Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 3

Τα παιδιά - Οι θυσίες - Οι επιχειρήσεις βιασμών και πνιγμών

Σε αντίθεση με πολλά άλλα παραδείγματα γενοκτονίας του 20ου αιώνα, η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν είναι ένα φαινόμενο sui generis, αλλά μάλλον το αποκορύφωμα μιας ιστορικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, προηγήθηκαν, δεκαετίες πριν, αρκετές περιοδικές σφαγές που κράτησαν τους δράστες προστατευμένους από ποινική δίωξη και μια τελική εκδικητική
δικαιοσύνη. Φοβούμενοι και προβλέποντας την οργή των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι δράστες αυτών των δολοφονιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του 1894-1896, ενήργησαν με κάποια αυτοσυγκράτηση, ώστε κάποιες γυναίκες και παιδιά να γλιτώσουν. Αντί να πάρουν έναν χαρακτήρα ολοκληρωτικής εξολόθρευσης, αυτές οι σφαγές, και οι καταστροφές σε μεγάλη κλίμακα, που
ακολούθησαν, κατέληξαν ωστόσο, να επιτύχουν το στόχο τους, να  ακρωτηριάσουν το αρμενικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το γεγονός ότι το 1915, όταν η γενοκτονία ξεκινούσε, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αυτός ο ίδιος πληθυσμός είχε σημαντικά ανακάμψει και είχε γίνει μια βιώσιμη και οργανωμένη κοινότητα, που εξελισσόταν, αυξανόταν σε αριθμό και που προκαλούσε ανησυχία στους ηγέτες των Νεοτούρκων, οι οποίοι σκέφτηκαν άμεσα μία γενοκτονία.

Το σύνθημα της επιχείρησης ήταν: «Αυτή τη φορά θα τελειώσουμε τη δουλειά", δηλαδή καμία
κατηγορία των Αρμενίων δεν θα ξεφύγει από την καταστροφή. Η ατιμωρησία, που εξασφαλιζόταν για τους δράστες των σφαγών, ήταν αρκετή, για να τους ρίξει στην επιχείρηση της μαζικής σφαγής χωρίς καμία διάκριση. Έτσι, οι γενοκτόνοι αποφάσισαν να καταφύγουν σε αιμοδιψείς δολοφόνους, που αποτέλεσαν τα  μέσα της σφαγής. Χιλιάδες παραβάτες και εγκληματίες επιλέχθηκαν και απελευθερώθηκαν από διάφορες φυλακές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Αυτοί ηταν οι εκτελεστές του σχεδίου και δεν αντιμετώπισαν με καμία συμπόνια ή οίκτο ούτε τις γυναίκες, ούτε τα παιδιά ή τα άτομα με αναπηρία. Η ποικιλία των αγρίων και σαδιστικών μεθόδων, με τις οποίες σφαγιάστηκαν χιλιάδες παιδιά των Αρμενίων, αντικατοπτρίζει την  αποτελεσματικότητα της διοικητικής διαχείρισης. Όπως μαρτυρεί ένας Τούρκος αξιωματικός μετά τον πόλεμο: «Τα χειρότερα εγκλήματα εναντίον των Αρμενίων διαπράχθηκαν από αυτούς τους εγκληματίες.»



Τα παιδιά θύματα της Γενοκτονίας


Υπάρχει μια άλλη πτυχή στη Γενοκτονία, αυτής της μεταχείρισης των παιδιών, που πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά. Σε αντίθεση με τους Ναζί, για παράδειγμα, οι Οθωμανοί Τούρκοι εκτίμησαν πολύ την αξία του γενετικού υλικού, που ενσάρκωναν οι αρμενοπαίδες και  θεωρήθηκαν ως ανεκτίμητη πηγή, όσον αφορά τον εμπλουτισμό της επικρατούσας τάσης του τουρκικού έθνους. Κατά συνέπεια, κάθε φορά που αυτό ήταν δυνατό, μουσουλμάνοι Τούρκοι και ορφανοτροφεία που διοικούνταν από τους Τούρκους διορισμένους από την κυβέρνηση, ενθαρρύνθηκαν να συλλέξουν  πληθώρα  Αρμενίων ορφανών, και κυρίως τα αγόρια, και να τα μεγαλώσουν ως Τούρκους μετά από κάποιες συμβολικές τελετουργίες ένταξης στο Ισλάμ, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών περιτομών και αλλαγής ονομάτων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεγονότων πρέπει να εξεταστεί ως ξεχωριστή κατηγορία και η γενοκτονική μοίρα των Αρμενοπαίδων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.


Καθώς ο όρος γενοκτονία αναφέρεται στη συστηματική εξόντωση του πληθυσμού ενός έθνους, στα θύματα αυτού του κακουργήματος περιλαμβάνονται πάντα τα παιδιά,τα οποία αποτελούν μέρος του πληθυσμού. Η μελέτη της Γενοκτονίας των Αρμενίων επιτρέπει τον εντοπισμό και την εξέταση μιας ξεχωριστής κατηγορίας, αυτής των παιδιών, καθώς διάφοροι παράγοντες έπαιξαν ρόλο σε αυτή την περίπτωση,  κυρίως όμως η ιδεολογία  των γενοκτόνων, το ιστορικό υπόβαθρο της τουρκο- αρμενικής σύγκρουσης και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μαζική δολοφονία.



Η ποικιλία των μεθόδων εκκαθάρισης παιδιών

Ένα σημαντικό τμήμα των Αρμενοπαίδων, και άλλα δύο μεγάλα τμήματα του αρμενικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας, δηλαδή οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι, έχασαν τη ζωή τους λόγω της μεγάλης ταλαιπωρίας που προκλήθηκε από τις οδυνηρές και εξαντλητικές πορείες, κατά τη διάρκεια των ατελείωτων φάσεων της μετατόπισης και απέλασης στις ερήμους της Μεσοποταμίας, στη σημερινή Συρία. Τα βήματα αυτά σχεδιάστηκαν για να επιδεινώσουν και να παρατείνουν σκόπιμα τον πόνο, για παράδειγμα, πορείες με απαγόρευση τροφής και νερού, με κατατρομοκράτηση, βιαιοπραγίες και κακομεταχείριση των κρατουμένων που είχαν ήδη αποδυναμωθεί στις εξαντλητικές πορείες. Το σκληρό κλίμα, η κούραση, η πείνα, οι ασθένειες και οι επιδημίες επιδείνωσαν τον πόνο των θυμάτων, σε συνδιασμό με το θανατηφόρο επίπεδο εξάντλησης. Σημειώνουμε σε αυτό το πλαίσιο την απουσία υγιών ανδρών από αυτές τις ατελείωτες ουρές πορείας, καθώς είχαν σχεδόν όλοι υποχρεωθεί σε εγγραφή κατά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και στη συνέχεια και σταδιακά είχαν αφανιστεί με διαφορετικούς τρόπους.
Ένα άλλο σημαντικό σύνολο Αρμενοπαίδων, έπεσαν θύματα μιας εκτεταμένης σειράς επεισοδιακών σφαγών που διοργανώνονταν σε όλη την Αυτοκρατορία, σφαγές, οι οποίες ήσαν επίσης απαράμιλλης αγριότητας με τις υπόλοιπες. Όπως σημειώνεται από τον τότε πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών, Henry Morgenthau, για να εξοικονομήσουν μπαρουτόσκονη και φυσίγγια, οι Μουσουλμάνοι αγρότες στην ύπαιθρο, που ενεργούσαν ως ομάδες υποστήριξης των εγκληματικών συμμοριών, οι οποίοι είχαν προσληφθεί για το σκοπό της σφαγής, χρησιμοποιούσαν αγκαθωτά ρόπαλα, σφυριά, τσεκούρια, δρεπάνια, φτυάρια και πριόνια. Με τέτοια εργαλεία [...] προκάλεσαν φρικτό θάνατο πιο πολύ από τα τουφέκια και τα πιστόλια [...] »(2) Η τεράστια συλλογή μαρτυριών από αυτόπτες μάρτυρες για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, από το διάσημο Άγγλο ιστορικός Arnold Toynbee, αφθονεί σε λεπτομέρειες σε αυτού του είδους τις φρικαλεότητες

 Αξιόπιστα στοιχεία δείχνουν ότι, στη συνολική οργάνωση, η μέθοδος άμεσης σφαγής εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στις επιχειρήσεις που αφορούσαν τον ανδρικό πληθυσμό των έξι επαρχιών της Ανατολίας. Οι επαρχίες αυτές ήταν εκείνες της Σίβας, Ντιγιαρμπακίρ, Χαρπουτ, Ερζερούμ, Μπιτλίς και Βαν, στις οποίες προστέθηκε και η Τραπεζούντα. Όλες αυτές οι επαρχίες, θεωρούμενες δυνητικά ως ευαίσθητες περιοχές ή μήλα της έριδος στην επίμονη τουρκο-αρμενικής σύγκρουση, ήταν υπό την δικαιοδοσία του Γενικού Αρχηγείου του 3ου οθωμανικού στρατού, του οποίου η έδρα ήταν στο Ερζερούμ. Οι ανελέητη εκκαθάριση των υγιών ανδρών των επαρχιών αυτών κατά περίπου 90%, διεξήχθη αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1915 από τον στρατηγό Μαχμούντ Kamil, διοικητή της3ης στρατιάς. Το υπόλοιπο του πληθυσμού θα έπρεπε να εξοντοθεί έμμεσα, δηλαδή μέσω εξαντλητικών και ατέλειωτων πορειών απέλασης.  Ωστόσο, εξ αιτίας της αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι ιδιοτροπίες των αντίστοιχων τοπικών διοργανωτών, υπεύθύνων για τις σφαγές,οι διαδικασίες εξόνωσης, δεν ήταν ούτε ομοιόμορφες ούτε τακτικές, εφ όσον η διαφοροποίηση μεταξύ άμεσης σφαγής και απελάσεων συμβαίνει.
 Η πλειονότητα του αρμενικού πληθυσμού της επαρχίας Μπιτλίς, για παράδειγμα, η οποία αποτελούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από γέροντες, γυναίκες και παιδιά, καταστράφηκε εντός των συνόρων της επαρχίας,δηλαδή δεν πραγματοποιήθηκε απέλαση να το πω έτσι. Εκτός από την πόλη του Βαν, το υπόλοιπο του αρμενικού πληθυσμού της επαρχίας Βαν, η οποία, με την επαρχία Μπιτλίς, περιείχε το λίκνο του αρμενικού έθνους, εξοντώθηκε και το ίδιο μέσα από μια σειρά τοπικών σφαγών. Στις επαρχίες της Σίβας, Χαρπουτ, Τραπεζούντας, Ερζερούμ και στο Ντιγιαρμπακίρ, καθώς και στα ανεξάρτητα sandjaks της Urfa και Marash η γενοκτονία εφαρμόστηκε εν μέρει μέσω απελάσεων και εν μέρει μέσω σφαγών.
Σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις, τα παιδιά εμφανίζονται  στον στοχευμένο γενικό πληθυσμό υπό την άποψη μιας ολοκληρωτικής καταστροφής. Σε πολλές περιπτώσεις, υπόκειντο σε ξεχωριστές και διαφοροποιημένες μορφές σφαγής. Τέτοια ήταν η περίπτωση, όποτε τα παιδιά αποτελούσαν μια διαφορετική και ξεχωριστή ομάδα. Στην επαρχία της Τραπεζούντας, για παράδειγμα, χιλιάδες παιδιά είχαν τη δυνατότητα να μείνουν πίσω, ενώ οι ενήλικες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους τους οδηγούμενοι σε πορείες απέλασης. Στις ερήμους της Μεσοποταμίας, ειδικά στην περιοχή του Ντέιρ Ζορ, χιλιάδες αδυνατισμένα παιδιά, που είχαν επιζήσει στις πορείες απέλασης, όμοια με σκελετούς, αποτέλεσαν εξ ίσου στόχο ξεχωριστής κατηγορίας. Στο Erzincan [Erzindjan] στην επαρχία Ερζερούμ, εκατοντάδες εγκαταλελειμένων παιδιών αποτελούσαν ομοίως ένα συγκεκριμένο στόχο.

 Αυτό που ακολουθεί στη συνέχεια, είναι μια επισκόπηση των τριών κύριων μεθόδων θανάτωσης που χρησιμοποιήθηκαν, δηλαδή επιχειρήσεις πνιγμών, θυσίες στην πυρά και μαζικοί βιασμοί, μέσω των οποίων χιλιάδες παιδιά Αρμενίων γνώρισαν το δικό τους είδος γενοκτονίας κατά την περίοδο 1915-1916. Όπως διευκρινίζουν ο υποπρόξενος της Γερμανίας στην Τραπεζούντα και ένα διάταγμα της Τουρκικής κυβέρνησης, αγόρια και κορίτσια ηλικίας κάτω των 13 ετών θεωρήθηκαν ότι ανήκουν στην κατηγορία των παιδιών.




Τραπεζούντα: Ένας πολυεπίπεδος μικρόκοσμος σφαγής παιδιών

Οι επιχειρήσεις πνιγμών και κατά συρροήν βιασμών

Μεγάλη πόλη και λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, η Τραπεζούντα χρησίμευσε ως δοκιμή για τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Σχεδόν κάθε μορφή και κάθε πτυχή αυτού του εγκλήματος σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν με επιτυχία εκεί. Τα στοιχεία που αναφέρονται παρακάτω είναι από μια επικείμενη μελέτη με το Πανεπιστήμιο του Τύπου του Cambridge (5). Όπως σημειώσαμε νωρίτερα, περίπου τρεις χιλιάδες παιδιά έμειναν ορφανά σε διαφορετικά κτίρια στην Τραπεζούντα. Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων του τουρκικού στρατοδικείου, που πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1919, είκοσι Τούρκοι, συμπεριλαμβανομένων ιατρών, αξιωματικών του στρατού, κυβερνητικών αξιωματούχων και επιχειρηματιών, κατέθεσαν ο καθένας ενόρκως προφορικώς και εγγράφως για τις μέθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάθεση αυτών των παιδιών (6). Τούρκοι γιατροί, όπως ο Ziya Fouad, Επιθεωρητής Υπηρεσιών Υγείας, και ο γιατρό  Adnan, διευθυντής των υπηρεσιών υγείας στην πόλη, δήλωσαν ενόρκως, βάσει στοιχείων, που συγκεντρώθηκαν από τις τοπικούς Τούρκους γιατρούς ότι ο γιατρός Ali Saib, διευθυντής της Δημόσιας Υγείας για την επαρχία της Τραπεζούντας, δηλητηρίαζε συστηματικά παιδιά Αρμενίων που είχαν οδηγηθεί στο νοσοκομείο '' Ερυθρά Ημισέληνος'' στην πόλη και είχε διατάξει να πνίξουν στη Μαύρη Θάλασσα όσα είχαν αρνηθεί να λάβουν «φάρμακό» του.
Μια άλλη μέθοδος του Ali Saib, που εφαρμόστηκε σε ένα σπίτι γεμάτο από παιδιά των Αρμενίων, ήταν το «ατμόλουτρο». Μέσω της εγκατάστασης του συστήματος των στρατιωτικών φούρνων, τα παιδιά υποβλήθηκαν σε ασφυκτικά ζεστό ατμό και αμέσως πέθαναν. Ο Πατήρ Λοράν, ηγούμενος των Γάλλων Καπουτσίνων στην Τραπεζούντα, δήλωσε ενόρκως, με τη βοήθεια του διερμηνέα ότι είδε προσωπικά τα πτώματα των νεκρών δηλητηριασμένων παιδιών,να στοιβάζονται σε μεγάλα, βαθιά καλάθια στο πάτωμα του νοσοκομείου, όπως τα σφαγμένα ζώα και στη συνέχεια να ρίχνονται στην κοντινή θάλασσα.
 Αυτό το ίδιο νοσοκομείο ''Ερυθρά Ημισέληνος'' μετατράπηκε σε τόπο αναψυχής, όπου ο γενικός κυβερνήτης της επαρχίας, Cemal Azmi, έκλεισε δεκαπέντε νεαρές Αρμένιες (10η συνεδρίαση του Στατοδικείου, 12 Απριλίου 1919) για να εξυπηρετήσει τα συχνά σεξουαλικά του όργια.Το γεγονός αυτό, οδήγησε τον επιθεωρητή τελωνείων Nedim, να καταγγείλει τον κυβερνήτη (στην 16 ακρόαση του δικαστηρίου) και τον υπολοχαγό Hassan Maruf να αποκαλύψει μία ακόμη ανηλεή πράξη, ότι μετά τη διάπραξη των χειρότερων βιαιοπραγιών, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι που εμπλέκονται, σκότωσαν εν συνεχεία αυτά τα κορίτσια. Σε μια ξεχωριστή μελέτη ένας νεαρός Αρμένιος, ο οποίος ήταν φίλος με τον γιο του κυβερνήτη Azmi στο Βερολίνο, όπου είχε καταφύγει αμέσως μετά τον πόλεμο, για να ξεφύγει από τη δίωξη στην Τουρκία, δίνονται κι άλλα στοιχεία σχετικά με αυτό το επεισόδιο της δολοφονικής ακολασίας. Ο κυβερνήτης, που νόμιζε ότι ο νεαρός Αρμένιος ήταν Τούρκος, αφού είχε υιοθετηθεί, είχε τουρκικό όνομα, Μεχμέτ Αλί, και είχε τουρκική μουσουλμανική ταυτότητα,του διευκρίνισε τα εξής για τα νεαρά κορίτσια: "Ανάμεσα στα ομορφότερα μικρά Αρμενοκόριτσα, ηλικίας 10 έως 13 χρόνων, είχα επιλέξει αρκετές και τις πρόσφερα ως δώρο στον γιο μου, ο οποίος τότε ήταν δεκατεσάρων ετών. Τις άλλες τις πέταξα στη θάλασσα."

Κατά τη διάρκεια των  ακροάσεων, ο Nouri, ο επικεφαλής της αστυνομίας της Τραπεζούντας, παραδέχθηκε ότι μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη αρκετές νεαρές κοπέλες Αρμενίων ως δώρο από τον κυβερνήτη Azmi στους τοπικούς ηγέτες της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου (ΕΕΠ) (9η συνεδρίαση, 10η Απριλίου 1919). Παρόμοιες σεξουαλικές ακολασίες αναφέρθηκαν σε σχέση με τις ενέργειες άλλων αξιωματούχων του κόμματος των Νεοτούρκων, όπως του επιτρόπου της UPC στην Τραπεζούντα, Yenibahceli Nail,ο οποίος, σύμφωνα με τον Πρόξενο των ΗΠΑ στην Τραπεζούντα, Oscar Σ Heizer " κατείχε μια δωδεκάδα από τα πιο όμορφα κορίτσια σε ένα σπίτι στο κέντρο της πόλης »(8). Ο Heinrich Bergfeld, ο Γερμανός πρόξενος στην Τραπεζούντα, δικηγόρος στο επάγγελμα και ένθερμους τουρκόφιλος, στην καταγγελία του για τις σφαγές στην Τραπεζούντα, εφιστά την προσοχή στους «πολλούς βιασμούς με θύματα νεαρά κορίτσια." Στην ετυμηγορία του, που εκδόθηκε στο τέλος όλων αυτών τον συνεδριάσεων στην Τραπεζούντα, το Δικαστήριο υπογραμμίζει το γεγονός των μαζικών βιασμών, τη βία κατά των αβοήθητων θυμάτων και ότι τα κορίτσια οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο, δήθεν από ανθρωπιστική αποστολή.

Κατά την 15η ακρόαση κτά σειρά της δίκης της Τραπεζούντας, ο Hüseyin, ένας έμπορος Τούρκος, εμφανίστηκε ως μάρτυρας και επιβεβαίωσε αυτή την διαδικασία πνιγμού. Στην ετυμηγορία του, το Δικαστήριο παραπέμπει σαφώς σε αυτές τις συλλογικές επιχειρήσεις πνιγμών, με στόχο κυρίως τα "αγόρια και κορίτσια» [zükur ve InAs çocuklarý] με τη βοήθεια της «εγκληματικής υποτροπής» [cerayimi mükerrere]. Στην ομιλία του αναφέρθηκε παραπάνω, ο βουλευτής Χαφίζ Μεχμέτ ανέφερε επίσης ότι ο κυβερνήτης της Τραπεζούντας Τζεμάλ Azmi, θα εφαρμοστεί η ίδια μέθοδος πνιγμό στην υπόλοιπη επαρχία. Η κατανομή αυτή με τη Γενική Κυβερνήτη επιβεβαιώθηκε από τη Γενική Μαχμούτ (Cürüksulu), η οποία, περίπου την ίδια ώρα, είπε σε ομιλία του ο Οθωμανός Γερουσία Τζεμάλ Azmi είχε επιτρεπόμενη μάζα διαδικασίες εξόντωσης για ολόκληρη την επαρχία.

 Ένα από τα πιο φρικιαστικά χαρακτηριστικά των δολοφονιών παιδιών στην επαρχία της Τραπεζούντας ήταν η μέθοδος του μαζικού πνιγμού χρησιμοποιώντας το ποτάμι της Τραπεζούντας, το Degirmendere, αλλά κυρίως τις ακτές του λιμανιού της πόλης στη Μαύρη Θάλασσα. Η πιο συγκινητική μαρτυρία γι αυτές τις επιχειρήσεις πνιγμών ,δόθηκε από τον Τούρκο δικηγόρο της Τραπεζούντας Hafýz Mehmed. Σε ομιλία του στη Βουλή των Αντιπροσώπων του Οθωμανικού Κοινοβουλίου στις 11 Δεκεμβρίου 1919, αποκάλυψε ότι ο ίδιος προσωπικά είδε μια μέρα, γυναίκες και παιδιά Αρμενίων, να φορτώνονται σε βάρκες στο λιμάνι της Ορντού της Τραπεζούντας και έπειτα να πνίγονται στα ανοικτά της θάλασσας.Δήλωσε περαιτέρω ότι οι ντόπιοι διαμαρτυρήθηκαν, λέγοντας: «Ο Θεός θα μας τιμωρήσει για αυτό που κάναμε! "

 Σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο λεπτομερείς εκθέσεις τoy που απέστειλε στην Ουάσιγκτον, ο πρόξενος των ΗΠΑ στην Τραπεζούντα, Oscar Heizer, αναφέρει τα εξής:

"[...] Ένας μεγάλος αριθμός φορτώματος... Οι βάρκες φορτώνονταν από ανθρώπους σε αλλεπάλληλες στιγμές, που είχε ως αποτέλεσμα, τα πτώματα των γυναικών και των παιδιών που ρίχνονταν στη θάλασσα, να ξεβράζονται στην αμμώδη ακτή, κάτω από τα τείχη του ιταλικού μοναστηριού στην Τραπεζούντα, και στη συνέχεια να θάβονται από Έλληνες στην ίδια παραλία όπου ανακαλύφθηκαν. »

Από την πλευρά του, ο Gorrini, ο ιταλός γενικός Πρόξενος στην Τραπεζούντα, σε μια λεπτομερή αναφορά, εφιστά την προσοχή στο εξής γεγονός:

«Τα παιδιά είχαν αρπαχθεί δια της βίας από τις οικογένειές τους... φορτόνωνονταν σε κάποιες από τις εκατοντάδες βάρκες, χωρίς να φορούν παρά ένα πουκάμισο, και στη συνέχεια τουμπάριζαν τη βάρκα και τα έπνιγαν στη Μαύρη Θάλασσα και τον ποταμό Degirmendere. Τέτοιες είναι οι ανεξίτηλες αναμνήσεις μου από την Τραπεζούντα, μνήμες που παραμένουν,  ένα μήνα μετά , να βασανίζουν την ψυχή μου και να με κάνουν σχεδόν τρελό [...] "


Ο Πρόξενος της Αυστρο-Ουγγαρίας, Ernst von Kwiatkowski και ο πρόξενος της Γερμανίας, Heinrich Bergfeld, σύμμαχοι την περίοδο του πολέμου με την Οθωμανική Τουρκία, διδάκτορεςτης Ιστορίας και του Δικαίου αντίστοιχα, αναφέρονταν, μέσω πολυάριθμων κρυπτογραφημένων τηλεγραφημάτων, τα οποία αποστέλλονταν στη Βιέννη και το Βερολίνο, σε αυτές τις «γυναίκες και παιδιά που φορτώνονται σε μικρές βάρκες, οδηγούνταν στην ανοικτή θάλασσα, και έπειτα πνίγονταν."
Ο συνταγματάρχης Stange, Γερμανός υψηλότερης κατάταξης αξιωματικός, του οποίου το σύνταγμα των παράνομων τουρκικών στρατευμάτων για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε στην Τραπεζούντα, επιβεβαίωσε προσωπικά τις επιχειρήσεις αυτές πνιγμών (auf Meer hinausgefahren und dann über Bord geworfen). Μετά την καταγγελία που έκανε σε απόρρητη έκθεσή του προς το γερμανικό Γενικό Επιτελείο, αυτές οι πράξεις "θηριώδους βαρβαρότηας" που διαπράχθηκαν από τον "υπόκοσμο" (Gesindel) στην Τραπεζούντα και από "εγκληματίες" απελευθερωμένους από τη φυλακή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλες αυτές οι επιχειρήσεις είναι πράγματι μέρος ενός γενικότερου σχεδίου της συστηματικής σφαγής "σχεδιασμένο από παλιά" (9).

Απηχώντας εκ πρώτης όψεως τα αποδεικτικά στοιχεία που αντλίθηκαν από τις ακροάσεις του Στρατοδικείου μετά τον πόλεμο, η τουρκική εφημερίδα Hadisat τόνισε την τρισδιάστατη όψη των θηριωδιών που διαπράχθηκαν εναντίον των Αρμενοπαίδων της Τραπεζούντας: ομαδικοί βιασμοί, δηλητηρίασεις και πνιγμοί(10 ).

Άλλες τοποθεσίες πνιγμών και ομαδικών βιασμών

Οι επιχειρήσεις πνιγμών δεν περιορίστηκαν στις θάλασσες ή τα ποτάμια, αλλά επεκτάθηκαν και στις λίμνες. Η έκθεση του προξένου των ΗΠΑ στη Harput, Leslie A. Davis είναι απ' αυτήν την άποψη εύγλωττη. Σε μακρά ανάλυσή του για την γενοκτονία που έλαβε χώρα στην περιοχή δικαιοδοσίας του, την επαρχία Harput, ο ίδιος περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο τα ορφανοτροφεία, όπου είχαν συγκεντρωθεί παιδιά των Αρμενίων μετά την εκκαθάριση των οικογενειών τους, χρησίμευσαν ως στρατόπεδα διαμετακόμισης για την τελική εξόντωση μέσω πνιγμών. Στην ανάλυση αυτή αναφέρεται ότι ο πρόξενος Leslie A. Davis ζήτησε από τον γενικό Κυβερνήτη της επαρχίας Harput, Sabit, την άδεια για να ανοίξει ένα ορφανοτροφείο για τα "εκατοντάδες ορφανά που έφθαναν χωρίς σταματημό από άλλες περιοχές[...].» Με τον ισχυρισμό ότι η κυβέρνηση θα αναλάβει τη φροντίδα τους, ο διοικητής αρνήθηκε να δώσει άδεια. Λίγο μετά, αφού ο Πρόξενος έφυγε από το γραφείο του κυβερνήτη, αυτός διέταξε όλα τα παιδιά και όσες γυναίκες είχαν απομείνει, να φύγουν την επόμενη Τρίτη, δηλαδή, μέσα σε τρεις ημέρες. "Στη συνέχεια, τα παιδιά εξαφανίστηκαν και αναφέρθηκε ότι είχαν ριχχτεί σε μια λίμνη περίπου τριάντα χιλιόμετρα μακριά από Harput, όπου και επνίγηκαν.»

Ο Πρόξενος Davis περιγράφει στη συνέχεια μια τρομακτική σκηνή σφαγείου γύρω από τη λίμνη Goeljuk, "που βρίσκεται περίπου πέντε ώρες» από το π'οστο του στηνHarput.

«..Τέλος, ένας Τούρκος μου είπε με τον πιο εμπιστευτικό τρόπο ότι είδε χιλιάδες πτώματα γύρω από τη λίμνη Goeljuk και προσφέρθηκε να με οδηγήσει στον τόπο όπου βρίσκονταν.» Ο πρόξενος εκτιμά ότι «σε διάστημα είκοσι τεσσάρων ωρών βρήκαμε τα απομεινάρια τουλάχιστον δέκα χιλιάδων Αρμενίων, που σφαγιάστηκαν γύρω από τη λίμνη Goeljuk. Αυτό είναι, φυσικά, είναι κατά προσέγγιση [...] Αλλά είμαι σίγουρος ότι ήταν περισσότεροι, όχι λιγότεροι ...» Αφού κάνει περιγραφή για τις ανοιχτές πληγές που είχαν προκληθεί από τις ξιφολόγχες και τους πυροβολισμούς στα γυμνά στην πλειοψηφία τους κορμιά, στην κοιλιά ή στο στήθος, μερικές φορές και στο λαιμό, τα θύματα που μαρτυρούσαν « τα σημάδια βάρβαρου ακρωτηριασμού," ο Πρόξενος Davis δηλώνει: «Αυτό που συνέβη στις όχθες της πανέμορφης λίμνης Goeljuk κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1915 είναι σχεδόν αδιανόητο. Χιλιάδες και χιλιάδες Αρμένιοι, κυρίως γυναίκες και αθώα παιδιά και ανυπεράσπιστοι, σφαγιάστηκαν στις ακτές της και ακρωτηριάστηκαν με βάρβαρο τρόπο.»(11)

Ένα άλλο κέντρο εξόντωσης μέσω πνιγμού, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται ιδιαίτερα τα παιδιά, ήταν τα φαράγγια Kemakh στον Ευφράτη, περίπου 50 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Erzindjan [Erzincan] στην επαρχία Ερζουρούμ. Μεγάλο μέρος του αρμενικού πληθυσμού της επαρχίας αυτής, μεταξύ 20 και 25 000, ειδικά Erzincan, σφαγιάστηκε στο στενό φαράγγι με τη βοήθεια των ατάκτων, με άλλα λόγια, από εγκληματίες υπόδικους, που στρατολογήθηκαν στο 86ο σύνταγμα ιππικού της 29ης Διεύθυνσης του 9ου Σώματος του 3ης οθωμανικής στρατιάς, η έδρα της οποίας ήταν στο Ερζερούμ. Στηριζόμενος σε «μια προξενική έκθεση», ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Morgenthau, αναφέρει ότι, στα φαράγγια του Kemakh, «εκατοντάδες παιδιά σκοτώθηκαν με ξιφολόγχες από τους Τούρκους και ρίχθηκαν στον Ευφράτη [...] »(12)

Ένας αριθμός Αρμενοπαίδων εξοντώθηκε μέσω μαζικών πνιγμών στο χαμηλότερο τμήμα του Ευφράτη,στη Μεσοποταμία, κυρίως στην περιοχή του Deir-es-Zor, που ισοδυναμεί με Άουσβιτς των Αρμενίων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία Αρμενίου επιζώντος, ο αρχηγός της αστυνομίας του Deir-es-Zor, Mustafa Sidki, διάλεξε και μάζεψε στις 10 Αυγούστου του 1916 από τα πιο όμορφα κορίτσια σε μία φάλαγγα των απέλασης. Οδηγήθηκαν σε μια γέφυρα πάνω από τον Ευφράτη, όπου ο αρχηγός της αστυνομίας και των συνεργών του, τις βίασαν. Στη συνέχεια, τα θύματα τα πέταξαν στο ποτάμι για να πνιγούν. Ο ίδιος πάλι  αρχηγός της αστυνομίας διέταξε «στις 24 Οκτωβρίου του 1916, περίπου 2000 Αρμενίων ορφανών να οδηγηθούν στις όχθες του Ευφράτη, δεμένα χειροπόδαρα. Στη συνέχεια πέταχτηκαν στο ποτάμι ανά δύο, προς προφανή ικανοποίηση του αρχηγού της αστυνομίας, ο οποίος πήρε ιδιαίτερη χαρά με το θέαμα του τραγικού πνιγμού »(13).

Όπως έχουμε δει, σε σχέση με θηριωδίες που διαπράχθηκαν στην Τραπεζούντα, ο βιασμός σε όλες τις μορφές του, ήταν μία από τις πιο κοινές επιπτώσεις της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Όπως αναγνώρισε ο Τούρκος αντιστράτηγος Hasan Maruf  στους Βρετανούς οι οποίοι τον είχαν αιχμαλωτίσει, «οι περιπτώσεις βιασμών γυναικών και κοριτσιών δημοσίως είναι πολυάριθμες. Έχουν συστηματικά δολοφονηθεί μετά από επίθεση.»(14) Όπως συνέβη στην Τραπεζούντα, χιλιάδες νεαρά κορίτσια μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από όλη την Ανατολία, για πολλούς σκοπούς κυρίως σεξουαλικούς. Η Αυστριακή Madame Christie που ζούσε στην Ταρσό, κοντά Άδανα, αναφέρει στην εφημερίδα της ότι πολλά κορίτσια αρπάχτηκαν από τα σχολεία της πόλης και δόθηκαν στη διάθεση των αξιωματικών στις τοπικές στρατώνες. «Πάνω από εκατό από αυτά τα κορίτσια μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη με αυτοκίνητα.» "Ένας από αυτά, ηλικίας περίπου 15 χρονών, κατάφερε να ξεφύγει από την μοίρα των άλλων (15).
Στις ερήμους της Μεσοποταμίας, στο τρίγωνο που σχηματίζεται από τους ποταμούς Ευφράτη και Khabur και συνενώνονται στην περιοχή της Deir-es-Zor, ο βιασμός ήταν κανόνας. Σύμφωνα με επιζώντα, για παράδειγμα, ο δήμαρχος της Ras-ul-Ain, Hüseyin Bey, ένας Τσετσένος, καυχήθηκε ότι είχε ο ίδιος βιάσει περίπου επενήντα με ξήντα νέες Αρμένισσεςκαι πως οι δύο γιοί του τον μιμήθηκαν κατά βούληση (16).

Άλλοι τόποι βιασμών μεγάλης κλίμακας, ήταν η χρήση και η κατάχρηση των αρμενικών εκκλησιών ως προσωρινών οίκων ανοχής.Οι νεαρές Αρμένισσες, αφού ομαδοποιήθηκαν τέθηκαν στη διάθεση των αξιωματικών και των Τούρκων στρατιωτών. Όπως αναφέρει ένας Ελβετός φαρμακοποιός στην πόλη Ούρφα, για παράδειγμα, «η μεγάλη αρμενική γρηγοριανή εκκλησία, ένας ιερός τόπος για τους Αρμενίους, μετατράπηκε σε οίκο ανοχής. Αξιωματικοί του στρατού, της χωροφυλακής, αστυνομικοί και Τούρκοι κατοίκοι της πόλης πήγαιναν εκεί για να επιλέξουν κορίτσια για την σεξουαλική τους ικανοποίηση .»  (17)
Ένα παρόμοιο επεισόδιο βεβήλωσης περιγράφεται από τον αρχηγό του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, Nebil Bey. Περίπου 300 κορίτσια, όπως ακριβολογεί, « που ανήκαν στις καλύτερες οικογένειες του Μπιτλίς» συγκεντρώθηκαν στην αρμενική εκκλησία της πόλης, «για να εξυπηρετήσει το στρατό. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί πήγαν στην εκκλησία, η οποία έγινε σύντομα εστία ασθενειών. Κάθε σύνταγμα που διέσχιζε την πόλη με πορεια προς το μέτωπο, άφηνε εκεί τα ίχνη του τόσο καλά, έτσι ώστε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα όλα αυτά τα ατυχή κορίτσια να έχουν μολυνθεί.» Αποτέλεσμα ήταν, ο διοικητής του Μπιτλίς να αποφασίσει την τιμωρία αυτών των κοριτσιών, «γιατί εξάντλησαν τις ζωτικές δυνάμεις του οθωμανικού στρατού και μόλυναν τα παληκάρια της πατρίδας.» Μερικά από αυτά τα κορίτσια υποχρεώθηκαν να πιουν δηλητήριο και άλλα πυροβολήθηκαν επί τόπου. Ο αρχηγός Nebil Bey πρόσθεσε επίσης ότι όλο αυτό έγινε με εντολή του επικεφαλής διοικητή του 3ου Στρατού, στρατηγού Mahmud Kâmil (18). Η άδεια που χορηγήθηκε στον τουρκικό στρατό και στους πολίτες να βιάζουν όπως τους φαινόταν καλύτερο, είχε ως επακόλουθο κάθε νεαρό κορίτσι, να συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στη θνησιμότητα, αποτέλεσμα της υπερβολικής εξάντλησης. Όπως επιβεβαιώνει υπάλληλος του τουρκικού δικαστηρίου στην Ούρφα, "το 95% των στρατιωτών σε μια ομάδα εκατό ατόμων [...] πέθανε από εξάντληση και ασθένεια που οφειλόταν στους υπερβολικούς βιασμούς» (19)


Το μέγεθος των ομοφυλοφιλικών βιασμών

Η κυρίαρχη σεξουαλική άδεια κατά τη διάρκεια της Αρμενικής Γενοκτονίας δεν περιορίστηκε στο βιασμό των νεαρών κοριτσιών. Ένας Ελβετός χημικός,που παρέμεινε στην Urfa κατά τη διάρκεια του πολέμου, και ο οποίος ταξίδευε συχνά στην περιοχή, επιβεβαιώνει ότι η εκτεταμένη ομοφυλοφιλική βία διαπράχθηκε σε συνδυασμό με τις γενοκτονικές σφαγές ακόμη και μέσα σε τουρκικές οικογένειες, οι οποίες είχαν υιοθετήσει παιδιά Αρμενίων. Αναφέρει ακριβώς:  

« Οι Τούρκοι αξιωματικοί ιδίως, επιδίδονταν σε αδιανόητες και ανείπωτες εναλλαγές σεξουαλικών πράξεων στα παιδιά, αλλά δεν μπορεί κανείς να φανταστεί την έκταση των σεξουαλικών εγκλημάτων παρα φύσιν που προκάλεσαν σε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, Αρμενίων αγοριών.Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου είχαν σταματήσει οι σφαγές, οι βιασμοί  νεαρών κοριτσιών και άλλες μορφές σεξουαλικής βίας, ιδιαίτερα στα αγόρια, συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα »(20)

Οι επόμενες δύο αφηγήσεις του Ελβετού φαρμακοποιού απεικονίζουν τις πρακτικές βιασμού,που  αναφέραμε πιο πάνω. Ένα αγόρι Αρμενίων, το οποίο είχε υιοθετηθεί από τουρκική οικογένεια στο Mezreh,στην επαρχία της Harput,σημερινή Elaziğ, καταθέτει εγγράφως τους βιασμούς που διαπράττονταν τακτικά από έναν Τούρκο,εν πλήρη γνώσει της συζύγου του στο σπίτι τους . Ένα άλλο παράδειγμα σχετίζεται με έναν χότζα, δάσκαλο μουσουλμανικού σχολείου, ο οποίος επιδιδόταν σε απόπειρες βιασμού (21).
Η άλλη πρακτική αφορά το βιασμό πριν από τη δολοφονία. Στην επαρχία της Άγκυρας, κοντά στο χωριό του Bash-Ayash , δύο δολοφόνοι βιαστές, ο ποινικός Deli Hasan και ο χωροφύλακας Ibrahim, βίασαν δώδεκα αγόρια, ηλικίας 12 έως 14 χρόνων, τα οποία στη συνέχεια σκότωσαν. Όσα δεν πέθαναν επί τόπου, βασανίστηκαν μέχρι θανάτου, ενώ φώναζαν: «Μαμά! Μαμά! "(22)

Τέλος, να αναφέρουμε ένα άλλο παράδειγμα μαζικής δηλητηρίασης παιδιών, που περιγράφεται παραπάνω σε σχέση με την περίπτωση της Τραπεζούντας. Ένας επιζών από την περιοχή Giresun αναφέρεει πως στην Aghn , περίπου 500 και πλέον ορφανά Αρμενίωνσε σε όλη την επαρχία είχαν δηλητηριαστεί με τη συγκατάθεση του φαρμακοποιού και του ιατρού της περιοχής. Όσον αφορά την εκτέλεση της διαδικασίας του θανάτου, ο Τούρκος γιατρός θα έλεγε: «Οι Αρμένιοι δεν έχουν νεκροταφεία! Είναι ο Ευφράτης που είναι δικό τους! "[Ermenilerin topragý yoktur Onlarýn mesarý Yepraddýr] (23).









Η εξολόθρευση των παιδιών

Η κόλαση των μαζικών θυσιών στην πυρά


Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι διοργανωτές της γενοκτονίας των Αρμενίων  καθορίστηκαν από το να είναι όσο το δυνατόν πιο ριζοσπαστικοί στο πρόγραμμα συστηματικής εξόντωσής τους. Γι αυτούς ήταν δυσάρεστη έκπληξη το να ανακαλύψουν πόσο αναποτελεσματικές υπήρξαν οι τμηματικές σφαγές της εποχής του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ Β', κατά τη διάρκεια των ετών 1894-1896, και καθώς οι Αρμένιοι,δεν είχαν υποστεί μόνιμο πλήγμα, ορθοπόδισαν στην περιοχή σε δύο δεκαετίες ως βιώσιμη και ενεργή κοινότητα. Για να αποφευχθεί ένα παρόμοιο λάθος και να συντελεστεί η προβλεπόμενη γενοκτονία με τον πλέον βέλτιστο όσο και δυνατό τρόπο από την άποψη των αποτελεσμάτων, φαντάστηκαν ένα δραστικό μηχανισμό: Την απελευθέρωση των χιλιάδων εγκληματιών που κρατούνταν στις φυλακές της αυτοκρατορίας. Αυτοί έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο διεστραμμένοι, έτσι ώστε να μην υποκύψουν σε περιστασιακά αισθήματα συμπόνιας για τους ηλικιωμένους, τις γυναίκες και τα παιδιά, και να σκοτώνουν αδιακρίτως και χωρίς έλεος. Ενώθηκαν με χιλιάδες Κούρδους και μετανάστες, που απελάθηκαν από τον Καύκασο, ειδικά  Τσετσένοι από την περιοχή και από την Βαλκανική Χερσόνησο. Όλες αυτές οι ομάδες έτρεφαν μίσος για τους Αρμενίους, κατά των οποίων προέβαλαν την αντιχριστιανική εχθρότητά τους, κληρονομημένη από τη σύγκρουσή τους με την χριστιανική Ρωσία ή τις χριστιανικές εθνότητες της Βαλκανικής χερσονήσου, απ' 'οπου είχαν εκδιωχθεί ή είχαν επιλέξει να εγκαταλείψουν. Η απληστία τους και το δόλωμα του κέρδους, ωστόσο, δεν ήταν λιγότερο άγρια, από την διακαή επιθυμία τους της λαγνείας και της αχαλίνωτης σεξουαλικότητας.

Μέσω της μαζικής θυσίας των Αρμενίων ορφανών εκφραζόταν κυρίως ένας διαβολικός σαδισμός. Έχοντας εξαφανίσει το υπόλοιπο του αρμενικού πληθυσμού, τα λείψανα αυτά αποτελούσαν ενόχληση στους δράστες. Για διάφορους λόγους, θεωρήθηκε πιο οικονομικό να βάλει ένα τέλος στη μιζέρια τους καίγοντάς τα μαζικά. Σε τέσσερις επαρχίες, Ντιγιαρμπακίρ,Χαρπούτ , Μπιτλίς και Χαλέπι, η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε με απαράμιλλη σκληρότητα. Στο Ντιγιαρμπακίρ, για παράδειγμα, ο γιατρός Reshid, ένας ντόπιος Κιρκάσιος του Καυκάσου, και γενικός κυβερνήτης της επαρχίας« πήρε 800 παιδιά και τα κλείδωσε σε ένα κτίριο στο οποίο έβαλαν φωτιά » (24). Το γεγονός ότι τέτοιες φρικαλεότητες δεν περιορίζονταν στο να καίγονται ζωντανά τα θύματα, αποδεικνύεται από το παρακάτω απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός Γάλλου καθολικού ιεραπόστολου, ο οποίος ήταν παρών κατά τη διάρκεια των δολοφονιών, δηλαδή από τον Ιούνιο ως το Δεκέμβριο του 1915:

 "Σε αυτή την επαρχία, ήταν σύνηθες να θάβουν ζωντανά εκατοντάδες παιδιά ηλικίας 7 έως 13 ετών, σε μεγάλους λάκκους και ταυτόχρονα. Μετά το πέρασμα αρκετών ημερών, μπορούσαμε  να δούμε τους κυματισμούς του εδάφους που αντανακλούσαν την αγωνία αυτών των ψυχών, να κινούνται από τα έγκατα της εκατόμβης τους. "(25)

Ένα άλλο παράδειγμα, σύμφωνα με τη διήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα στην Furuncular, περιοχή της επαρχίας Malatya στην Χαρπουτ, χωροφύλακες έκαψαν ζωντανά σε ένα μεγάλο λάκκο, που είχαν ετοιμάσει εκ των προτέρων, μια εκατοντάδα Αρμενοπαίδων, ηλικίας 3 έως 4 ετών. Προαισθανόμενα τον επικείμενο θάνατό τους, τα θύματα άρχισαν να κλαίνε υστερικά και απελπισμένα ενώ τα πετούσαν μέσα στο λάκκο, που βρίσκεται σε ένα μέρος που ονομαζόταν κατά θλιβερή ειρωνεία, η «Παιδικός Κήπος» (ocuklar-Bahçesi).
Η θηριωδία αυτή, ωστόσο, επιτεύχθηκε μέσα σε λίγα λεπτά μόνο(26). Στην επαρχία της Harput, ο νομάρχης Kadri « έκαψε ζωντανά 800 παιδιά από την Palou" τοποθεσία στην επαρχία του Ντιγιαρμπακίρ (27)
Αυτή η μέθοδος του θανάτου διά της πυράς δεν περιορίστηκε ψστόσο μόνο στα παιδιά. Όπως μαρτυρεί ένας Εβραίος αυτόπτης μάρτυρας, εφαρμόστηκε κατά τον ίδιο εποχή και στην ίδια περιοχή της Deir-es-Zor σε πλήθη άλλων Αρμενίων, ως επί το πλείστον σε γυναίκες.Ο μάρτυρας αυτός, ο Eitan Belkind, ήταν αξιωματικός του τουρκικού στρατού και είχε διοριστεί στο προσωπικό της τέταρτης οθωμανικής στρατιάς, η δικαιοδοσία της οποίας περιελάμβανε το Χαλέπι, τις ερήμους της Μεσοποταμίας και ειδικότερα της Deir-es-Zor και υπηρετούσε κοντά στον ποταμό Khabur που διασχίζει τις περιοχές Suvar και Shedadiye.

 « Μετά από ένα ταξίδι τριών ημερών, έφτασα στην καρδιά της Μεσοποταμίας, όπου είδα μια φρικτή τραγωδία [...]. Οι κιρκάσιοι στρατιώτες διέταξαν τους Αρμένιους να μαζέψουν λευκάγκαθα και τριβόλια, και στη συνέχεια να τα κάνουν στοίβα, ώστε να σχηματίσουν μια ψηλή πυραμίδα [...]. Στη συνέχεια, έδεσαν από τους καρπούς όλοι τους Αρμενίους που ήταν εκεί, περίπου 5.000 ψυχές, τους συγκεντρώθηκαν σε έναν κύκλο γύρω από το σωρό των ξερόχορτων και των αγκαθιών, στα οποία έβαλαν φωτιά, δημιουργώντας μια φλόγα που έφτασε ως τον ουρανό ανάμεσα στα ουρλιαχτά εκείνων των άτυχων, που κάηκαν ζωντανοί από τις φλόγες [...]. Δύο ημέρες αργότερα, ήρθα σε αυτό το μέρος και βρήκα τα απανθρακωμένα πτώματα των χιλιάδων ανθρώπινων υπάρξεων.»(29)

 Ένας υψηλόβαθμος Γερμανός αξιωματικός, ο συνταγματάρχης Ludwig Schraudenbach, που διοικούσε τη 14η οθωμανική Μεραρχία η οποία επιχειρούσε κυρίως στη Μεσοποταμία, αφηγείται στα απομνημονεύματά του μια άλλη μέθοδο θυσίας.Συγκεκριμένα αναφέρει: «Παιδιά τοποθετήθηκαν ανάμεσα ξύλινες σανίδες, στις οποίες τα είχαν δέσει, και στη συνέχεια τα έκαψαν ζωντανά.»(30)
Όμως στην επαρχία Μπιτλίς πραγματοποιήθηκαν οι πλέον αποτελεσματικές επιχειρήσεις θυσίας παιδιών. Η μαζική συμμετοχή ορισμένων κουρδικών φυλετικών ομάδων σε αυτές τις πράξεις, προκάλεσε πανωλεθρία στον πληθυσμό των θυμάτων. Αυτή η εξόντωση ξεκίνησε από τον γενικό Κυβερνήτη της επαρχίας, τον Mustafa Abdulhalik (Renda), ο οποίος τύγχανε να είναι κουνιάδος του υπουργού Εσωτερικών, του μελλοντικού Μεγάλου Βεζύρη Μεχμέτ Ταλάτ Πασά, του πρωταρχικού αρχιτέκτονα της γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο Αρμένιος καθολικός επίσκοπος μαρτυρεί:
 
«Αφού συγκέντρωσαν περίπου χίλια μικρά παιδιά, ο γενικός διοικητής Mustafa Abdulhalik τα οδήγησε σε ένα μέρος που ονομάζεται Tashod, όπου τα έκαψε ζωντανά παρουσία επισήμων και πλήθους Τούρκων, ουρλιάζοντας τις λέξεις,« Είναι απαραίτητο να διαγράψεις μια για πάντα το όνομα Αρμένιος σε αυτές τις επαρχίες, για την ασφάλεια της Τουρκίας! Κατόπιν, τα λείψανά τους, και όσοι ήταν ακόμα ζωντανοί, πετάχτηκαν  σε ειδικά σχεδιασμένους λάκους. Τα βογγητά από αυτούς που δεν είχαν καεί εντελώς ακούγονταν για μέρες. »(31)

Δύο Ευρωπαίοι αυτόπτες μάρτυρες αφηγούνται επίσης αυτές τις ωμότητες με θυσία στην πυρά. Η Σουηδή ιεραπόστολος Alma Johansson, επικεφαλής του γερμανικού ορφανοτροφείου στο Μους, δήλωσε ότι τα ορφανά και το προσωπικό του ορφανοτροφείου,«κάηκαν ζωντανά» [lebendig verbrannt]. «Ακούγοντας τις κραυγές των ανθρώπων και των παιδιών που καίγονταν ζωντανοί στα σπίτια τους, ράγιζε η καρδιά μας. Οι στρατιώτες έπαιρναν ιδιαίτερη χαρά να τους ακούν [...] »(32).
Ο Γερμανός γιατρός Η. Stoffels,  μέλος του περσικού εκστρατευτικού σώματος, ανέφερε στον πρόξενο της Αυστρίας στην Τραπεζούντα ότι στο δρόμο του στη Μοσούλη, στην Μους (και στη Σιίρτ, που βρίσκεται στην ίδια επαρχία), «ανακάλυψε σε ένα μεγάλο αριθμό περιοχών που κατοικούνταν απο τους αρχαίους χρόνους από Αρμενίους, μέσα  σε εκκλησίες και σπίτια, τα απανθρακωμένα πτώματα  γυναικών και παιδιώ » [verkohlte verweste Frauen- und und Kinderleichen] (33).

 Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τη μαρτυρία ενός Βενεζουαλέζου ανώτατου αξιωματικού που προσέφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του στον οθωμανικό τουρκικό στρατό κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και είχε υπηρετήσει στις περιοχές του Μπιτλίς, Βαν και Μους ως Γενικός Επιθεωρητής των τουρκικών δυνάμεων στην Αρμενία. Ο ίδιος αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι στο Μους "οι γυναίκες και τα παιδιά οδηγήθηκαν και κάηκαν ζωντανοί [...]» (34).

Άλλη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα, που μπορεί να είναι η πιο καθοριστική για την πραγματική εξόντωση των Αρμενοπαίδων στη Μους, προέρχεται από έναν διοικητή του τουρκικού στρατού, τον διοικτητή Mehmed Vehib. Μετά την εκτέλεση του μεγαλύτερου μέρους της Αρμενικής Γενοκτονίας, διορίστηκε διοικητής της 3ης στρατιάς, τον Φεβρουάριο του 1916. Παρ' ότι ήταν τολμηρός αξιωματικός, ήταν τρομαγμένος όταν συνειδητοποίησε πως εξ αιτίας του, ένα ολόκληρο έθνος είχε σχεδόν εξαφανιστεί από αυτή τη γη. Μια τοπική σφαγή Αρμενίων στρατιωτών, που είχαν υποχρεωθεί να δουλεύουν σε τάγματα καταναγκαστικής εργασίας, τον ώθησε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, να διεξάγει μια έρευνα, να ορίσει  στρατοδικείο και να εκτελέσει δύο γενοκτόνους. Στη λεπτομερή του έκθεση μετά τον πόλεμο, που είχε ετοιμάσει κατόπιν αιτήματος του τουρκικού Στρατοδικείου, δίνει μια γενική εικόνα της φύσης της γενοκτονίας, που έλαβε χώρα στις περιοχές των έξι ανατολικών επαρχίών, που υπόκειντο στην δικαιοδοσία της 3ης Στρατιάς. Στην έκθεση αυτή, ο Vehib μαρτυρεί αυτά που ο ίδιος είδε κατά τη διάρκεια περιοδείας ελέγχου:

 «Οι γυναίκες και τα παιδιά των Αρμενίων κάηκαν ζωντανοί στο χωριό Tchurig, που βρίσκεται 5 χλμ βόρεια από το Μους. » Ανακάλυψε τα απανθρακωμένα λείψανα των θυμάτων και είπε αγανακτισμένος: «Είναι δύσκολο να βρει κανείς στο Ισλάμ κάτι παρόμοιο, με μια τέτοια θηριωδία και με τέτοια βαρβαρότητα.» [Tarihi Islamda Misli örülmemis Zulum ve bir vahset] (35).

 Μια άλλη τουρκική στρατιωτική πηγή, από τις πλέον αξιόπιστες, επιβεβαιώνει ανοιχτά και απερίφραστα  τη ριζική εξαφάνιση, στην οποία οι Αρμένιοι της περιοχής Moush και 98 άλλων αρμενικών χωριώντου κάμπου της Μους υποβλήθηκαν, με το αμφίβολο άλλοθι ότι, δηλαδή, «ένοπλες ομάδες Αρμενίων επιτέθηκαν σε Τούρκους στρατιώτες και στα τουρκικά χωριά.» Η ίδια πηγή αποκαλύπτει επίσης τις επιχειρήσεις θυσίας στην πυρά σε μεγάλη κλίμακα, που πραγματοποιήθηκαν από τον Küçük Kazym, ο οποίος, σύμφωνα με την τουρκική πηγή, «έκαψε όλη την πεδιάδα της Μους και εκμηδένισε τους Αρμένιους» (36).


 Τα στοιχεία που διευκόλυναν τις θηριωδίες με στόχο τα παιδιά

Tο επίπεδο επιτυχίας της γενοκτονίας στηρίχθηκε στο επίπεδο της αναλγησίας, που αγγίζει τα όρια της διαστροφής, με την οποία το έγκλημα σχεδιάστηκε, οργανώθηκε, επιτηρήθηκε και εφαρμόστηκε.Ωστόσο, πιο συχνά από ό, τι νομίζουμε, είναι στο επίπεδο της εφαρμογής όπου η επιτυχία αξιολογείται και αποφασίζεται. Όπως έχουμε δει, πολλοί από τους δράστες της Γενοκτονίας των Αρμενίων είχαν υψηλό κίνητρο από τη συμμετοχή τους. Απογοήτευση, επιθετικότητα εκτοπισμένων, μίσος, απληστία και, σε σημαντικό βαθμό,πολιτιστικό επίπεδο σε μια αρχέγονη βία, αποτελούσαν ένα σύνολο παραγόντων που συνέκλιναν σε μια αταβιστική παρόρμηση για γενοκτονία.
 Μια γρήγορη επισκόπηση του τρόπου λειτουργίας του διοικητή (mutassarif) Salih Zeki,  της Deir-es-Zor και κινητήριου μοχλού της δεύτερης φάσης της Γενοκτονίας των Αρμενίων στις ερήμους της Μεσοποταμίας, κατά την διάρκεια του θέρους του 1916, δίνει μερικές προεπισκοπήσεις για το είδος των κινήτρων. Σε αρκετές περιπτώσεις επέπληξε τους Τσετσενους για  τις αδυναμίες τους από την άποψη της σκληρότητας και της διαστροφής.
Στη Deir-es-Zor, για παράδειγμα, συγκέντρωσε τους Τσετσένους εκτελεστές του και τους έδωσε εντολή να μην επηρεαστούν από οίκτο ή να παρασυρθούν από τη διαφθορά, βοηθώντας έτσι κάποιους Αρμενίους να ξεφύγουν από τη μοίρα τους.Έπειτα έσπευσε ιππεύοντας σε μια κοντινή σκηνή, άρπαξε ένα αρμενοπαίδι δύο ετών, το έφερε στους Τσετσένους και είπε:

«Ακόμα και αυτό το αθώο - αν είναι δυνατόν να θεωρηθεί αθώος Αρμένιος απόγονος, γιατί αυτοί οι πόρνης γιοι δεν είναι πλέον αθώοι- θα πρέπει να θανατωθεί, όπως και όλα τα άλλα της ηλικίας του, χωρίς έλεος! Θα έρθει μια μέρα, που θα εξεγερθούν, θα κυνηγήσουν τους υπεύθυνους των σφαγών των Αρμενίων και θα εκδικηθούν! »

Στη συνέχεια,στριφογύρισε το παιδί αρκετές φορές στον αέρα και το χτύπησε βίαια στο έδαφος.Μια άλλη φορά πάλι επέπληξε αυστηρά  τους Τσετσένους και Άραβες βοηθούς απαγορεύοντάς τους να χαλαρώσουν τις προσπάθειές τους και να επιτρέψουν σε κάποιον Αρμένιο να δραπετεύσει:

 «Τί ανάγκη έχετε από φιλοδωρήματα; Αν είναι τα χρήματα που θέλετε, τότε σκοτώστε τους  πρώτα και, στη συνέχεια, θα έχετε όλα τα χρήματά τους και τις περιουσίες τους! Σκοτώστε τους πρώτα και στη συνέχεια ό,τι έχουν στην κυριότητά τους! [...] Θα παρέχετε υπηρεσία στην αυτοκρατορία! Η δουλειά σας, λοιπόν, είναι νόμιμη! Έχετε εκπληρώσει την αποστολή σας, αλλά να ξέρετε ότι, αν ένα από αυτούς τους γιους σκύλας, ακόμη και ένα μικρό αγόρι παραμένει ζωντανό, αυτός θα πάρει εκδίκηση μίας ημέρα!» (37)

Ο Salih Zeki στηρίχθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου σε τσετσενικές φυλές που ζούσαν κυρίως στη Sefa, νοτιοανατολικά της Ras-ul-Ain και είχαν αρχικά μεταναστεύσει από τον Καύκασο. Οι επικεφαλής των τοπικών κυβερνήσεων στην Ras-ul-Ain, Suvar, και Shedadiye Hassiche ήταν οι άμεσοι συνεργοί του. Επιπλέον, συνεπέλεξε τον εκπρόσωπο της περιφέρειας Deir-es-Zor, τον κυβερνήτης της Aneh τους διοικητές Salahaddin και Ali Bey, τον συνταγματάρχη Ιππικού, Hasan Tevfik, τον υπολοχαγό Ιππικού Tevfik τον διοικητή Μουσταφά, της φρουράς στην Deir-es-Zor, τον Bedri, επικεφαλής της αστυνομίας του Aneh, τον επιθεωρητή της αστυνομίας Balsidi καθώς και μια ντουζίνα αστυνομικών (38).
Αυτή η υποκουλτούρα, η αποτελούμενη από αρχέγονη βαρβαρότητα, πρωταγωνίστησε πλήρως σε αρκετές περιπτώσεις οι οποίες καταγράφηκαν από ξένους αυτόπτες μάρτυρες και επιζώντες Αρμενίους. Ένας Γερμανός χρονογράφος αναφέρει πώς οι χωροφύλακες ξερίζωναν τον εγκέφαλο των παιδιών, που ξέμεναν στο τέλος της ατελείωτης ουράς των εκτοπιζομένων αφού πρώτα συνέτριβαν τα κρανία τους. (39). Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε τρία άλλα παραδείγματα δολοφονιών στο φαράγγι Kemakh, με την διαβόητη απαίσια φήμη, κοντά στο Erzincan, που μαρτυρούν  δύο Αρμένιοι επιζώντες:

25 Μαΐου 1915

«Στην γειτονική πεδιάδα κοντά στο πέρασμα, Kemakh όπου είχαμε στρατοπεδεύσει, οι χωροφύλακες μπήκαν σε μια κοντινή σκηνή και, επιθυμώντας να αρπάξουν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, την Armine, έσφαξαν τον πατέρα της, τον αδελφό της και τα δύο μικρά ανήψια.Η Armine οδηγήθηκε κάπου μακριά και δεν επέστρεψε ποτέ.»

26 Μαΐου 1915

 «Στο ίδιο μέρος, μέρα μεσημέρι δύο χωροφύλακες σκότωσαν με ξιφολόγχες τον Aram Kasbarian και πήραν την όμορφη γυναίκα του. Ο γιος του, ηλικίας έξι ετών, ο οποίος έκλαιγε και ούρλιαζε δίπλα στο καταματωμένο σώμα του πατέρα του, αρπάχτηκε από τους χωροφύλακες και, αφού του βύθισαν με βία ένα μεγάλο ξύλινο ραβδί μέσα στο ορθό του, το σήκωσαν και το γύρισαν προς το πλήθος ουρλιάζοντα; «Εδώ είναι σημαία σας!»

Yepraksi Yanikian

 26 Μαΐου 1915

 «Στο ίδιο μέρος, πολλοί χωροφύλακες απέσπασαν βιαίως από τα χέρια της μητέρας του, τον μικρό Mersop, ηλικίας πέντε ετών, και τον κάρφωσαν σε ένα ξύλινο πλαίσιο στα μάτια, τα χέρια και τα πόδια. Στη συνέχεια έφεραν το καρφωμένο παιδί στη μέση του πλήθους κραυγάζοντας: «Αυτό είναι ο Χριστός σας και ο Σταυρός του! Ας έρθει να σας σώσει!»

Arevalouys Pachalian(40)




 Η Mabel Evelyn Elliott, Αμερικανή γιατρός εργαζόμενη στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας, ως ιατρικός διευθυντής του Near East Relief [Ανακούφιση στην Εγγύς Ανατολή] και εκπρόσωπος των νοσοκομείων των ΗΠΑ για τις γυναίκες, αναφέρει στο βιβλίο της ''Απομνημονεύματά μελετών'', μελέτες περιπτώσεων που πραγματοποίησε στο Καταφύγιο για κορίτσια Αρμενίων στο Σκούταρι (Üsküdar), μια πόλη στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, όπου η Florence Nightingale έθεσε τα θεμέλια του Ερυθρού Σταυρού και την παράδοση του σύγχρονου ιατρείου. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούσαν περίπου 150 επιζήσασες, θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων, που παρουσιάζονται ως «μικρά παιδιά-κορίτσια» από την Dr. Elliott:
«  Θα πρέπει να σας τα παρουσιάσω, όπως ακριβώς τα θυμάμαι, καθώς περνούσαν το ένα μετά το άλλο, από το ιατρείο μου.Ήταν συμπαθητικά κορίτσια, με βουρτσισμένα μαλλιά και καθαρά νύχια σε λαμπερά χέρια, που μιλούσαν χαμηλόφωνα και φορούσαν με ένα ενστικτώδες γούστο τα δανεικά ρούχα τους. Κανένα από αυτά δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τις εμπειρίες τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Για πρώτη φορά, η απροθυμία τους κλονίστηκε κατ 'ανάγκη, από ερωτήσεις επαγγελματικής τάξης και, όταν άρχισαν να μιλούν, ήταν σαν να μην μπορούσαν να σταματήσουν. Διηγούνταν όλη την ιστορία τους.
 Αυτό που έμαθα ήταν πραγματικά απίστευτο. Ένας γιατρός βλέπει βαθύτερα στην άβυσσο της ανθρώπινης κοινωνίας από οποιονδήποτε άλλον, εκτός από έναν ιερέα, αλλά ήξερα ότι η Αμερική ... Εξίσου απίστευτο, το γεγονός ότι αυτά τα κορίτσια είχαν δει και είχαν υπομείνει (αυτές τις φρικαλεότητες) και επέζησαν, και κάθονταν εκεί απέναντί μου, για να μιλήσουν για όλα αυτά. Οι διηγήσεις τους δεν διέφεραν και πολύ. Η διαφορά εστιαζόταν στην ιδιοσυγκρασία τους. που αποκαλυπτόταν κι αυτή. Μερικα κορίτσια κάθονταν ήρεμα, με τα χέρια διπλωμένα, μιλούσαν ασταμάτητα με χαμηλή φωνή, χλωμιάζοντας ολοένα και περισσότερο, μέχρι που το αίμα έσβηνε από τα χείλη τους. Άλλα κινούνταν χάνοντας λίγο λίγο κάθε έλεγχο και κατέληγαν να φωνάζουν και να ξεσπούν σε λυγμούς. 
Ήταν καλύτερο γι αυτές να εξωτερικεύσουν όλη αυτήν την πικρία που τόσον καιρό κρυβόταν πίσω από τη σιωπή τους. Δεν τις σταματούσα.Έμενα καθισμένη σ'αυτό το μικρό άσπρο δωμάτιο και τις άκουγα ... Εμφανίστηκε, λοιπόν, ένα άλλο κορίτσι, η ιστορία του οποίου δεν στερείτο μιας απίστευτης απιθανότητας. Τα βλέφαρα κλειστά..ήταν ένα κορίτσι, το πιο όμορφο, που έχω δει ποτέ σε ένα λαό, που φημίζεται για την ομορφιά των γυναικών του. Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν με εκείνα που έχουν διατηρήσει τα εργαλεία των μεγάλων καλλιτεχνών της αρχαιότητας. Το δέρμα του ήταν σαν αυτό ενός παιδιού και το σώμα του ήταν όλο αρμονικές γραμμές. Αλλά όταν άνοιγε τα μάτια της, ήταν δύσκολο να την κοιτάξεις. Ένας από τους βολβούς των ματιών της κρεμόταν έξω από την κόγχη με έναν τρόπο τόσο αλλόκοτο, που έμοιαζε με βάτραχο ... Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είχα μεγαλώσει συνηθισμένη να ακούω για φρίκες όσο ποτέ άλλοτε, αλλά αυτό εδώ ήταν αδιανόητο. Αφού ένα μαχαίρι ή ένα πυρωμένο σίδερο θα εξυπηρετούσε το σκοπό αυτό, τότε γιατί να προστρέξεις σε μια χειρουργική επέμβαση τόσο λεπτή;  Αυτή είναι μια ερώτηση, που δεν μπορώ να απαντήσω, ένα ερώτημα του οποίου η απάντηση είναι τόσο ριζωμένη στον τουρκικό χαρακτήρα, που μόνο ένας Τούρκος θα μπορούσε να απαντήσει. Διότι, όταν εξέτασα αυτό το μάτι, αναγνώρισα χωρίς καμία αμφιβολία πως η ιστορία της ήταν αληθινή. Οι μικροσκοπικές ουλές ήταν εκεί, ανάμεσα στους αδύναμους μύες του ματιού της. Κάποιος εκπαιδευμένος και επιδέξιος χειρουργός είχε χρησιμοποιήσει την τέχνη του στο χειρουργικό τραπέζι, για να κάνει αυτό το άσχημο και φρικιαστικό έργο. Το έκανε αυτό, ενώ εκατοντάδες Τούρκοι στρατιώτες τραυματσμένοι στη μάχη για τη χώρα τους, πέθαιναν λόγω έλλειψης χειρουργικής βοήθειας. »(41)




 Μια τέτοια εκδήλωση προαιώνιου συμπυκνωμένου μίσους,που μετατράπηκε σε επαγγελματικό σαδισμό δεν μπορεί να διαχωριστεί από ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο το μίσος συντηρήθηκε, τροφοδοτήθηκε και επιπλέον ανταμείφθηκε. Πρόσθετα στοιχεία που συλλέχθηκαν από το γιατρό Elliott και των σχετικών παρατηρήσεών του, πιστοποιούν το γεγονός αυτό, διαφωτίζοντας παράλληλα την διαβολική και αποτρόπαια στόχευση των παιδιών, ως μέρος μιας οργανωμένης γενοκτονίας.Τέλος, ας αναφερθούμε σε μια έκθεση προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ από έναν άλλο Αμερικανό γιατρό, τον George B. Hyde, του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος τοποθετήθηκε στην Κιλικία το 1919. Το 1920, ενημέρωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και επίσης τον γερουσιαστή Warren Harding, λίγο πριν αυτός ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής από το Οχάιο εκλεγεί 29ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, γισ αντίποινα εναντίον των Αρμενίων παιδιών κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ίδιος δηλώνει ότι «έχει αντιμετωπίσει εκατοντάδες από τα παιδιά των χριστιανικών παιδιών και των δύο φύλων, ηλικίας 5 έως 12, στα οποία οι Τούρκοι διέπραξαν τις χειρότερες βιαιοπραγίες. "Έχει υπολογιστεί ότι τουλάχιστον τα 9 στα 10 από αυτά τα θύματα της τουρκικής βαρβαρότητας σίγουρα έχουν χαθεί "(42).


 Σπάνιες εξαιρέσεις δικαίων Τούρκων

Το μέγεθος του αριθμού των θυμάτων της Γενοκτονίας των Αρμενίων μαρτυρεί το μέγεθος της επιτυχίας αυτού του εγχειρήματος θανάτου, από το καθεστώς των Νεοτούρκων. Αλλά πιστοποιεί επίσης το μικρό αριθμό των δικαίων Τούρκων, των οποίων η συμμετοχή σε σημαντικούς αριθμούς θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά στην έκβαση αυτής της γενοκτονίας. Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν αυστηρές εντολές και πολύ σοβαρές απειλές που δέσμευαν. χρυσές ευκαιρίες για να παρακάμψουν αυτές τις διαταγές ήταν εξίσου σημαντικές. Θρησκευτικές διασπάσεις και προκλήσεις στην διάρκεια του πολέμου εναντίον των Αρμενίων συνδυάστηκαν, ώστε  να αποτραπεί η παρέμβαση ενός σημαντικού αριθμού Τούρκων να μεσολαβήσει ή να βοηθήσει άμεσα τους στοχευμένους Αρμενίους me αφανισμό. Εν πάση περιπτώσει, είναι  αλήθεια ότι,  ακόμη και όταν μια αμελητέα μειοψηφία προσπαθεί να διασώσει, αυτοί οι θαρραλέοι άνθρωποι πρέπει να διακρίνονται και αναγνωρίζονται για την καλοσύνη τους. Οι παρακάτω περιπτώσεις αποτελούν εύγλωττα παραδείγματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πλήρης και ολοκληρωμένές. Μία από αυτές είναι τόσο εντυπωσιακή, όσο και συγκινητική.
 Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δίνονται από το αρμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας, αρκετοί Τούρκοι αξιωματικοί γενναιόδωροι, με μεγάλο προσωπικό κίνδυνο, έκαναν τον κόπο να πάρουν μαζί τους και να δώσουν στο Πατριαρχείο πολλά ορφανά αγόρια και κορίτσια, από τις μακρινές επαρχίες όπως η Χαρπούτ, το Χαλέπι και το Ντιγιαρμπακίρ. Ένα άλλο παράδειγμα, αποτελεί ένας συνταγματάρχης, ο οποίος τόλμησε να μεταφέρουν 11 κορίτσια στην Κωνσταντινούπολη και να τα παραδώσει στον Πατριάρχη (43).
Στην περιοχή Arabpunar, ένας γερμανόφωνος Τούρκος ταγματάρχης δήλωσε σε γερμανό σιδηροδρομικό υπάλληλο της Βαγδάτης, ότι είχε μαζέψει με τον αδελφό του και είχαν φέρει μαζί τους μια μικρή Αρμένια, που βρέθηκαν στους δρόμους της Ras-ul-Ain. Επέκρινε έντονα τις αρχές για αυτές τις φρικαλεότητες,λέγοντας ότι"το Κοράνι μας καταδικάζει» (44).

Ακόμη πιο συγκινητική είναι η ιστορία ενός Τούρκου μουλά (δικαστή) και θρησκευτικού ηγέτη στη Μους, ο οποίος πέθανε προσπαθώντας να σώσει γυναίκες και τα παιδιά Αρμενίων:
Αφού συγκέντρωσαν και μετέφεραν τις πιονέες και πιο όμορφες Αρμένιες και ενώ ένα ταραχώδες πλήθος ετοιμαζόταν να τις κάψει ζωντανές,ο Moussa Beg, ο διάσημος αρχηγός της ομάδας Κούρδων ληστών, ετοιμάστηκε να θυσιάσει τις υπόλοιπες στο χωριό Avzoud. Υπενθυμίζοντας ότι καμία θρησκεία,είτε χριστιανική, είτε μουσουλμανική, δεν επιτρέπει να καούν ζωντανοί γυναίκες και παιδιά, ο μουλάς παρενέβη δυναμικά σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Και, με την ελπίδα ότι αυτό θα απέτρεπε ένα επικείμενο ολοκαύτωμα βρήκε καταφύγιο στο ίδιο σπίτι όπου είχαν συγκεντρωθεί τα θύματα. Οι δολοφόνοι το μόνο που έκαναν ήταν να το ρίξουν στη γελοιοποίηση και χωρίς αμηχανία συνέχισαν την επιχείρησή τους. Έτσι ο μουλάς έχασε τη ζωή τους στην κόλαση που ακολούθησε, μαζί με τα άλλα θύματα, που είχε προσπαθήσει να σώσει. (45)

 Η γενοκτονική θυματοποίηση των Αρμενοπαίδων είναι εξίσου σημαντική και ουσιαστική, από την άποψη της τελικής τύχης των επιζώντων παιδιών. Χιλιάδες  αγόρια δόθηκαν σε οικογένειες και μεγάλωσαν ως Τούρκοι. Δεκάδες χιλιάδες κορίτσια και νεαρές γυναίκες είχαν επίσης ενταχθεί στο τουρκικό έθνος ως υπηρέτριες, παλλακίδες για τα χαρέμια, ή ως νόμιμες σύζυγοι, αφού πρώτα προσηλυτίζονταν στο Ισλάμ, ενώ πολλά άλλα μαραίνονταν σε ορφανοτροφεία. Το θέμα των των παιδιών ως θυμάτων της Γενοκτονίας, για να είναι πλήρες, θα πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος.






Τα ορφανά της μεγάλης σφαγής του 1915

Υπάρχει μία απόδειξη σε κάποιο ορφανοτροφείο της Βηρυτού πως η σφαγή ενάμισυ εκατομμυρίου Αρμενίων είναι Γενοκτονία. Είναι ένας μικρός τάφος, τετράγωνη τσιμεντένια μαρκίζα, όπου φυτρώνουν κίτρινα άγρια κρινάκια. Από κάτω είναι ακόμη θαμμένα τα οστά 300 παιδιών που πέθαναν από χολέρα και ασιτία στις εγκαταστάσεις ενός ορφανοτροφείου στις παρυφές της Βηρυτού. Ήταν ορφανά που οι Τούρκοι προσπαθούσαν να τα εξισλαμίσουν στο ορφανοτροφείο, παιδιά Αρμενίων που εξοντώθηκαν στη μεγάλη σφαγή του 1915.
Πρόκειται για τη σχεδόν άγνωστη ιστορία 1.200 παιδιών ηλικίας 3-15 ετών που επέζησαν, μια ιστορία που αποδεικνύει ότι πράγματι οι Τούρκοι διέπραξαν Γενοκτονία το 1915. Είναι μια απίστευτη ιστορία βαρβαρότητας με θύματα αθώα και απροστάτευτα παιδιά που είχαν χάσει τις οικογένειές τους, θύματα των τουρκικών δυνάμεων στη μεγάλη σφαγή, στο αποκορύφωμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλά από τα παιδιά αυτά είχαν φτάσει στο σημείο να φάνε τις σάρκες νεκρών συμμαθητών τους για να μην πεθάνουν από την πείνα.
Ο Τζεμάλ Πασάς, ένας από τους πρωτεργάτες της γενοκτονίας του 1915 και η πρώτη φεμινίστρια της Τουρκίας, η Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ, συνέβαλαν στη λειτουργία αυτού του ορφανοτροφείου της φρίκης, όπου τα παιδιά εξαναγκάζονταν να απαρνηθούν την αρμενική τους ταυτότητα. Τους έδιναν ονόματα τουρκικά και τα ανάγκαζαν ν' ασπασθούν το Ισλάμ. Όταν εκείνα τολμούσαν να μιλήσουν στα αρμενικά, τα έδερναν αλύπητα.

 Η μαρτυρία της Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ



Η Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ υπηρέτησε  ως αξιωματικός στο στρατό του Κεμάλ Ατατούρκ. Στα απομνημονεύματά της, που εκδόθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1926, γράφει ότι ο Τζεμάλ Πασάς ήταν διοικητής της 4ης Τουρκικής Στρατιάς στη Δαμασκό και είχε επισκεφθεί μαζί της το ορφανοτροφείο της Βηρυτού. Γράφει:
«Του είπα: Εσύ ήσουν καλός με τους Αρμενίους, όσο αυτό είναι δυνατόν αυτές τις δύσκολες ημέρες. Γιατί επιτρέπεις σε αρμενόπουλα να έχουν ονόματα μουσουλμανικά; Είναι σαν να θέλεις να κάνεις τους Αρμένιους μουσουλμάνους και γι΄ αυτό κάποια ημέρα η Ιστορία θα πάρει εκδίκηση που θα την πληρώσουν οι επόμενες γενεές των Τούρκων. χΕίσαι ιδεαλίστρια, μου απάντησε, χκαι σαν ιδεαλίστρια δεν έχεις συναίσθηση της πραγματικότητας. Αυτό είναι ορφανοτροφείο μουσουλμανικό και μόνον μουσουλμανάκια ορφανά γίνονται δεκτά».
Η Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ περιγράφει την οργή του πρωτεργάτη της Γενοκτονίας Ταλαάτ Πασά, όταν του έκανε μια ερώτηση για τις «εκτοπίσεις» των Αρμενίων ,όπως τις αναφέρει:
«Άκου να σου πω, Χαλιντέ, έχω κι εγώ καλή καρδιά σαν τη δική σου και πολλές νύχτες με κρατάει ξάγρυπνο ο ανθρώπινος πόνος. Αυτό όμως είναι προσωπική υπόθεση και εγώ σε τούτο τον κόσμο βρέθηκα για να φροντίζω τον λαό μου και όχι τις ευαισθησίες μου. Ηταν ίσος ο αριθμός των Τούρκων και των μουσουλμάνων που εξοντώθηκαν στον Βαλκανικό Πόλεμο (1912) αλλά ο κόσμος τήρησε εγκληματική σιωπή. Έχω την πεποίθηση ότι οσάκις ένα έθνος κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και επιτυγχάνει τον σκοπό του, ο κόσμος το θαυμάζει και το θεωρεί ηθικό. Είμαι έτοιμος να πεθάνω για ό,τι έχω κάνει και ξέρω ότι θα πεθάνω γι΄ αυτό».

Τα θαμμένα λείψανα των νεκρών μαθητών του ορφανοτροφείου ανακαλύφθηκαν το 1993, όταν οι Λαζαριστές μοναχοί έσκαψαν τα θεμέλια για νέες αίθουσες διδασκαλίας. Τα οστά μεταφέρθηκαν στο μικρό νεκροταφείο των μοναχών σε έναν ομαδικό τάφο.

Το άρθρο 2 της Συνθήκης του ΟΗΕ του 1951 για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας αναφέρει ότι στον όρο «γενοκτονία» εντάσσεται και η δια της βίας ένταξη παιδιών που ανήκουν σε ομάδα κάποιας εθνότητας, φυλής ή θρησκείας σε ομάδα διαφορετική. Αυτό ακριβώς έκαναν οι Τούρκοι στο Λίβανο. Υπάρχουν ακόμη φωτογραφίες που δείχνουν εκατοντάδες σχεδόν γυμνά αρμενόπουλα να κάνουν γυμναστική στο προαύλιο του σχολείου. Σε μια εμφανίζεται ο ίδιος ο Τζεμάλ Πασάς το 1916 εν μέσω πλειάδας μαθητών, δίπλα στην όμορφη Χαλιντέ Εντίπ Αντιβάρ, η οποία έπειτα από κάποιους δισταγμούς είχε δεχτεί να διευθύνει το ορφανοτροφείο.

Το 1989, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Καρνίνγκ Πανιάν διηγήθηκε στα αρμενικά τη ζωή του στο ορφανοτροφείο αυτό, όπου είχε βρεθεί το 1916 σε ηλικία 6 ετών. Εκεί του άλλαξαν το όνομα και του έδωσαν τον αριθμό 551 για ταυτότητα:

«Κάθε απόγευμα υπό το βλέμμα 1.000 ορφανών γινόταν η υποστολή της σημαίας. Τραγουδούσαμε ζήτω ο στρατηγός πασάς και μετά ερχόταν η ώρα της τιμωρίας για όσους είχαν παρεκτραπεί εκείνη την ημέρα, στους οποίους έκαναν φάλαγγα. Οι σκληρότερες τιμωρίες ήταν για αυτούς που τους είχαν πιάσει να μιλούν την αρμενική γλώσσα».









Σημειώσεις


Vahakn N. Dadrian, Les enfants victimes de génocide : le cas arménien - 5ème Congrès biennal international de l’Association Internationale des Chercheurs sur le Génocide
Irish Human Rights Center, Galway, Irlande, 6-10.06.2003Journal of Genocide Research, vol. 5, n° 3, 2003

1. Ahmed Refik Altýnay, Iki Komite Iki Kýtal [Deux Comités, deux massacres], Istanbul, 1919, p. 23. Il fut nommé à l’état-major général ottoman, 2ème Département, Contre-espionnage, en tant que lieutenant de marine. Après la guerre, il exerça en qualité de professeur d’histoire à l’université d’Istanbul et publia plusieurs ouvrages.
2. Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story, New York : Garden City, 1918, p. 312.
3. The Treatment of Armenians in the Ottoman Empire 1915-1916. Documents presented to Viscount Grey of Fallodon. Secretary of State for Foreign Affairs by Viscount Bryce. [Compilés par Arnold Toynbee]. Londres : His Majesty’s Stationery Office. Miscellaneous N° 31 (1916), p. 90, 248, 323, 351, 374, 378, 385-6, 455, 485-6, 540, 553, 561. (Cette importante compilation a été rééditée en 2000 et est maintenant disponible auprès de l’Institut Komitas de Princeton, New Jersey.)
4. Archives du ministère allemand des Affaires Etrangères - sigle A.A. Türkei 183/44, A25739 ; cote dans le nouveau système de cataloguage : R14093, n° 2463, adressé d’Alep à l’ambassade d’Allemagne à Constantinople (Istanbul), le 29 août 1916.
5. Vahakn N. Dadrian, « The Framework : The Armenian Genocide : An Interpretation », in : Jay Winter, éd., America and the Armenian Genocide of 1915, Cambridge : Cambridge University Press, (à paraître) (ouvrage paru en 2004 – NdT). Voir la Section III, intitulée « The Case of Trabzon : A Microcosm of the Armenian Genocide ».
6. Vahakn N. Dadrian, « The Turkish Military Tribunal’s Prosecution of the Authors of the Armenian Genocide : Four Major Court-Martial Series », Holocaust and Genocide Studies, vol. 11, n° 1 (Spring 1997), p. 39-42 (audiences concernant Trabzon).
7. Vahakn N. Dadrian, « The Documentation of the World War I Armenian Massacres in the Proceedings of the Turkish Military Tribunal », International Journal of Middle East Studies, vol. 23, n° 4 (November 1991), p. 574, note 55 ; Archavir Sheeragian, Gudagun Err Nahadagneroun [Le Testament des Martyrs], Beyrouth, 1965, p. 262-263.
8. U.S. National Archives [Archives Nationales des Etats-Unis] – RG59.867.4016/128. 28 juillet 1915 ; ibid., 4016/411, n° 169, 11 avril 1919.
9. A.A. Botschaft Konstantinopel 170, enregistrement n° 3841, rapport du 23 août 1915.
10. Edition du 2 avril 1919.
11. Leslie A. Davis, The Slaughterhouse Province. An American Diplomat’s Report on the Armenian Genocide, 1915-1917. Susan K. Blair, éd. New Rochelle, N.Y., 1989, p. 64, 79, 82, 83, 87. Une copie de ce rapport en 132 pages, tapées à la machine, se trouve aux Archives Nationales des Etats-Unis – cote : RG59.867.4016/392. [Traduction française par Anne Terre : La Province de la mort : archives américaines concernant le génocide des Arméniens, 1915, précédé de : Lettre ouverte à Bernard Lewis et quelques autres, par Yves Ternon, éditions Complexe, 1994, 241 p. - NdT]
12. Morgenthau, Ambassador [cf. note 2], p. 318. Voir aussi The Treatment [cf. note 3], p. 239.
13. Vahakn N. Dadrian, « The Comparative Aspects of the Armenian and Jewish Cases of Genocide : A Sociohistorical Perspective », in : A.S. Rosenbaum, éd., Is The Holocaust Unique ? Perspectives on Comparative Genocide, Boulder, 1996, p. 131.
14. British Foreign Office Archives [Archives du ministère des Affaires Etrangères de Grande-Bretagne] – cote : FO 371/2781/264888, Appendix [Supplément] B, rapport n° 1, p. 6-7.
15. The Treatment [cf. note 3], p. 442-443.
16. Raymond Kévorkian, « L’extermination des déportés arméniens ottomans dans les camps de concentration de Syrie-Mésopotamie (1915-1916). La deuxième phase du génocide », Revue d’Histoire Arménienne Contemporaine, n° spécial, vol. II, Paris, 1998, p. 109, 119.
17. Bruno Eckart, Meine Erlebnisse in Urfa [Choses vues à Ourfa], Potsdam-Berlin, 1922, p. 18-19.
18. Ararat, vol VI, n° 66, p. 422. La déclaration sous serment du capitaine Nebil se trouve dans les archives du Patriarcat arménien de Jérusalem. Dossier Zh, document 747, n° 49.
19. Ephraim K. Jernazian, Judgment Unto Truth : Witnessing the Armenian Genocide, New Brunswick, N.J., 1990, p. 65.
20. Jacob Künzler, Im Lande des Blutes und der Tränen. Erlebnisse in Mesopotamien Während des Weltkrieges [Au Pays du sang et des larmes. Choses vues en Mésopotamie durant la guerre mondiale], Berlin-Potsdam, 1921, p. 77, 87. Dans la nouvelle édition, publiée par Hans-Lukas Kieser, Zürich : Chronos Verlag, 1999, p. 99, 108-109.
21. M. Esmerian, Aksoree yev Baderazmee Guragneroun Metch [Dans les flammes de l’exil et de la guerre], Boston, 1952, p. 94-95, 105, 108-109.
22. Haigachen Darekirk [L’année arménienne]. Vol. 1, 1922, p. 328. Les noms de quatre des victimes sont recensés dans cette source.
23. Mariam Kokmanian, « Hayatchintch Sarsapner » [Atrocités lors de la campagne d’extermination des Arméniens], Djagadamard (journal arménien d’Istanbul), 17 janvier 1919.
24. Morning Post (quotidien londonien), 7 décembre 1918.
25. Thérèse Philippe Bresse, La Famine de la Syrie et le martyre de l’Arménie, Alexandrie, 1919, p. 8, 9.
26. G. Kapigian, Yegernabadoum [L’Holocauste], Boston, 1924, p. 251-253.
27. British Foreign Office Archives - FO608/244/8183, folio 407.
28. Téotig, « Mius Merelotzu » [L’autre Journée de commémoration), in : Amenoun Daretzoutzu [Almanach pour tous], Istanbul, 1921, p. 315-319.
29. Yaïr Auron, The Banality of Indifference : Zionism and the Armenian Genocide, New Brunswick, N.J., 2000, p. 181, 183.
30. Ludwig Schraudenbach (colonel de réserve), Muharebe [Guerre], Berlin-Vienne, 1925, p. 351-352.
31. Mémoires de Monseigneur Jean Naslian, évêque de Trébizonde, Vienne, 1955, p. 146, 413. Page 138 de ce même ouvrage, figure une description de l’immolation à Norshen, près de Moush, du Primat catholique arménien de Moush. Monseigneur Naslian se trouvait par hasard en Europe lors du génocide et put ainsi échapper à un sort similaire.
32. A.A. Türkei 183/48, A34435 ; cote R14097 dans le nouveau système de cataloguage, rapport du 1er octobre 1917. Voir aussi : Germany, Turkey and Armenia. A selection of documentary evidence relating to Armenian atrocities from German and other sources, Londres, 1917, p. 26.
33. Archives du ministère autrichien des Affaires Etrangères. 12 Türkei/380, folio 909, 26 mai 1917.
34. Rafael de Nogales, Four Years Beneath the Crescent, traduction anglaise par Muna Lee, New York-Londres, 1926, p. 135.
35. Vahakn N. Dadrian, « The Armenian Question and the Wartime Fate of the Armenians as Documented by the Officials of the Ottoman Empire’s World War I Allies : Germany and Austria-Hungary », International Journal of Middle East Studies, vol. 34, n° 1 (February 2002), p. 76-77, p. 84 et 85, note 111.
36. Ilhan Selçuk, Yüzbaþý Selahattin’in Romaný [Le Roman du capitaine Selahattin], Istanbul, vol. 1, 1993, p. 124.
37. Kévorkian, « L’extermination » [cf. note 16], p. 190, item 47 ; p. 192, item 48.
38. Ibid., p. 180, 184.
39. Heinrich Vierbücher, Armenien 1915. Die Abschlachtung eines Kulturvolkes durch die Türken [Le Massacre d’un peuple cultivé par les Turcs], Hambourg, 1930, p. 58.
40. Levon K. Daghlian, D.M.D. [docteur en médecine dentaire], Memories of the Holocaust, Boston, 1976, p. 48.
41. Mabel Evelyn Elliott, Beginning Again at Ararat, New York, 1924, p. 20-26. Voir aussi Vahakn N. Dadrian, « The Role of Turkish Physicians in The World War I Genocide of Ottoman Armenians », Holocaust and Genocide Studies, vol. 1, n° 2 (1986), p. 169-192.
42. The Lausanne Treaty, Turkey and Armenia, ed. by The American Committee Opposed to the Lausanne Treaty, New York, 1926, p. 71.
43. Bibliothèque Nubar, Paris. Archives du Patriarche Zaven Ier, 1914-1916. Dossier 288/P. 1, 2/6.
44. A.A. Türkei 183/38, A 23991, ou R14087. Rapport de W. Spieker. En annexe au communiqué du consul d’Allemagne à Alep Rössler, daté du 3 septembre 1915. Cote : 183/38, A28019. Annexe n° 81.
45. Henry Barby, Au pays de l’épouvante, Paris : Albin Michel, 1917, p. 96.



Το αφιέρωμα στην Γενοκτονία των Αρμενίων βασίστηκε σε γαλλικά, αμερικανικά και ελληνικά αφιερώματα, μαρτυρίες, βιβλία,άρθρα και μελέτες, επίσημες σελίδες της Γενοκτονίας, τη μετάφραση των οποίων έκανε η Β.Α για το Ηistoria. Πηγή και πολύτιμη βοήθεια αποτέλεσε και η σχετική αρθρογραφία του περιοδικού Αρμενικά.Το θέμα θα συμπληρώνεται με νεώτερα στοιχεία και αφιερώματα.

Αφιερώνεται σε όλους τους Αρμενίους και ιδίως στη μνήμη του Αγκόπ Μαρκοσιάν,που μου έμαθε το μεγαλείο της αρμενικής ψυχής



Δείτε το πρώτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 1
Δείτε το δεύτερο μέρος μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 2
Δείτε το τέταρτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 4


Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν την πηγγή σεβόμενοι την προσωπική εργασία και τον κόπο που απαιτείται. Να μην παραλείπονται επίσης οι πηγές και η σχετική ββλιογραφία.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου