα (λόχοι, τάγματα) και θα έπαιρνα θέσεις ανάμεσα στα ανταρτικά τμήματα. Τη διατροφή θα την αναλάμβαναν οι Άγγλοι. Όσοι από τους Ιταλούς δεν ήθελαν να πολεμήσουν, θα αφοπλίζονταν και θα κλείνονταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης''. 

Γρήγορα όμως διαπιστώθηκε πως οι Ιταλοί στρατιώτες δεν είχαν καμία διάθεση να πολεμήσουν. Ο στρατηγός Adolfo Infante απάντησε πως η μεραρχία του είναι ανίκανη να αναλάβει την καταστροφή του αεροδρομίου της Λάρισας, όπως επιθυμούσε το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, αλλά θα μπορούσε να οργανώσει μια εθελοντική αποστολή από αεροπόρους και άλλους άνδρες και να επιδράμουν κατά του αεροδρομίου με σκοπό την καταστροφή των αεροπλάνων. Δυστυχώς όμως η επιχείρηση απέτυχε, κι αυτό ήταν ένα δείγμα της απροθυμίας των Ιταλών να πολεμήσουν και οι οποίοι φαίνεται πως τίποτα άλλο δεν επιθυμούσαν παρά την επιστροφή στην πατρίδα τους. Κάνοντας αυτές τις διαπιστώσεις ο ΕΛΑΣ και έχοντας και το προηγούμενο της Βερδικούσας στις 18 Σεπτεμβρίου, όπου από μια δύναμη 325 ανδρών μόνο οι 18 επέλεξαν να κρατήσουν τον οπλισμό τους, και με βάση το πρωτόκολλο που υπογράφηκε τις προηγούμενες ημέρες, ο ΕΛΑΣ επιθυμούσε τον αφοπλισμό τους.
Η επιχείρηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1943 στην περιοχή Κιάνα της Δρακότρυπας, τη σημερινή Τρυγόνα

'' Το Σύνταγμα Ιππικού της Αόστα της Μεραρχίας Πινερόλο των Ιταλών που ήταν στα Τρίκαλα, κατάφεραν οι οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, να φύγει πάνοπλο όπως ήταν και να μεταφέρει όλο τον οπλισμό του – τρόφιμα και πολεμοφόδια -και να τα αποθηκεύσει στην Κιάνα, μέσα στο ποτάμι, όπου ήταν δάσος από πλατάνια.
Εκεί έφκιασαν τα οχυρά τους γύρω στο ποτάμι από Μπαλάνο έως Κιάνα γύρω στα 1.500 μέτρα μάκρος. Δεν ήταν εύκολο να αφοπλισθούν. Η Κιάνα (σημερινή ονομασία Τρυγόνα), βρίσκεται 5 χιλιόμετρα περίπου πάνω από το Μουζάκι. Είναι συνοικισμός του χωριού Δρακότρυπα. Περνώντας τα στενά του Μουζακίου που πηγαίνει ο δρόμος στα χωριά της Αργιθέας, εκεί μέσα στο ποτάμι, είχαν τα οχυρά τους έτοιμοι να προβάλουν κάθε αντίσταση σε επίθεση από ξηρά και αέρα. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισαν να λιγοστεύουν τα τρόφιμα που είχαν γι’ αυτούς και τα άλογα τους, που από την πείνα έτρωγαν τους κορμούς από τα πλατάνια κλπ.
Γι’ αυτό οι αξιωματικοί τους άρχισαν να ερευνούν προς όλες τις κατευθύνσεις να βρουν κάποια διέξοδο για να ζήσουν, διότι το ποτάμι μόνο πέτρες είχε και έπαιρνε και ο χειμώνας. Άλλοι έλεγαν να επιστρέψουν στα Τρίκαλα που τα είχαν καταλάβει οι Γερμανοί, άλλοι έλεγαν να καταταγούν στον ΕΛΑΣ και άλλοι έλεγαν να πάνε στην Ήπειρο στο Ναπολέοντα Ζέρβα.
Μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου 1943 ένας λόχος Ιταλών καβαλίκεψαν τα άλογα τους και πάνοπλοι, όπως ήταν πάντοτε, ξεκίνησαν να κάνουν μια αναγνώριση από πού μπορούν να πάνε στο Ζέρβα. Όταν έφτασαν μέχρι το όρος Τύμπανο Δρακότρυπας, σταμάτησαν να ξεκουραστούν τα άλογα τους και να περιεργασθούν το μέρος.
Είδαν ότι για να φτάσουν στην Ήπειρο, όπου ήταν ο Ζέρβας, θα περνούσαν από στενά μονοπάτια και στεφάνια με γκρεμούς και δεν θα τους άφηναν οι άντρες του ΕΛΑΣ, που τους παρακολουθούσαν, να φτάσουν στο Ζέρβα, διότι πέτρες αν κυλούσαν σε ορισμένα στεφάνια θα τους συντρίβανε. Γύρισαν λοιπόν πίσω στον καταυλισμό τους στην Κιάνα.
Το στρατηγείο του ΕΛΑΣ είχε καταλάβει τις προθέσεις των Ιταλών και είχε στείλει την ηρωική ταξιαρχία του Ιππικού να προετοιμάσει το γρηγορότερο τον αφοπλισμό των Ιταλών. Εκείνη την εποχή με είχε χτυπήσει το άρβυλο στο δεξί μου πόδι και το χτύπημα αυτό είχε μετατραπεί σε συρίγγιο που έσταζε πύον συνέχεια.
Είχα μάθει ότι οι Ιταλοί είχαν έναν καλό γιατρό χειρούργο και πήγα να δει το πόδι μου. Αυτός μου είπε πως έπρεπε να το χειρουργήσει αμέσως, διότι όσο περνούσε ο καιρός θα πάθαινα μόλυνση και θα χρειαζόταν να μου κόψουν το πόδι. Επήγα την άλλη μέρα. Θυμάμαι με ξάπλωσαν σε ένα χειρουργικό κρεβάτι που είχαν, με έδεσαν καλά, 4 Ιταλοί νοσοκόμοι με κρατούσαν και ο γιατρός με το νυστέρι έσχισε το πόδι μου και με το ψαλίδι αφαίρεσε μια μικρή σφηκοφωλιά από το πόδι μου. Αφού το καθάρισε καλά, το έδεσε και μου είπε να πηγαίνω κάθε μέρα να μου το αλλάζει και να παρακολουθεί τα αποτελέσματα της εγχείρισης. Εκεί στην Κιάνα ήταν και το σπίτι μου. Κάθε μέρα πήγαινα και με παρακολουθούσε ο γιατρός. Του πήγαινα από το σπίτι πότε αυγά, πότε τυρί και φρούτα που είχαμε κλπ. Αυτός ήξερε καλά τα ελληνικά και κάναμε κουβέντα. Εγώ ήξερα ότι προετοιμαζόταν ο αφοπλισμός και έλεγα στο γιατρό και σε άλλους αξιωματικούς που μαζεύονταν εκεί, ότι η δύναμη του ΕΛΑΣ φθάνει τώρα τις τριακόσιες χιλιάδες άνδρες και είναι σε θέση να διώξει τους Γερμανούς από την Ελλάδα και συνέχιζα να λέω ό,τι άλλο μπορούσα, για να επαινέσω το λαϊκό μας στρατό κλπ. Και άλλοι συναγωνιστές που ήξεραν λίγα ιταλικά είχαν εισχωρήσει μέσα στο στρατόπεδο των Ιταλών, έπιαναν φιλία με τους Ιταλούς στρατιώτες, έκαναν προπαγάνδα και παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους.
Ένα τάγμα από ΕΛΑΣίτες περνούσε συνέχεια τις τελευταίες μέρες μέσα στο στρατόπεδο των Ιταλών και από μέρος που δεν τους έβλεπαν οι Ιταλοί ξαναγυρνούσαν και ξαναπερνούσαν, ώστε να πιστεύουν οι Ιταλοί ότι πράγματι ο ΕΛΑΣ είναι μια μεγάλη δύναμη που δε θα μπορέσουν να προβάλουν αντίσταση στην περίπτωση αφοπλισμού. Ήξερε η κάθε ομάδα των συναγωνιστών σε ποιο φυλάκιο Ιταλών θα επιτεθεί άμα ερχόταν η ώρα. Το Στρατηγείο του ΕΛΑΣ έστειλε έγγραφο και καλούσε τους Ιταλούς αξιωματικούς να πάνε να κανονίσουν την τροφοδοσία τους και ό,τι άλλο ήθελαν.
Στις (….) έντεκα Ιταλοί αξιωματικοί με το διοικητή τους ξεκίνησαν να πάνε στο Στρατηγείο του ΕΛΑΣ. Μόλις απομακρύνθηκαν από το στρατόπεδο τους δόθηκε το σύνθημα του αφοπλισμού, την ώρα που οι Ιταλοί θα έπαιρναν το μεσημβρινό τους συσσίτιο. Όπως γράφω και παραπάνω ο κάθε συναγωνιστής ήξερε τη θέση του και ο αφοπλισμός έγινε αστραπιαία. Λίγοι που πρόβαλαν αντίσταση αμέσως εξουδετερώθηκαν, οι άλλοι παραδόθηκαν και παρέδωσαν τον οπλισμό τους. Σημειώνω εδώ, ότι στον αφοπλισμό έλαβαν μέρος ελασίτες και πολίτες που ήθελαν να βοηθήσουν για τον αφοπλισμό. Οι έντεκα αξιωματικοί που πήγαιναν για το Στρατηγείο του ΕΛΑΣ μόλις άκουσαν τους πυροβολισμούς στον καταυλισμό τους κατάλαβαν τι έγινε και κρύφτηκαν. Μόλις έπαιρνε να βραδιάσει, γύρισαν στο στρατόπεδο τους να δουν τι έγινε. Τους εντοπίσαμε και τους στήσαμε καρτέρι στη θέση Παλιοκάμαρα Πορτής, εγώ ο Κωνσταντίνος Σ. Σκυλογιάννης και ο Γεώργιος Θ. Πάντος. Δεν προέβαλαν αντίσταση και παρέδωσαν τον οπλισμό τους.
Με τον αφοπλισμό των Ιταλών ο ΕΛΑΣ έγινε πλέον ισχυρός σε οπλισμό και πολεμικό υλικό. Ο ελληνικός λαός πίστεψε πλέον πως έρχεται το τέλος του φασισμού. Πολλοί Έλληνες αξιωματικοί που δεν είχαν λάβει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ήρθαν και τάχτηκαν στον ΕΛΑΣ, καθώς και πολλοί νέοι από τα χωριά του κάμπου και τις πόλεις κλπ. Ο λαϊκός μας στρατός έγινε πλέον πραγματικός στρατός και άνοιξε μέτωπα παντού, όπου είχαν φυλάκια οι Γερμανοί και δεν τους άφηνε να ξεμυτίσουν πουθενά. Κάθε μέρα τους έκανε επιθέσεις και τους ανάγκαζε να συγκεντρώνονται στα στρατόπεδα τους και τελικά να φύγουν από την πατρίδα μας.
Εγώ υπηρέτησα στο 1/38 Σύνταγμα στο μόνιμο ΕΛΑΣ με διοικητή λόχου τον αξέχαστο Διονύση Γκογκούση (Καραντάου). Ήμουν πριν Καπετάνιος Εφεδρικού Λόχου, με διοικητή τον αγαπητό πνευματικό αδελφό και συνονόματο μου Πολύχρονη Καπετάνιο, έφεδρο ανθυπολοχαγό από το διπλανό μας χωριό Νευροβούνιστα. Πάντοτε υπό τη Διοίκηση του 1/38 Συντάγματος. Τιμή και δόξα στον ένδοξο Λαϊκό μας Στρατό! ''

Κατά τη διάρκεια της μάχης στην περιοχή πετούσε γερμανικό αεροπλάνο το οποίο έριχνε προκηρύξεις καλώντας τους Ιταλούς να προσχωρήσουν στους Γερμανούς. Μετά την παράδοση των Ιταλών, δύναμη των ανταρτών μετακινήθηκε στο χωριό Καπά, με σκοπό την παράδοση της επιλαρχίας που είχε οχυρωθεί εκεί, γεγονός που συνέβη χωρίς αιματοχυσία το βράδυ της ίδιας μέρας.
Αλλά επειδή σε μια σύρραξη δεν λείπουν ποτέ τα θύματα, έτσι και εδώ καταμετρήθηκαν 3 Έλληνες και 30 Ιταλοί νεκροί, κατά τον Λάζαρο Αρσενίου, ή 19 κατά τον Χαράλαμπο Αλεξάνδρου. Οι νεκροί Ιταλοί ενταφιάσθηκαν στην περιοχή του Μπαλάνου και μετά από μερικά χρόνια τα οστά τους μεταφέρθηκαν στην πατρίδα τους σύμφωνα με την πληροφορία του Δημ.Απ.Κατσιώτη.

Η τραγική κατάσταση και ο ΕΛΑΣ

Με ή χωρίς όπλα όμως, οι Ιταλοί συνιστούσαν ένα μεγάλο πρόβλημα για την ηγεσία των ανταρτικών δυνάμεων και την αγγλική αποστολή, οι οποίες έπρεπε να βρουν καταλύματα για τη διαμονή και τρόφιμα για τη συντήρηση ενός τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων στην ορεινή περιοχή της Πίνδου, μια από τις φτωχότερες της Ελλάδας, κάτω από τον συνεχή κίνδυνο των γερμανικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Έτσι λήφθηκε η απόφαση της κατανομής των ανδρών της Mεραρχίας Pinerolo σχεδόν ισομερώς στη Νεράιδα της Νεβρόπολης, στην περιοχή των Γρεβενών και στην περιοχή του Καρπενησίου. Συγχρόνως όμως άρχισαν και γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες ήταν οι σφοδρότερες από αυτές που δέχθηκε ως τότε ο ΕΛΑΣ και εξαπλώνονταν σε μια μεγάλη έκταση, από το Μεσολόγγι ως την Αλβανία.
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1943, στην περιοχή Καρπενησίου εξαπολύθηκε σφοδρή γερμανική επίθεση, την οποία δεν μπορούσαν να αναχαιτίσουν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και αναγκάστηκαν να προωθήσουν τους 2500 Ιταλούς στην Νεράιδα. Έτσι, μέσα σε λίγες μέρες ο αριθμός τους ξεπέρασε τους 6000 άντρες, που συνιστούσε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα για την ήδη κορεσμένη Νεράιδα. Και σαν να μη έφτανε αυτό, στις 27 Νοεμβρίου οι Γερμανοί έφτασαν και στη Νεράιδα, με συνέπεια τον διασκορπισμό των άοπλων και κακοντυμένων Ιταλών στα γύρω δάση και βουνά. Πολλοί, προτίμησαν να παραδοθούν στους Γερμανούς. Αρκετοί πέθαναν από τις κακουχίες και την ασιτία και όσοι αψήφησαν το κρύο και την πείνα, όταν επέστρεψαν στη βάση τους μετά την αναχώρηση των Γερμανών, δεν βρήκαν παρά ερείπια και υπολείμματα μιας απόλυτης καταστροφής και μιας λεηλασίας των πάντων. 
Παρά την υποχρέωση της Βρετανικής Αποστολής να φροντίσει για τη διατροφή των Ιταλών, αυτή αρνείται να δώσει άλλα εφόδια και οι Ιταλοί λιμοκτονούν, τρεφόμενοι με βελανίδια και χορτάρια, σε μια πολύ ορεινή περιοχή που πλήττεται από τον χειμώνα. Ο ΕΛΑΣ βρισκόταν σε αδυναμία να τροφοδοτήσει τόσο πληθυσμό.

''Η μπομπότα στη Βίνιανη, την έδρα της ΠΕΕΑ,διανέμετο με το δράμι. Δεν μπορούσαμε να τους βοηθήσουμε. Πεινούσαμε κι εμείς'',γράφει ο Δ.Μπαλλής επιτελάρχης της 1ης Μεραρχίας.
Ο  διοικητής της Δ.Φλούλης προειδοποιεί τους Άγγλους ότι «το έγκλημα στη Νεράιδα δεν θα μείνει κρυφό. Θα φροντίσουμε να γίνει γνωστό σ’ όλον τον πολιτισμένο κόσμο». Η απάντηση των Άγγλων είναι ότι «θα ήταν σοφή ενέργεια να αφεθούν ελεύθεροι αυτοί οι άνθρωποι, να παραδοθούν στο γερμανό κατακτητή».

Ο ΕΛΑΣ ήταν αδύνατο να δεχθεί μια τέτοια λύση, που πέραν των άλλων θα αποτελούσε και μια δικαιολογημένη μομφή εναντίον του. Ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης γράφει: 


'' Καταλήξαμε στη συμφωνία να επιτρέψουμε στους χωρικούς που ήθελαν, να προσλάβουν Ιταλούς στην υπηρεσία τους. Θα έπαιρναν μισή λίρα το μήνα για κάθε ιταλό που θα ήταν υποχρεωμένοι να του χορηγούν στέγαση και τροφή και θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιούν στις εργασίες τους. Επίσης καθορίσαμε κι ένα μοναστήρι στη Σάικα κοντά στο Καροπλέσι για νοσοκομείο''.


Αξιωματικοί της Μεραρχίας Acqui.Aρχείο Renzo Apollonio


Μεραρχία Acqui

Στα τέλη του Απρίλη του 1941 και μετά την είσοδο των Γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, η διοίκηση των Επτανήσων ανατίθενται στην Ιταλία. Με την συμφωνία αυτή μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας φτάνει στα νησιά του Ιονίου στις 29 Απριλίου του 1941 η Μεραρχία Acqui η οποία αφήνει τον κύριο ογκο της στην Κεφαλονιά – περίπου 10,000 στρατιώτες - ενώ άλλες 3.000 στρατοπαιδεύουν στην Κέρκυρα και άλλα μικρά τμήματα καταλαμβάνουν τα υπόλοιπα νησιά του Επτανησιώτικου συμπλέγματος.Διοικητής της μεραρχίας είναι ο στρατηγός Antonio Gandin.


Antonio Gandin
Με την συνθηκολόγηση της Ιταλίας την 7η Σεπτεμβρίου του 1943 ο στρατάρχης Pietro Badoglio, από κάποιο ασυγχώρητο λάθος, δεν κηρύσσει τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένο τον ιταλικό στρατό σε οποιοδήποτε μέτωπο κι’ αν βρισκόταν.
Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1943 φτάνει στην Κεφαλονιά η γερμανική Μεραρχία Edelweiss Ένα σώμα 4.000 επιλέκτων δολοφόνων με διοικητή τον στρατηγό Χούμπερτ Λαντς και αποβιβάζονται στο νησί για να διαπραγματευτούν την παράδοση των Ιταλών.
Οι Γερμανοί, κατόπιν διαταγής του Χίτλερ, αναλαμβάνουν την διενέργεια διαπραγματεύσεων για την παράδοση της Μεραρχία Acqui στα Εφτάνησα. Κι’ ενώ ο στρατηγός Gantin έχει αποφασίσει την παράδοση ο στρατός εναντιώνεται. Η πυροβολαρχία του Παμπαλόνι είναι αυτή που θα βυθίσει το ένα από τα δύο αποβατικά που από το Ληξούρι καυευθύνονται προς το Αργοστόλι

 Στις 12 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί αρχίζουν πλέον τις συστυματικές επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών. Το Αργοστόλι, πρωτεύουσα του νησιού όπου εκεί βρίσκεται και ο μεγαλύτερος όγκος των ιταλικών στρατευμάτων, βομβαρδίζεται από τη γερμανική αεροπορία σε καθημερινή βάση από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ιδιαίτερα η 16η του μηνός για το Αργοστόλι σημαίνει βιβλική καταστροφή. Η πόλη όλη σχεδόν έχει ισοπεδωθεί ενώ η φωτιά καίει τα πάντα. Οι κάτοικοί της μαρτυρικής πόλης θα βρουν τη σωτηρία στην Κρανιά και στους Λάσιους.

'' La casetta Rossa” Το κόκκινο σπίτι, όπου οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους αξιωμτικούς της Acqui
Ο διοικητής της Μεραρχίας, στρατηγός Antonio Gardin εκτελέστηκε κι αυτός μαζί με τους 136 Ιταλούς αξιωματικούς στο "Κόκκινο Σπίτι" των Αγίων Θεοδώρων. Η σωρός του αναγνωρίστηκε από το γιο του, από την οδοντοστοιχία του και τη στολή του.



Μάχες - Η σφαγή

Η πρώτη μεγάλη μάχη μεταξύ Ιταλών και Γερμανών θα δοθεί κοντά στο χωριό Αγκώνας. Χαρακτηρι- στικά ο Γερμανός διοικητής του 11ου λόχου Άλφρεντ Ρίχτερ γράφει στα απομνημονεύματά του:'' ....τους χτυπήσαμε έτσι, όπως δεν χτυπήσαμε ποτέ κανέναν άλλον σε αυτόν τον πόλεμο.''

Πολύ σύντομα οι Γερμανοί θα γίνουν κύριοι του νησιού και η αντίστροφη μέτρηση για τους άνδρες της Μεραρχίας Acqui θα αρχίσει. Σε όλο το νησί τα κορμιά των νεκρών Ιταλών χτυπημένα από τις σφαίρες των πρώην συμμάχων τους σχηματίζουν βουνά και σημαδεύουν την αγριότητα, το μίσος και την θηριωδία των χιτλερικών στρατευμάτων. Όμως η μεγάλη σφαγή θα γίνει στα Τρωϊαννάτα όπου εκεί έχει συγκεντρωθεί ο μεγαλύτερος όγκος των ιταλικών στρατευμάτων.Τα μικρά ξαδέλφια, Σπύρος Γεωργακάτος και Διονύσης Λουρεντζάτος από σύμπτωση γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του μεγάλου μακελειού που έγινε στο χωριό τους Όπως οι ίδιοι διηγούνται:


Σεπτέμβριος 1943.Γερμανοί παρατηρούν το Αργοστόλι.

''..Η 22α Σεπτεμβρίου που ξημέρωνε φαινότανε μιά συνηθισμένη μέρα. Μόνο που το χωριό τους, τα Τρωϊαννάτα τώρα το είχαν οι Γερμανοί οι οποίοι είχαν αιχμαλωτίσει τους Ιταλούς και τους κρατούσαν κάτω από τις εληές σημαδεύοντάς τους με τα αυτόματα. 
Λίγο πιό πέρα στα Φραγκάτα, γίνονταν μεγάλες μάχες η έκβαση των οποίων θα σημάδευε ίσως και την τύχη της περιοχής.  Ξαφνικά κατά το μεσημέρι ακούστηκε βόμβος από φορτηγά αυτοκίνητα και σε λίγο ξεπρόβαλε από την στροφή του δρόμου μιά μεγάλη φάλαγγα από φορτηγά γεμάτα με πάνοπλους Ιταλούς που επροωθούντο για ενισχύσεις στα Φραγκάτα. Κοντά να πλησιάσουν τα πρώτα σπίτια του χωριού βλέπουν μπροστά τους τους άλλους Ιταλούς που είχαν ήδη αιχμαλωτίσει οι Γερμανοί.Στη στροφή , που ο δρόμος έρχεται από τα Φραγκάτα κάνει την εμφάνησή της η φάλαγγα των Γερμανών, που γύριζαν νικητές από τη μάχη σ΄αυτό το χωριό. 
Οι Ιταλοί σαν τους είδαν σταματούν και δείχνουν πως δεν έχουν σκοπό να προβάλουν καμμιάν αντίσταση. Βλέπουν πως γι’ αυτούς έχει χαθεί κάθε ελπίδα. Σταματούν και μοιάζουν να περιμένουν τη μοίρα τους. Οι Γερμανοί τους κυκλώνουν και τους υποχρεώνουν να κατέβουν από τα αυτοκίνητα. Κι’ αυτοί κατεβαίνουν με τάξη και ησυχία και παραδίδουν τον οπλισμό τους. Στη συνέχεια τους βάζουν στη γραμμή και τους οδηγούν στο σχολείο του χωριού. Τους κλείνουν μέσα και απ’ έξω τοποθετούνται φρουροί με τα αυτόματα στο χέρι. Μέσα στο σχολείο, οι Ιταλοί, αφού συνέλθουν από την πρώτη έκπληξη αρχίζουν τα τραγούδια και τις χαρές, σίγουροι, πως σαν αιχμάλωτοι πολέμου και, σύμφωνα με το πολεμικό Δίκαιο, οι Γερμανοί δεν θα τους πείραζαν και θα τους έστελναν στα σπίτια τους. Μέχρι τα χαράματα οι χαρές και τα τραγούδια ακούγονταν έξω. «...Μάνα έρχομαι στην αγκαλιά σου ξανά...» τραγουδούσαν. Ήταν αδύνατο να φανταστούν τι τους περίμενε. 

Όταν ξημέρωσε η 23η Σεπτεμβρίου, οι Γερμανοί πρωί-πρωί βγάζουν τους Ιταλούς από το σχολείο και τους οδηγούν στο δρόμο που τους είχαν συλλάβει. Κι’ ενώ οι Ιταλοί περίμεναν πως θα τους φορτώσουν στα αυτοκίνητα για να τους κατεβάσουν στο Αργοστόλι, αυτοί τους οδηγούν στο δρόμο που οδηγεί προς τον κάμπο και σταματούν στα πρώτα χωράφια, κοντά στον Αγλάμπη. Ο κάμπος στα Τρωϊαννάτα Με τη βοήθεια κάποιου Ιταλού που γνώριζε γερμανικά τους διέταξαν να αφήσουν κάτω από τις εληές τα σακκίδιά τους και ό,τι άλλο ατομικό είχαν και τους οδήγησαν στο απέναντι χωράφι, που είχε μιά λιθιά αφού το από πάνω μέρος ήταν ψηλότερo. Εκεί τους αράδιασαν και τους μέτρησαν. Ήσαν 30 αξιωματικοί και 602 οπλίτες.Όση ώρα κρατούσε η διαδικασία της καταμέτρησης ένας Γερμανός αξιωματικός μιλούσε στο ασύρματο τηλέφωνο ενώ οι μορφασμοί του προσώπου του έδειχναν πως δεν του άρεσαν οι διαταγές που έπαιρνε και προσπαθούσε να τις αποφύγει Μάταια όμως.
Κάποια στιγμή η συνομιλία τελείωσε. Έκλεισε το τηλέφωνο, χωρίς να αλλάξει η έκφραση του προσώπου του. Μια νεκρική ησυχία επικρατούσε γύρω. Αμέσως, στο πάνω χωράφι, πίσω από τις πλάτες των Ιταλών άρχισαν να στήνονται τα πολυβόλα. Οι Ιταλοί είχαν απομείνει να κοιτάζουν προς τις εληές όπου είχαν αφήσει τα πράγματά τους.Ξαφνικά την νεκρική ησυχία του φθινοπωριάτικου πρωινού τάραξαν οι κρότοι των πολυβόλων που άρχισαν να δουλεύουν ακατάπαυστα. Κείνη τη στιγμή ο χρόνος είχε σταματήσει πάνω στα άψυχα κουφάρια 632 νέων παιδιών που έπεφταν θύματα ενός παρανοϊκού ηγέτη που είχε παρασύρει όλον τον κόσμο στην δίνει ενός αιματηρού πολέμου..''






Στις 21 Σεπτεμβρίου, αφού η μονάδα του μπήκε στα Φραγκάτα, ο Γερμανός αξιωματικός Alfred Richter σημείωσε στο ημερολόγιό του:

«Δύο λόχοι αλπινιστών παραδίδονται χωρίς να ρίξουν έστω και μία σφαίρα. Είναι όλοι ήρεμοι και χαλαροί γιατί πιστεύουν ότι έσωσαν τη ζωή τους επειδή παραδόθηκαν οικειοθελώς. Μπαίνουμε στα Φραγκάτα και παραδίδουμε τους αιχμαλώτους μας. Εδώ έρχονται αντιμέτωποι με την τραγική τους μοίρα. Σε διμοιρίες, σύρονται στα κοντινά λατομεία και στα γύρω περιβόλια και θερίζονται από τα πολυβόλα του 98. Μένουμε στο χωριό δύο ώρες και όλο αυτό το διάστημα τα αυτόματα και τα πολυβόλα δεν σταματούν να σφυροκοπούν. Οι κραυγές φτάνουν μέχρι και μέσα στα σπίτια των Ελλήνων. Χωρίς να ληφθεί υπόψη η υπηρεσία του κάθε στρατιώτη εκτελούνται όλοι, μέχρι και τραυματιοφορείς και ιερείς. Κωμικοτραγική φιγούρα ήταν ένας αιχμάλωτος που προσπάθησε να σώσει τη ζωή του ανεβαίνοντας σ΄ ένα βάθρο και τραγουδώντας άριες όπερας με ωραία φωνή, παίρνοντας μια πραγματικά ιταλική πόζα».

Ο στρατιωτικός ιερέας Formato αφηγείται:

'' Από τα σώματά τους ξεπηδούσαν ρυάκια αίματος. Έτρεχαν στην πλαγιά και ενώνονταν σε έναν κατακόκκινο χείμαρρο. Κραυγές γέμιζαν τους αιθέρες. Και μετά ακουγόταν μόνο ένας ρόγχος, έως ότου ο σωρός των 900 μαρτυρικών σωμάτων σώπασε. Οι Γερμανοί σκαρφάλωσαν στους σωρούς των πτωμάτων και άρχισαν να πυροβολούν με τα αυτόματα όπλα τους προς τα κάτω. Αλλά ούτε με τον τρόπο αυτόν βρήκαν όλοι τον θάνατο. Οι σφαίρες δεν έφτασαν σε όσους είχαν σκεπαστεί από τα πολλά πτώματα. Ακούγονταν ακόμα ρόγχοι και βογκητά. Οι Γερμανοί σκαρφίστηκαν ένα άσπλαχνο τέχνασμα. Φώναξαν: «Ήρθαν τραυματιοφορείς. Όποιος ζει ακόμα να φανερωθεί. Θα του χαριστεί η ζωή και θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο». Έπειτα από λίγο, περίπου 20 άνθρωποι σύρθηκαν έξω με μεγάλη δυσκολία, αιμόφυρτοι, τραυματισμένοι, τρομοκρατημένοι. Οι δολοφόνοι έσκασαν στα γέλια και τους σκότωσαν με μια τελευταία ριπή του πολυβόλου''.

Οι στρατιώτες της Acqui παραδίδουν τον οπλισμό τους.



Σχέσεις Ανταρτών και Ιταλών

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ ιταλικών και ελληνικών στρατευμάτων άρχισαν να δημιουργούνται προστριβές μεταξύ του ΕΛΑΣ. και των ιταλικών στρατευμάτων. Οι προστριβές ήταν κυρίως πολιτικές αλλά και συμπεριφοράς. Πολλοί αξιωματικοί της Pinerolo, πιστοί στο καθεστώς του Μουσολίνι, δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτή τη συμφωνία και έκαναν συστηματική προπαγάνδα ενάντια στον ΕΛΑΣ  Για την κατάσταση αυτή που επικρατούσε στα ιταλικά στρατεύματα ελάμβανε γνώση ο ΕΛΑΣ διά μέσου δικτύου πληροφοριών με Ιταλούς αντιφασίστες που είχε δημιουργήσει στο εσωτερικό τους. Σε αντιστάθμιση της προπαγάνδας αυτής, αναπτύχθηκε ένα αντιφασιστικό κίνημα που καλλιεργούσε τη συναδέλφωση με τον ΕΛΑΣ και τους Έλληνες πατριώτες για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού. Με πολυγράφους του ΕΛΑΣ τυπώνονταν αντιφασιστικά κείμενα και προκυρήξεις. Σύμφωνα με τον Μ. Μπουκουβάλα «ηγέτης αυτής της προσπάθειας ήταν ένα νέος όμορφος Ιταλός, ο Νίνο». Όμως στις αρχές του Οκτωβρίου, Ιταλοί σταρτιώτες ασφαλείας συλλαμβάνουν τον Νίνο μαζί με έναν Ιταλό αντιφασίστα. Το Σύνταγμα της Αόστα συγκροτεί έκτακτο Στρατοδικείο και εκτελεί τους δύο Ιταλούς.


Μαρτυρίες Ιταλών


Μαρτυρία που κατατέθηκε από τον Giovanni Giraudi, ο οποίος επέζησε της σφαγής στην Κεφαλονιά, στο διεθνές συνέδριο που έγινε στην ιταλική πόλη Τσεζένα, από τις 27/9 έως τις 3/10 του 1987.
O Mario Baule (υπηρετούσε στον 7ο λόχο του 2/14 τάγματος στα Πευκάκια) αναφέρει:
Μετά μια μέρα που πέρασε με διαταγές και ανακλήσεις, το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου, η στρατιωτική διοίκηση αρνήθηκε το σχέδιο, να δεχτούν την πρόσκληση των ανταρτών για συνεργασία. Ο λόχος μας μαζί με μια πυροβολαρχία αρνήθηκε τις διαταγές και, αφού συμφώνησε με τους Έλληνες, κατευθύνθηκε προς το βουνό[...]

Ο Luigi Beretta, ραδιοτηλεγραφιτής, αναφέρει ότι με σύμφωνη γνώμη του αρχηγού του τμήματος πετάξαμε τους κώδικες στη φωτιά, καταστρέψαμε τις μονάδες R2 και R4 και χωρίς καμιά συμβουλή, το σούρουπο μαζί με λίγους ακόμη πήραμε το δρόμο προς το βουνό […]

'' Ο Severino Corona, σε υπηρεσία στην αυτόνομη μονάδα Πυροβολικού σε υπηρεσία στην αυτόνομη μονάδα Πυροβολικού 100/17, προσδιορίζει τη βασική αιτία της επιλογής του, αποδεικνύοντας ότι το περιεχόμενο της ανακωχής ήταν επαρκώς κατανοητό για όποιον ήθελε να το αντιληφθεί:
Η διαταγή του αρχιστράτηγου Badoglio ήταν sυνεργασία με τα αγγλο-αμερικάνικα στρατεύματα και φυσικά με τους Έλληνες παρτιζάνους, καθώς και άμυνα έναντι αυτών που θα μας επιτεθούν.Τι να κάνουμε; Όλοι συμφωνήσαμε να πάμε με τους παρτιζάνους. Μόνο μια πυροβολαρχία, που ο Διοικητής της ήταν φασίστας, πήγε με τους Γερμανούς. Ξεκινήσαμε με ελαφρύ οπλισμό, με συνοδεία ανταρτών.
Τα μεσάνυχτα της 11ης Σεπτεμβρίου, καταφθάνει ο διερμηνέας των Ιταλών Μιχ. Τσουνάς. Αυτός προσφέρει κρυφά τις υπηρεσίες του στην αντίσταση. Ο Τσουνάς οδηγεί τώρα τους Έλληνες στο ιταλικό οχυρό και αρχίζει να καλεί τους Ιταλούς να παραδοθούν. Οι εκκλήσεις τους καθώς και οι εκδηλώσεις εγκαρδιότητας, αναστατώνουν τους Ιταλούς. Σε λίγο στα οχυρά, μέσα στο σκοτάδι, ξεσπούν γέλια και χαρές. Έλληνες και Ιταλοί συναδελφωμένοι ξεσπούν σε ιαχές «Finita la Guerra». Οι Ιταλοί μαζί με τους αξιωματικούς, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει, προσχωρούν στους αντάρτες. Οι κάτοικοι ρίχνονται και μεταφέρουν τα εφόδια των Ιταλών μακριά από το χωριό. Τα πυροβόλα σέρνονται με ζώα προς δασωμένο μέρος για απόκρυψη. Τα αετόπουλα σβήνουν κάθε ίχνος από τις ρόδες''

Ιταλός αντιφασίστας στις γραμμές του ΕΛΑΣ φωτ.ΑΣΚΙ


Στιγματισμένος λαός

Ο Luigi Longo στο βιβλίο του ''Un Popolo alla Macchia'', γραμματέας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και αργότερα επίτιμος πρόεδρός του, εξηγεί την αντίσταση των Ιταλών και την ευκολία με την οποία οι στρατιώτες αντιτάχθηκαν στους Γερμανούς και παραδόθηκαν στου Αντάρτες:

''Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 συνθηκολόγησαν, σχεδόν ολοκληρωτικά, όλες οι στρατιωτικές διοικήσεις και κατά τρόπο ελεεινό και αξιοθρήνητο υπέκυψαν μπροστά στις απειλές των Γερμανών φασιστών. Όταν (αργότερα) τους ζητηθηκε να κάνουν απολογισμό των πράξεων τους, δικαιολογήθηκαν ότι δεν είχαν πάρει οδηγίες και καθαρές διαταγές. Και μια πού γι αυτό το λόγο δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν, παραδόθηκαν, καταθέσανε τα όπλα και επιτρέψανε να διαλυθούν τα καλύτερα τμήματα μέσα στη γενική αμηχανία και το χάσιμο του ηθικού και να υποβληθούν στο αίσχος της αιχμαλωσίας και της μεταφοράς τους στη Γερμανία.
Σίγουρα δεν έχουμε την πρόθεση να απαλλάξουμε την τότε κυβέρνηση και ιδιαίτερα ταν επικεφαλής της, στρατάρχη Μπαντόλιο, από τη μεγάλη ευ­θύνη και τα βαριά πολιτικά και στρατιωτικά λάθη που διαπράξανε με την εξαφάνιση τους στην κρίσιμη στιγμή και πριν απόλα με τη φυγή τους από την Πεσκάρα. Πρέπει ωστόσο να αναφερθούμε και στο γεγονός ότι - ενώ, σχεδόν χωρίς εξαίρεση όλες οι στρατιωτικές διοικήσεις που βρίσκονταν στην Ιταλία συνθηκολόγησαν, χωρίς να κάνουν και την παραμικρή απόπειρα αντ­ίστασης - οι διοικήσεις των μονάδων που ήταν στρατοπεδευμένες στα νησιά ή στις κατεχόμενες περιοχές, με εξαίρεση το επιτελείο της 4ης Στρατιάς στη Γαλλία, κράτησαν γενικά παλληκαρίσια στάση και υπεράσπισαν γενναία με τα όπλα ως το τέλος τη στρατιωτική τιμή και τη θέληση της Ιταλίας...
Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί - λόγω της τραγικότητας της και του ηρωικού μεγαλείου της - η στάση των μονάδων που βρίσκονταν στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους και στις χώρες της Βαλκανικής. Επρόκειτο για μονάδες απομακρυσμένες από την πατρίδα και απομονωμένες, που εύκολα είχαν να υποστούν τις συνέπειες από τη μη άφιξη εφεδρειών και εφοδίων, που συχνά βρίσκονταν σε «κατεχόμενα» εδάφη, με γύρω τους και σε όλους τους δρόμους επικοινωνίας τους Γερμανούς. Αναμφίβολα, τα τμήματα αυτά βρίσκονταν στις δυσκολότερες και πιο επικίνδυνες θέσεις και δεν χρειάζεται να κατέχει κανείς τη στρατιωτική επιστήμη και τη γεωγραφία, για να καταλάβει πόσο δύσκολα είναι η αντίσταση και ο αγώνας κάτω από τέτοιες συνθήκες. Αρκούσε να μη φτάσουν έγκαιρα οι ενισχύσεις σε πλοία και όπλα, για να είναι εκτεθειμένος κανείς στην πείνα και στις ακάθεκτες επιθέσεις, και μάλιστα χωρίς δυνατότητα άμυνας. Κανείς δεν αμφέβαλε για τη σημασία που θα έδιναν οι Γερμανοί, στις μονάδες αυτές, που ήταν προωθημένες μέσα στις ίδιες τους τις θέσεις, καθώς και στις τοποθεσίες που κατείχαν. Κι εκεί όμως, στα σκόρπια αυτά νησιά και στις απόμακρες χώρες, με σχεδόν καμιά εξαίρεση δεν υπήρξε καμιά αμφιβολία για το πως θα έπρεπε να ερμηνευτεί η λακωνική ανακοίνωση του Μπαντόλιο (σ.σ. για τη συνθηκολόγηση), που στις διοικήσεις που βρίσκονταν στην Ιταλική χερσόνησο φάνηκε τόσο αόριστη και ανεπαρκής. Όπου, ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματικούς δημιουργήθηκε αμηχανία, εκεί πίεζαν τα τμήματα τους να μην υπάρξει δισταγμός και να αποφασιστεί η μέχρις εσχάτων αντίσταση.

Αυτά τα φωτεινά παραδείγματα αποδεικνύουν ότι ο ιταλικός στρατός είχε διατηρήσει ακόμα αξιόλογες εσωτερικές εφεδρείες σε στρατιωτική γενναιότητα και πνεύμα αυτοθυσίας. Είναι γεγονός ότι αυτό είχε υποσκαφτεί ως τα θεμέλια του από τους πολύχρονους πολέμους για τους οποίους δεν ένοιωθε κανένα δεσμό, καθώς κι από τις ήττες, που έριχναν το ηθικό. Ο στρατός είχε οδηγηθεί από το φασισμό σε μιαν απίστευτη κατάσταση αποσύνθεσης. Ο στρατός του Πιάβε και του Βιτόριο Βένετο (σ.σ. στο Πιάβε και στο Βιτόριο Βένετο ο ιταλικός στρατός είχε κερδίσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σημαντικές νίκες) είχε μεταβληθεί μονάχα μέσα σε είκοσι χρόνια σε ένα αμβλύ όπλο και σιγά - σιγά είχε χάσει τις καλύτερες στρατιωτικές κι ανθρώπινες ιδιότητες του, είχε εκφυλιστεί κάτω από τις βρώμικες διαταγές των φασιστών τυχοδιωκτών, είχε ξεπέσει με το σπεκουλάντικο συμμοριτισμό του καθεστώτος και είχε χάσει την αξία του με τον ευτελή εξοπλισμό του, που φυσικά δεν μπορούσε να αντισταθμισθεί με την εισαγωγή του γερμανικού «βήματος της χήνας» και άλλων ανόητων νεωτερισμών παρόμοιου είδους... Όμως το ξαναλέμε, και οι θυσίες της Τσεκινιόλα και της Κεφαλλονιάς, οι γενναίοι αγωνιστές των Βαλκανίων, της Κορσικής και των νησιών του Αιγαίου προσφέρουν γι αυτό αλάνθαστη μαρτυρία: οι λαϊκές Γαριβαλδινές παραδόσεις των πολέμων της ανεξαρτησίας απλώς είχαν αποκοιμηθεί. Αν υπήρχαν παντού άνδρες και ηγέτες ικανοί να τις αφυπνίσουν, τότε γεγονότα σαν κι αυτά της Λέρου δεν θα ήταν μεμονωμένα.

Τί, πριν απ 'όλα, κρατούσε όρθιους τους στρατιώτες στα κατεχόμενα εδάφη, τι ήταν αυτό που τους παρακινούσε; Χωρίς αμφιβολία τους εμψύχωνε κατά κύριο λόγο το μίσος ενάντια στους Γερμανούς. Αλλά είναι εξίσου καθαρό ότι είχε συντελεστεί μέσα τους και μια διεργασία ωρίμανσης, που το αποτέλεσμα της είχε από καιρό στεριώσει στη συνείδηση τους. Στα κατεχόμενα εδάφη βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά τα διαβόητα τάγματα Μ (ειδικές μονάδες του φασιστικού ιταλικού στρατού), που αποτελούνταν από μελανοχίτωνες και αποβράσματα της κοινωνίας και φασίστες αξιωματικούς που ντρόπιαζαν την τιμή του στρατού με το να παίρνουν μέρος σε απανθρωπιές και εγκλήματα των Γερμανών φασιστών ή με το να τάσσονται αλληλέγγυοι μαζί τους. Αντίθετα, οι απλοί στρατιώτες και οι τίμιοι αξιωματικοί που έρχονταν σε επαφή με λαούς που από χρόνια αγωνίζονταν ένοπλα για τη λευτεριά κι ανεξαρτησία της χώρας τους ένοιωθαν - έστω κι αν ακόμα όχι τόσο καθαρά - ότι ο αγώνας αυτών των λαών ήταν αγώνας ενάντια στην αδικία και την καταπίεση κι ότι αδικία και καταπίεση ήταν το ίδιο με το φασισμό.

Οι κάτοικοι των κατεχόμενων χωρών από την πλευρά τους έβλεπαν ότι η συμπεριφορά των δεδηλωμένων φασιστών, των λεγεωνάριων και των ανώτερων αξιωματικών διέφερε πολύ από την ενστικτώδη συμπεριφορά των στρατιωτών, που πολλοί απ' αυτούς είχαν το αίσθημα της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης συμπόνοιας. Οι Ιταλοί φαντάροι, οι Αλπίνι και οι Βερσαλιέροι δεν θα υπάκουαν ποτέ στην διαταγή να κάψουν ένα χωριό ή να σκοτώσουν γυναίκες και παιδιά. Αυτά ήταν δουλειές, που μόνο Γερμανοί και φασίστες μπορούσαν να κάνουν. Εσωτερικά αγανακτισμένοι, οι Ιταλοί στρατιώτες γίνονταν μάρτυρες των γερμανικών βιαιοτήτων, από τις οποίες ως τότε πραγματικά μόνο μια ασθενική, ασαφής ηχώ είχε διεισδύσει ως την Ιταλία. Και οι στρατιώτες αυτοί μπορούσαν να το νοιώσουν χειροπιαστά ότι οι κτηνωδίες αυτές χτυπούσαν πριν απ' όλα τους φτωχούς, τους αγρότες κι εργάτες, ανθρώπους σαν κι αυτούς τους ίδιους, έστω κι ον εκείνοι μιλούσαν μια γλώσσα που δεν την καταλάβαιναν.
Χωρίς να έχουν πάντα σαφή συνείδηση του πράγματος, οι στρατιώτες των κατεχόμενων χωρών συμπαθούσαν από χρόνια κιόλας τους Αντάρτες, αυτούς τους τολμηρούς και τίμιους άνδρες που πολεμούσαν ενάντια στους Γερμανούς, αυτούς ακριβώς τους Γερμανούς που είχαν σκοτώσει τους πατέρες τους και που, όπως άκουσαν να λεν, εγκατέλειπαν στη Ρωσία τα αδέρφια τους στην τύχη τους ή ακόμα έκοβαν από πολλούς Ιταλούς τα χέρια, που στη φυγή τους προσπαθούσαν να πιαστούν στα γερμανικά αυτοκίνητα. Η εξαγγελία της ανακωχής δεν αποτέλεσε έκπληξη για τους φαντάρους, αλλά ήταν μια αποτελεσματική, άμεση αντίδραση που έδωσε μονομιάς έμφαση και συνείδηση στα αίσθήματά τους, που είχαν μείνει πολύ καιρό ασαφή. Στους γενναίους των μεραρχιών «Άκουι», «Βενέτσια», «Ταουρινένζε», «Κούνεο», «Ρεγγίνα», «Μπρένερο», «Πινερόλο», «Φλωρεντία», «Αρέτσο» κι άλλων μονάδων έγινε αμέσως καθαρό ότι ήρθε επιτέλους η στιγμή, για να πάρουν μέρος στον αγώνα των λαών ενάντια στην αδικία και το φασισμό και να μπουν στο πλευρό των ηρώων και διωκομένων.
Έτσι έγινε και οι φαντάροι των μεραρχιών κατοχής σχεδόν παντού ξεσηκώθηκαν με αδάμαστη θέληση ενάντια στους Γερμανούς, δεν είχαν φόβο από την υπερδύναμη των τελευταίων, που η φασιστική προπαγάνδα υμνούσε αδιάκοπα. Συχνά ήταν αυτόπτες μάρτυρες νικηφόρων αιφνιδιασμών των ανταρτών και είχαν διαπιστώσει ότι η γερμανική Βέρμαχτ δεν ήταν αήττητη...
Γι' αυτό και η αλλαγή των φαντάρων που βρίσκονταν στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο σε δυνάμεις αντίστασης έγινε τόσο γοργά, γι' αυτό κι η συμβολή τους στον αντάρτικο αγώνα ήταν πιο θαρραλέα και ή άμεση ανθρώπινη και πολιτική θέση τους υπήρξε πιο αδιάσειστη και πιο σαφής. Σ' αυτές τις φοβερές μέρες, οι φαντάροι που βρίσκονταν στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο με τις μεγαλειώδεις και κάποτε έξοχες πράξεις τους - ξεπερνώντας μόχθο και κούραση, απομόνωση και εγκατάλειψη από μέρους της ανώτατης διοίκησης, και μάλιστα, παίρνοντας όλα αυτά σαν αφορμή για σκληρότερη αντίσταση - τραγούδησαν πρώτοι το ηρωικό τραγούδι της αντάρτικης αντίστασης και του απελευθερωτικού πολέμου. Αυτές οι ηρωικές πράξεις ανήγγειλαν σε φίλους κι εχθρούς ότι η Ιταλία ζούσε ακόμα και θα σηκωνόταν πάλι.''


 Στη σελίδα της Ιταλικής Αντίστασης διαβάζουμε τα εξής για τα γεγονότα στην Κεφαλονιά και την Κέρκυρα:

Hubert Lanz
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, το τμήμα Acqui με δύναμη από 525 αξιωματικούς και 11.500 στρατιώτες που είχε τοποθετηθεί ως φρουρά στα νησιά της Κεφαλονιάς και της Κέρκυρας υπό τον στρατηγό Antonio Gandin, αντιμετώπισε την συνήθη εναλλακτική λύση: είτε να εγκαταλείψει και να παραδοθεί στους Γερμανούς ή να προβάλει ένοπλη αντίσταση, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπολογίζει σε καμία εξωτερική βοήθεια.
Μεταξύ 9 και 11 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκαν εκτενείς διαπραγματεύσεις μεταξύ του Gandin και του γερμανου αντισυνταγματάρχη Barge, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε φέρει περισσότερα στρατεύματα στο νησί.
Στις 11 Σεπτεμβρίου ήρθε το γερμανικό τελεσίγραφο, με την ανακοίνωση της παράδοσης.
Τα ξημερώματα στις 13 Σεπτεμβρίου το ιταλικό πυροβολικό άνοιξε πυρ σε δύο μεγάλες πλωτές αποβάθρες όπου αποβιβάζονταν Γερμανοί. Ο Barge απάντησε με ένα άλλο τελεσίγραφο, το οποίο περιείχε την υπόσχεση περί της επιστροφής στην πατρίδα των Ιταλών στρατιωτών, αν παραδίδονταν. Ο Gandin ζήτησε από τους άνδρες του να αποφανθεί για τρεις εναλλακτικές λύσεις, που είχαν: τη συμμαχία με τους Γερμανούς, την αντίσταση, ή την παράδοση των όπλων στον ΕΛΑΣ. Μέσα από ένα δημοψήφισμα στρατιώτες ομόφωνα επέλεξαν να αντισταθούν.
Στις 15ης Σεπτεμβρίου αρχίζει η μάχη που διαρκεί έως τις 22 Σεπτεμβρίου, με δραστικές ρίψεις αεροσκαφών Στούκας και strafed, που βομβάρδιζαν τα ιταλικά στρατεύματα. Οι Ιταλοί αμύνθηκαν με θάρρος, αλλά δεν υπήρχε διαφυγή: Η πόλη του Αργοστολίου καταστράφηκε, 65 αξιωματικοί και 1.250 στρατιώτες έπεσαν στη μάχη.
Η Acqui έπρεπε να παραδοθεί, η γερμανική εκδίκηση ήταν ανελέητη και χωρίς εύλογη δικαιολογία. Η Γερμανική Ανώτατη Διοίκηση επέμεινε ότι "στην Κεφαλονιά, λόγω της προδοσίας της ιταλικής φρουράς, δεν θα πρέπει να φυλακισθεί κανείς με ιταλική ιθαγένεια, αλλά μαζί με τον στρατηγό Gandin και τα αρμόδια στελέχη της θα πρέπει να ''περάσουν από σπαθί΄΄ σπαθί σύμφωνα με τις εντολές του Φύρερ.
Στις 24η Σεπτεμβρίου ο Gandin πυροβολήθηκε στην πλάτη,ενώ σε ένα σχολείο 600 Ιταλοί στρατιώτες με τους αξιωματικούς τους σκοτώθηκαν από πυρκαγιά πολυβόλων, 360 αξιωματικοί σκοτώθηκαν ομαδικά στην αυλή του κόκκινου σπιτιού.

Αυτές ήταν οι διαταγές του στρατηγού Hubert Lanz, υπεύθυνου για τη σφαγή:

''Οι αξιωματικοί που πολέμησαν κατά των γερμανικών μονάδων πρόκειται να πυροβόληθούν με εξαίρεση:
1) φασίστες,
2) υπαλλήλους γερμανικής καταγωγής,
3) τους ιατρικούς συμβούλους,
4) εφημέριους.
5) Να πυροβολιθούν έξω από την πόλη, να μην ανοιχτούν μαζικοί τάφοι, να μην έχουν πρόσβαση οι Γερμανοί με τον άμαχο πληθυσμό.
 6)Καμία εκτέλεση στο νησί, απομάκρυνση και ''φουντάρισμα''  σε διάφορα σημεία της θάλασσας με όλον τον εξοπλισμό

Στο τέλος, 5.000 στρατιώτες σφαγιάστηκαν, 446 αξιωματικοί,ενώ 3000 επιζώντες φορτώθηκαν σε τρία πλοία με προορισμό τα γερμανικά στρατόπεδα, αλλά εξαφανίστηκαν στη θάλασσα καθώς χτυπήθηκαν από νάρκες. Περίπου 9.640 ήταν οι νεκροί της Μεραρχίας Acqui τμήμα που εκμηδενίστηκε με αυτόν τον τρόπο.
Πολλοί από τους επιζώντες της σφαγής κατέφυγαν στα ορεινά του νησιού και συνέχισαν με μόνη δύναμη τη μνήμη των δολοφονημένων συντρόφων τους και, διαμορφώνοντας την ομάδα Banditi della Acqui,ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες αντάρτες και την αγγλική αποστολή έδρασαν ως σαμποτέρ παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες στους Συμμάχους.
Μετά την 8η Σεπτεμβρίου, το νησί της Κέρκυρας, επανδρωμένο με ένα τμήμα της Acqui, έγινε παράδειγμα αντίστασης. Οι άνδρες του συνταγματάρχη Luigi Lusignani (1896-1943) έδωσαν έναν σκληρό αγώνα με τους Γερμανούς σε όλο το νησί της Κέρκυρας και για ημέρες αντιστάθηκαν και συγκρούστηκαν ανοιχτά μαζί τους, στις προσπάθειες που έκαναν για να προσγειωθούν στο νησί.

Το τέλος της φρουράς Κερκύρας ήταν τραγικό. Οι Γερμανοί δεν ήθελαν κρατούμενους και έτσι είκοσι αξιωματικοί και 600 υπαξιωματικοί και στρατιώτες, σκοτώθηκαν αργότερα δια πυροβολισμού.

Αlba.Φθινόπωρο 1940.Η Μεραρχία Acqui παρελαύνει πριν την αναχώρηση για την Αλβανία.
Aρχείο Amos Pampaloni


Η μαρτυρία του Amos Pampaloni**

'' Στις 12 Σεπτεμβρίου, οι Γερμανοί επιτέθηκαν και πήραν το Ληξούρι. Στις 20 Σεπτεμβρίου παίρνω διαταγή να μετακινήσω την πυροβολαρχία μου έως τα Διληνάτα. Το πρωί της 21ης, ενώ κοιτάζω με τα κιάλια μου, φτάνει ένας στρατιώτης φωνάζοντας: Λοχαγέ, οι Γερμανοί, οι Γερμανοί!. Προσπαθούμε μάταια να τους αναχαιτίσουμε. Ανταπαντούν με μικρούς όλμους προκαλώντας νεκρούς και τραυματίες. Δεν ξέρω ότι έχουν ήδη σκοτώσει αιχμάλωτους. Παραδίδομαι. Δεν είναι Γερμανοί. Είναι Αυστριακοί της μεραρχίας Εντελβάις.
Μιλούν τα ιταλικά καλύτερα από μένα. Το πρώτο που κάνουν είναι να μας πάρουν τα ρολόγια, τις αλυσιδίτσες, τα δαχτυλίδια και τα πορτοφόλια. Διαμαρτύρομαι. Ο επικεφαλής τους μου απαντά ότι δεν είμαστε αιχμάλωτοι, αλλά άτακτοι. Προδότες. Και μου γνέφει να προχωρήσω. Δεν προλαβαίνω να κάνω ένα βήμα και με πυροβολεί στον αυχένα. Δεν νιώθω πόνο. Νιώθω σαν να μου δώσανε μια γερή σπρωξιά, όπως όταν φρενάρει ξαφνικά το λεωφορείο και είσαι όρθιος.
Τα γυαλιά μου, αντί να πέσουν, σφίγγονται στερεότερα στη μύτη μου. Πέφτω χάμω δίχως να χάσω τις αισθήσεις μου και χωρίς να καταλαβαίνω τι ακριβώς συμβαίνει. Αν είμαι ζωντανός ή όχι. Ενα πολυβόλο αρχίζει να κελαηδά. Ακούω τις φωνές των δικών μου. Ακούω και μεμονωμένους πυροβολισμούς. Είναι οι χαριστικές βολές. Παραμένω βουβός και ακίνητος. Περνούν μερικά λεπτά και οι Αυστριακοί φεύγουν τραγουδώντας. Χάνω λίγο αίμα, αλλά είμαι καλά. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από τη σπονδυλική στήλη χωρίς να την αγγίξει, δεν πείραξε την καρωτίδα και βγήκε από το λαιμό, χωρίς να πειράξει το σαγόνι. Αν το είχε κάνει, θα με είχαν αποτελειώσει.
Τη νύχτα φτάνω στα Φαρακλάτα. Ζητώ από ένα ζευγάρι γέρων χωρικών να με φιλοξενήσουν. Βγάζω τη στολή και ντύνομαι στα πολιτικά. Το βράδυ της 22ας η γυναίκα δέχεται να με συνοδέψει στο νοσοκομείο. Στο δρόμο συναντάμε μια κοπέλα, τη Μαρίκα Διονυσίου. Δέχεται να αντικαταστήσει τη γριά γυναίκα. Οταν πλησιάζουμε στο Αργοστόλι, αρνιέται να με πάει στο νοσοκομείο και επιμένει ότι στο σπίτι της θα είμαι πιο σίγουρος. Κάνω όπως μου λέει και γλιτώνω για δεύτερη φορά. Το πρωί της 23ης, πράγματι, οι Γερμανοί μπαίνουν στο νοσοκομείο, παίρνουν τους τραυματίες αξιωματικούς και τους τουφεκίζουν.
Αφού σώθηκα από τη σφαγή, επί 14 μήνες πολέμησα με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στα βουνά της Ηπείρου.''


Τμήμα της Μεραρχίας Edelweiss στα νότια της Ουκρανίας τον Ιούλιο του 1941

Αιχμάλωτοι στρατιώτες της Μεραρχίας Acqui

Δικαστήριο Αργοστολίου.Με σταυρό σημειώνονται ο αντάρτης του ΕΛΑΣ Αστραπόγιαννος
και ο Ιταλός αντιφασίστας, στα δεξιά του Αστραπόγιαννου, Amos Pampaloni






Σημειώσεις

2 Divisione Pinerolo

Η ταξιαρχία "Pinerolo" ιδρύθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1821 με τα 1ο και 2ο συντάγματα, τα οποία από το 1839 έχουν αλλάξει την ονομασία τους σε 13º και 14º. Αρχικά η ταξιαρχία από το 1815, ήταν γνωστή με την επωνυμία "Saluzzo" και αποτελείτο από δύο τάγματα, ένα εκ των οποίων ήταν ο κληρονόμος του συντάγματος «Savoy» σώμα του 1672. Διαλυμένη όπως όλες οι άλλες ταξιαρχίες το 1871, η "Pinerolo" ξαναχτίστηκε το 1881 με όλα τα συντάγματα καθώς και τα 13º και 14º.Το 1939, μαζί με τα 13ο και 14ο συντάγματα πεζικού και πυροβολικού του 18ου, αποτέλεσε τη 24η Πεζικού Divisione "Pinerolo", στη συνέχεια διαλύθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1943. Ανασυστάθηκε στο Μπάρι στις 15 Απριλίου του 1952 ως Μεραρχία Πεζικού ''Pinerolo'', με συμμετοχή του 9ου και 13ου συνταγμάτων πεζικού και του 14ου σώματος πυροβολικού. Την 1η Σεπτεμβρίου 1962 μετονομάστηκε σε''Ταξιαρχία Πεζικού Pinerolo", ''Brigata fanteria "Pinerolo" υπό το 9ο Σύνταγμα Πεζικού "Μπάρι. Ανασυστάθηκε στο Μπάρι 15 του Απρίλη του 1952 ως Μεραρχία Πεζικού ''Pinerolo'' και την αποτελούσαν  μέρος του 9ου και 13ου συνταγμάτων πεζικού και πυροβολικού του 14ου σώματος. Την 1η Σεπτεμβρίου 1962 μετονομάστηκε Ταξιαρχίας Πεζικού ''Pinerolo" του 9ου Συντάγματος Πεζικού "Μπάρι. Με την αναδιοργάνωση του Στρατού, από την 1η Νοεμβρίου 1975 το όνομα της ταξιαρχίας έγινε Ταξιαρχία Μηχανοκίνητων "Pinerolo'' και συμπεριέλαβε  τα τάγματα  9ο τάγμα πεζικού ''Μπάρι'', 13º "Valbella" και 231º "Avelino", το 67ο Τάγμα Πυροβολικού "Fagarè", το 60ό Τεθωρακισμένων  "MO Locatelli", το 47ο Τάγμα Πυροβολικού  "Gargano" και το Τάγμα Εφοδιασμού της"Pinerolo".


** Ποια σχέση έχει με την ιστορική Αλήθεια το Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι;
Ποιος ο στόχος του συγγραφέα


Δεν έχουμε ούτε χρειαζόμαστε ομολογία ή εκμυστήρευση του συγγραφέα Louis de Bernier, αλλά έχουμε το έργο του μεταφρασμένο (από την Μαρία Αγγελίδου, για τις εκδόσεις «Ψυχογιός»). Πρόκειται φαινομενικά για μυθιστόρημα. Και θα περίμενε κανείς να προχωρήσουμε σε λογοτεχνική κριτική. Αλλά ο συγγραφέας έχει συνδέσει τους πρωταγωνιστές του έργου του με πολύ συγκεκριμένα γεγονότα ιστορικά (της Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων στη διάρκεια της Κατοχής 1941-44) και έχει ανελέητα παραμορφώσει την ιστορική εικόνα εκείνης της εποχής, ώστε να παραδίνει στους αναγνώστες ενός μυθιστορήματος παραμορφωμένο ένα σημαντικό κεφάλαιο της Ελληνικής Ιστορίας. Αυτή η πτυχή του έργου του εκφεύγει από τα πλαίσια της λογοτεχνίας και προκαλεί την ιστορική συνείδηση του Έλληνα αναγνώστη. Γι’ αυτό γράφουμε τούτη την κριτική, κριτική για ιστορική ανακρίβεια, αναλήθεια, έως διαβολή εις βάρος του λαού της Κεφαλονιάς και γενικότερα του Αντιστασιακού Κινήματος των Ελλήνων. Συγκεκριμένα:

α΄. Υπόθεση του έργου και πλοκή: Ένας Ιταλός αξιωματικός από το αλβανικό μέτωπο (1940-41) προωθείται μετά την κατάρρευση του μετώπου, με τις ιταλικές δυνάμεις Κατοχής, στην Κεφαλονιά. Βρίσκει στέγη –με το δικαίωμα του Κατακτητή- στο σπίτι ενός «πρακτικού» γιατρού έξω από το Αργοστόλι. Η κόρη του γιατρού μετακομίζει στην κουζίνα, αφού το δωμάτιό της «παραχωρήθηκε» στον κατακτητή. Από τότε και ύστερα, ως το 1944 παρακολουθούμε σκηνές, περιγραφές, αφηγήσεις, «βαθυστόχαστες» αναλύσεις, όπως οι παρακάτω:
β΄. Ο «πρακτικός» γιατρός θεραπεύει τη βαρηκοΐα ενός γείτονά του αφαιρώντας - με ένα αγκίστρι και σφυράκι- ένα ρεβίθι που είχε σφηνωθεί από χρόνια μπροστά από το τύμπανο του αυτιού του γείτονα και δυσκόλευε την ακοή του. Αυτές τις ιατρικές υπηρεσίες είχε (κατά το Bernier) το νησί, που από πολλές δεκαετίες νωρίτερα ενίσχυε τον ιατρικό κόσμο με Μαρίνο Γερουλάνο, με Αλιβιζάτους, με Πυλαρινούς και πολυάριθμους άλλους (σελ.14-15).
γ΄. Η κόρη του γιατρού, η Πελαγία, νέα ευφυής και ευκίνητη, σε ηλικία έρωτα και γάμου, βοηθάει πρόθυμα τον πατέρα της και είναι ευγενική με τους πελάτες του. Είναι και αρραβωνιασμένη ανεπίσημα με τον Μαντρά, νεαρό ψαρά, λεβεντόκορμο, εντελώς αγράμματο και υποτακτικό στις οδηγίες της μάνας του και της Πελαγίας. Αυτός κάποια στιγμή αποφασίζει να προσχωρήσει στην Αντίσταση και φεύγει για τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, όπου και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ.
δ΄. Από τη σταδιοδρομία του Μαντρά στον ΕΛΑΣ ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα επεισόδιο: ευλαβική, μυσταγωγική παρακολούθηση ενός μαθήματος «Καθοδήγησης» (σελ.322-327). Ολόκληρο το κεφάλαιο 36, που έχει αυτό τον τίτλο, μπορεί να θεωρηθεί προσπάθεια του κ. Bernier, να γελοιοποιήσει την αριστερή ιδεολογία και την Ελληνική Εθνική Αντίσταση. Μεταφέρω μερικά στοιχεία ανακρίβειας:
Ο διαφωτιστής έχει για ευαγγέλιό του ένα μόνο έντυπο: το «Τι να κάνουμε» (του Λένιν), το οποίο είναι άσχετο βέβαια με τα προβλήματα –ιδεολογικά και πρακτικά- της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης.
Οι ακροατές όλοι χασμουριούνται (πλην του Μαντρά) και σχολιάζουν αρνητικά τη διαφώτιση. Όμως αυτοί οι ακροατές ήταν όλοι τότε εθελοντές.
Δυσφορούν για την αντιαγγλική τοποθέτηση του καθοδηγητή. Και προσθέτει ο συγγραφέας: «Να σκεφτεί κανείς ότι η Αγγλία ήταν η μόνη χώρα που…είχε βοηθήσει (τους Έλληνες αντάρτες) από τότε που άρχισαν να πολεμούν». Τι αθώα και ιστορικά «βεβαιωμένη» τοποθέτηση κάνει ο κ. Bernier ! Σαν να μην υπηρετούσε η Αγγλία μόνο τα συμφέροντά της (και δικαιολογημένα).
Ακόμη πιο αθώα ψυχογραφεί τον Μαντρά, που παρακολουθεί με κατάνυξη την καθοδήγηση αλλά με κίνητρα καθαρά εγωιστικά: «Κάποια μέρα (φανταζόταν) θα γινόταν κι αυτός διανοούμενος και ούτε ο γιατρός ούτε η Πελαγία θα μπορούσαν να το αρνηθούν, φαντάστηκε τον εαυτό του δάσκαλο …(και ) δήμαρχο στο Ληξούρι» σελ.326).

ε΄. Για τους αντάρτες της Εθνικής Αντίστασης έχει κι άλλα «καλά λόγια» ο συγγραφέας:
Σε διάλογο δυο Ιταλών, λέει ο Κάρλο: Πήρα όλη αυτή τη συνοδεία «για να μη μας κλέψουν τα εκρηκτικά οι αντάρτες». Και απαντά ο Κορέλι: «Ποιοι αντάρτες; εννοείς αυτούς τους κλέφτες που πλιατσικολογούν τα χωριά»; (σελ.362).
Αλλού παρουσιάζει ένα ποιμένα στον Αίνο να αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατάσταση: «τον τελευταίο καιρό είχαν φανερωθεί από το πουθενά κάποιοι άνθρωποι που αποκαλούσαν τον εαυτό τους «αντάρτες» και είχαν προσπαθήσει να του κλέψουν τα γίδια. Είχε ήδη σκοτώσει δυο απ’ αυτούς και είχε αφήσει τα κουφάρια τους να τα φάνε τα όρνια»!! (σελ 383).
Ο ίδιος ποιμένας παρέλαβε Άγγλο αλεξιπτωτιστή (αρχικά τον νόμιζε «άγγελο»!) που έφτασε στο νησί για κατάσκοπος. Και του δίνει οδηγίες, συμβουλές: «Πρόσεχε τους αντάρτες. Είναι κλέφτες…Λένε πως είναι κομμουνιστές, αλλά δεν είναι. Είναι κλέφτες» (σελ 390).

Και να σημειώσουμε πως όλα αυτά τα συναπαντήματα με το αντάρτικο δεν έχουν σχέση οργανική με τη δράση του υποτιθέμενου μυθιστορήματος, δεν προάγουν την εξέλιξη του μύθου, το ειδύλλιο της Πελαγίας με το λοχαγό Κορέλι. Εκφράζουν μόνο τη διάθεση του συγγραφέα να παρεκκλίνει για να διασύρει την Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων, με ανακρίβειες ή παρασιωπήσεις, όπως οι ακόλουθες:

στ΄. Όπως είναι γνωστό το Σεπτέμβρη του 1943 κατέρρευσε ο Φασισμός στην Ιταλία. Η Κυβέρνηση Μπαντόλιο συμμάχησε με τους Αγγλοαμερικανούς και οι μονάδες του ιταλικού στρατού που βρίσκονταν στην Ελλάδα διαλύθηκαν. Οι Γερμανοί (και μαζί τους στη Βόρεια Ελλάδα οι Βούλγαροι) άπλωναν τις δικές τους δυνάμεις, όπου αποχωρούσαν οι πρώην «σύμμαχοί» τους. Και ζητούσαν να πάρουν τον οπλισμό τους, για να μην περιέλθει στο ελληνικό Αντάρτικο, στον ΕΛΑΣ. Αλλά στην Κεφαλονιά πολλοί Ιταλοί αντιφασίστες δεν επιθυμούσαν τέτοια ρύθμιση και συγκρούστηκαν με τους Γερμανούς. Στη σύγκρουση εκείνη ένας σημαντικός παράγοντας υπέρ των Γερμανών ήταν ότι διέθεταν αεροπορία, που σφυροκοπούσε τις θέσεις των Ιταλών, οι οποίοι έμειναν εντελώς αβοήθητοι από την Κυβέρνηση Μπαντόλιο και τους «συμμάχους» Αγγλοαμερικανούς, μολονότι είχαν απόλυτα επικρατήσει στην νότια Ιταλία και είχαν πλήρη ενημέρωση για τις εξελίξεις στην Κεφαλονιά. Η αντίσταση των Ιταλών εκεί κατέρρευσε και οι χιλιάδες των αιχμαλώτων, σύμφωνα με Οδηγία του γερμανικού στρατηγείου- «Να μην υπάρξουν αιχμάλωτοι» – εκτελέστηκαν. Πολλοί είχαν διαφύγει νωρίτερα προς το ελληνικό αντάρτικο και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ, όπου και προώθησαν μέρος του οπλισμού τους. Πολλοί άλλοι προστατεύτηκαν από τους ντόπιους, οι οποίοι πρόσφεραν κρησφύγετα και προστασία- συντήρηση με δικό τους κίνδυνο, αφού οι Γερμανοί με λυσσαλέα προσπάθεια τους αναζητούσαν παντού. Αυτούς τους δυο δρόμους σωτηρίας των Ιταλών, δρόμους που άνοιξαν με την ιδεολογία του αντάρτικου και την ανθρωπιά των ντόπιων του νησιού, δεν τους γνωρίζει ο κ. Bernier.

ζ΄. Φροντίζει όμως να επαναφέρει στο νησί τον ταπεινό ψαρά, τον Μαντρά, μεταμορφωμένο σε υπερφίαλο και βίαιο λοχαγό του ΕΛΑΣ, ψυχολογικά έτοιμο για να εγκρίνει και τη σύλληψη του πεθερού του, του καλόκαρδου πρακτικού γιατρού, από τους κομμουνιστές: «Θα είχαν ασφαλώς τους λόγους τους. Το κόμμα δεν κάνει ποτέ λάθος. Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» (σελ.517). Με αυτή την ψυχολογία που απόκτησε στον ΕΛΑΣ μπορεί να επιχειρήσει και το βιασμό της «αρραβωνιαστικιάς» του. Ο κ. Bernier δίνει την ψυχογραφία του αγαθού ψαρά, που είχε μεταμορφωθεί σε βιαστή: «Φαίνεται πως ο βιασμός ήταν κάτι στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Λες κι ήταν μια ενστικτώδης, αντανακλαστική αντίδραση που αποκτήθηκε μετά από τρία χρόνια παντοδυναμίας κι ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς, που τον είχαν μεταμορφώσει, τον είχαν κάνει άλλον άνθρωπο: ξεκίνησε αρπάζοντας με το όπλο την περιουσία των άλλων και στο τέλος έφτασε να αρπάζει τα πάντα. Ήταν πια γι’ αυτόν ένα φυσικό κι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα, θέμα ρουτίνας, κι η βαναυσότητα κι η κτηνωδία που συνόδευαν το βιασμό ήταν γι’ αυτόν στοιχεία πολύ πιο ερεθιστικά από την αδύναμη αναλαμπή της ηδονής με την οποία τελείωνε. Μερικές φορές έφτανε και να σκοτώσει ακόμα τελειώνοντας, για να κρατήσει ένα ισχνό απομεινάρι, ένα ίχνος της ευχαρίστησης που προηγήθηκε. Έπειτα δεν του έμενε παρά μονάχα η κούραση κι ένα κενό που τον έσπρωχνε άγρια στην επανάληψη, ξανά και ξανά» ( σελ. 520).
η΄. Όσο για τον Κορέλι, αυτός ο ευχάριστος άνθρωπος, που δεν αγαπούσε τον πόλεμο, αλλά έκανε το καθήκον του ως διοικητής ιταλικής πυροβολαρχίας και όταν πήγαινε στο σπίτι του γιατρού έπαιζε ευχάριστη μουσική με το μαντολίνο του, κέρδισε τη συμπάθεια της Πελαγίας, που κι εκείνος την αγάπησε πολύ και χωρίς υστεροβουλία.
Την ώρα της τραγωδίας των Ιταλών ήταν ανάμεσα στους «εκτελεσμένους», βαριά τραυματισμένος, αλλά διέφυγε τη χαριστική βολή. Τυχαία ένας ντόπιος τον ανακάλυψε και τον οδήγησε ως τον «πρακτικό γιατρό». Ύστερα από τη δύσκολη ανάρρωσή του, με τη φροντίδα του γιατρού και της Πελαγίας, φυγαδεύτηκε μια νύχτα, με καΐκι, για τη Σικελία. Με φροντίδα βέβαια, του άγγλου κατάσκοπου, που είχε προσγειωθεί στον Αίνο και έμοιαζε σαν «άγγελος» στα μάτια του βοσκού. Ως αυτό το σημείο φτάνει η παραποίηση της ιστορίας από τον κ. Bermier (σελ. 487-494).

θ΄. Ο πραγματικός Κορέλι, ο Amos Pampaloni, πραγματικά τραυματίας τότε στα πλαίσια της πραγματικής τραγωδίας –και της γερμανικής θηριωδίας- σώθηκε πραγματικά από τους ντόπιους, του εφεδρικού και μάχιμου Αντάρτικου, με τους οποίους είχε και προηγούμενη συνεργασία, καθότι ήταν συνειδητός αντιφασίστας και είχε διαφωνήσει με το διοικητή του στο ζήτημα των διαπραγματεύσεων (για παράδοση όπλων) με τους Γερμανούς. Πρωτοστάτησε στη σύγκρουση μαζί τους. Και όταν σώθηκε προσχώρησε ανοιχτά στο ελληνικό Αντάρτικο, όπως και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του. Και επισκέφτηκε πρόσφατα την Κεφαλονιά, για να συναντήσει παλιούς συναγωνιστές και να θυμηθούν και να αφηγηθούν την αληθινή ιστορία εκείνης της περιόδου (1943-44). Και είχα και εγώ την ευκαιρία:  Φ. Κ. Βώρος

Πηγές

Σελίδες από τις οποίες μεταφράστηκαν αποσπάσματα:

- Storia e Memoria di Bologna,Divisione Acqui
- Hermann Frank Meyer, Il massacro di Cefalonia e gli altri crimini di guerra della Prima divisione da montagna tedesca, Prefazione di Giorgio Rochat (traduzione di Enzo Morandi, a cura di Manfred H. Teupen), Gaspari, Udine, pagg. 496
- Paolo Paoletti Cefalonia “Sangue Intorno alla casetta Rossa” La fucilazione degli Ufficiali della Divisione Acqui 24-25 settembre 1943
- La storia siamo noi, RAI.it
- Wladimiro Settimelli, Gli eroi di Cefalonia
-  In memoria di un eroismo esemplare da parte degli italiani
- albumwar2,A team of MG-34 of “Edelweiss” division
- Luigi Longo , Un Popolo alla Macchia
- Carlo Palumbo, Storia fotografica della Divisione Acqui
-  La Resistenza dei militari a Cefalonia e Corfù, Partigiani d' Italia, 25 Dicembre 2010
 - La Divisione Pinerolo, Partigiani d' Italia, 25 Dicembre 2010
- Fondazione Europea Cefalonia-Corfù 1941/1944

Δείτε:

- Φ. Κ. Βώρος, Ποια σχέση έχει με την ιστορική Αλήθεια το Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι; Ποιος ο στόχος του συγγραφέα
- Βαγγέλης Σακκάτος, Μεραρχία Άκουι:71 χρόνια μετά τη σφαγή των Ιταλών στην Κεφαλονιά
Ρεπορταζ χωρίς σύνορα
- Βαγγέλης Σακκάτος, Μεραρχία Άκουι: Η σφαγή των Ιταλών στην Κεφαλονιά. Η αντίσταση"
- Αιματοβαμμένο εντελβάις, Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Ορεινό Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944», Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, μετάφραση Γιάννης Μυλωνόπουλος, Εκδόσεις Εστία
- Το βιολί του συγγραφέα Μπερνιέρ, Μαρίλη Μαργωμένου, Το Βήμα 2000
- Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας στο Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, Δώρα Μόσχου, Ριζοσπάστης 2003

A.B
HISTORIA
28/10/2015


 Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν την πηγγή σεβόμενοι την προσωπική εργασία και τον κόπο που απαιτείται. Να μην παραλείπονται επίσης οι πηγές και η σχετική ββλιογραφία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου