Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η ιστορία της εγγραφής ήχου

Από τον Edison στο mp3 player

Η ανακάλυψη του φωνογράφου από τον Thomas Edison το 1877 εξέπληξε τον κόσμο. Για πρώτη φορά εγγεγραμμένοι ήχοι μπορούσα ννα ξαναπαιχθούν στα σπίτια των ανθρώπων .
Ο φωνογράφος,  είναι μια από τις πρώιμες συσκευές για την εγγραφή και αναπαραγωγή ήχου. Κατασκευάστηκε από τον Αμερικανό Τόμας Άλβα Έντισον (Thomas A. Edison 1847 – 1931) το 1877. Χρησιμοποιούσε μια βελόνα για να καταγράφει τον
ήχο σε έναν κύλινδρο με αυλάκια, επικαλυμμένο με αλουμινόχαρτο, ο οποίος περιστρεφόταν με σταθερή ταχύτητα.

Η ιδέα της εγγραφής ήχου με παρόμοιο τρόπο υπήρχε από τουλάχιστον μισό αιώνα πριν, αλλά ο Έντισον με την κατασκευή του της έδωσε σάρκα και οστά.

Αρχή λειτουργίας

Στο φωνογράφο, η βελόνα που κατέγραφε τον ήχο ήταν συνδεδεμένη με ένα είδος φωναγωγού με τρόπο ώστε να λαμβάνει μηχανικά της δονήσεις που προκαλούσε ο ήχος που περνούσε μέσα σ' αυτόν. Η βελόνα παλλόταν κάθετα προς την επιφάνεια του κυλίνδρου και διαμόρφωνε το αλουμινόχαρτο δημιουργώντας "κορφές και κοιλίες". Ο κύλινδρος περιστρεφόταν με το χέρι, με την βοήθεια μιας μανιβέλας, που ήταν προσαρμοσμένη στον άξονά του. Αργότερα ο Έντισον αντί για κυλίνδρους επικαλυμμένους με αλουμινόχαρτο άρχισε να χρησιμοποιεί κέρινους κυλίνδρους στις συσκευές του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την δυνατότητα διαγραφής μιας ηχογράφησης, αφαιρώντας την επιφάνεια του κέρινου κυλίνδρου με την χρήση αιχμηρής λεπίδας.

Με βάση αυτή την πρώτη συσκευή, ο Γερμανός Emil Berliner (1851-1929), επινόησε δέκα χρόνια αργότερα μια άλλη συσκευή, το γραμμόφωνο (Gramophone), το οποίο, αντί για κέρινο κύλινδρο χρησιμοποιούσε μια κυκλική πλάκα (δίσκο) από μίγμα γομαλάκας (shellac) για να καταγράφει τον ήχο.



Ιστορία

Το έτος 1877, ο Τόμας Άλβα Έντισον κατέθεσε αίτηση για απόκτηση τίτλου ευρεσιτεχνίας, με θέμα μία συσκευή, την οποία ονόμασε φωνογράφο (phonograph) και ήταν ο πρόδρομος του μεταγενέστερου γραμμοφώνουτου Berlinger.
Η συσκευή αυτή λειτουργούσε με ένα ξύλινο κύλινδρο που περιστρεφόταν χειρονακτικά με μανιβέλα και ο οποίος ήταν καλυμμένος με ένα λεπτό φύλλο κασσιτέρου (Staniol). Μία μεταλλική βελόνα ήταν σταθερά συνδεμένη με μια μεμβράνη, η οποία πραγματοποιούσε ταλαντώσεις λόγω ηχητικών κυμάτων, με αποτέλεσμα η βελόνα να δημιουργεί βαθουλώματα στο φύλλο κασσιτέρου, άλλοτε μεγαλύτερα και άλλοτε μικρότερα, ανάλογα με την ένταση του ήχου. Ένας μηχανικός οδηγός μετακινούσε τη βελόνα αξονικά στον κύλινδρο, ώστε τελικά προέκυπτε ένα σπειροειδές αυλάκι. Όταν γύριζε ο κύλινδρος και πέρναγε η βελόνα πάνω από τη χαραγμένη επιφάνεια, προκαλούσαν τα βαθουλώματα ταλαντώσεις στη μεμβράνη, οι οποίες μετατρέπονταν σε ηχητικά κύματα.

Όπως περιγράφουν άρθρα εφημερίδων της εποχής, η απόδοση της συσκευής του Έντισον ήταν περίπου «άθλια», αλλά ο φωνογράφος αυτός, τον οποίο ο εφευρέτης του ονόμαζε μηχανή, έκανε τεράστια εντύπωση. Όταν όμως δοκίμαζε ο κόσμος την ποιότητα ήχου, εξανεμιζόταν ο ενθουσιασμός και θεωρούσε τη συσκευή ένα ακριβό παιχνίδι. Η τοποθέτηση του φύλλου κασσιτέρου ήταν περίπλοκη και η αντοχή του σε πολλαπλή χρήση περιορισμένη.

Το έτος 1881 ο εφευρέτης του τηλεφώνου Bell προσπάθησε, να βελτιώσει το φωνογράφο του Έντισον. Για το σκοπό αυτό κάλυψε τον ξύλινο κύλινδρο με κερί, πάνω στο οποίο θα χαρασσόταν το αυλάκι του ήχου. Η προσπάθεια αυτή έδωσε καλύτερα αποτελέσματα, κυρίως όμως δεν επέτρεπε την ηχογράφηση άσχετων θορύβων, όπως στη κατασκευή του Έντισον.
Το 1886 δήλωσε για ευρεσιτεχνία μια όμοια κατασκευή με επίστρωση κεριού στο κύλινδρο ο Charles Sumner Tainter (Ταίιντερ, 1854-1940) και το ονόμασε γραφόφωνο (graphophone). Εναντίον του Ταίιντερ κινήθηκε δικαστικά ο Έντισον, θεωρώντας ότι επρόκειτο για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το 1888 αντικατέστησε ο ίδιος ο Έντισον το φύλλο κασσιτέρου με στρώμα σκληρού κεριού και τοποθέτησε στη συσκευή ένα μηχανικό κινητήρα με βαρύδι. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ένας μηχανικός κινητήρας με ελατήριο και μανιβέλα για κούρδισμα και στη συνέχεια, σε μερικά μοντέλα, ένας ηλεκτρικός κινητήρας, αν και οι ηλεκτρικοί κινητήρες ήταν εκείνη την εποχή και για αρκετές δεκαετίες ακόμα ογκώδεις και ακριβοί. Για την ενίσχυση του ήχου χρησιμοποίησε ο Έντισον το χαρακτηριστικό χωνί που βλέπουμε σε εικόνες και φωτογραφίες του φωνογράφου. Οι κύλινδροι του Έντισον περιείχαν μουσική ή ομιλία διάρκειας περίπου 2 λεπτών.

Η νέα αυτή κατασκευή του Έντισον είχε εμπορική επιτυχία, γιατί προσφερόταν για ιδιωτική καταγραφή της φωνής. Για τη μαζική παραγωγή κυλίνδρων με σύντομες μελωδίες της εποχής η εργασία ήταν όμως πολύ κοπιαστική, γιατί έπρεπε η ορχήστρα ή ο τραγουδιστής να επαναλαμβάνουν με μεγάλη ένταση την εκτέλεση του κομματιού μπροστά σε 7-8 φωνογράφους, οι οποίοι παρήγαγαν από ένα κύλινδρο. Μόλις το 1903 κατασκεύασε ο ίδιος ο Έντισον μια μηχανή, η οποία ήταν σε θέση να αντιγράφει έναν αρχικό κύλινδρο.

Το 1886  ο Emile Berliner1, Αμερικάνος από το Ανόβερο της Γερμανίας, αντικαθιστά το «αυλάκι
ήχου» του Έντισον, με μία επίπεδη πλάκα όπου, μετά από διάφορες βελτιώσεις, μία ελικοειδής διαδρομή σχημάτιζε ένα συνολικό αυλάκι σε όλη την επιφάνεια της πλάκας και η βελόνα έκανε ταλαντώσεις, εγκαρσίως στην κίνηση. Ενώ δηλαδή η κεφαλή της συσκευής του Έντισον εκτελούσε κινήσεις πάνω-κάτω για να ανιχνεύσει τα βαθουλώματα της επιφάνειας, στη συσκευή του Berliner έπαιζαν ρόλο τα τοιχώματα του αυλακιού και η βελόνα πραγματοποιούσε κινήσεις δεξιά-αριστερά.

Έτσι, ξεπέρασε ο Berliner και τον κίνδυνο, να συρθεί ενώπιον δικαστηρίων για καταπάτηση ευρεσιτεχνιών του Έντισον. Ο Berliner δήλωσε τη συσκευή του για ευρεσιτεχνία και την ονόμασε γραμμόφωνο (grammophone). Αυτή η μέθοδος είχε δοκιμαστεί ήδη από τον Έντισον και από τον Μπελ, αλλά δεν κρίθηκε αξιοποιήσιμη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 συγχωνεύτηκαν από τις εταιρίες που τις εκμεταλλεύονταν οι ευρεσιτεχνίες του Έντισον και του Μπερλίνερ και έτσι προέκυψε η τεχνολογία των στερεοφωνικών δίσκων.

Ο δίσκος, ή πλάκα,όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν, του Berliner, αρχικά με διάμετρο 12 cm που γύρναγε με 150 στροφές ανά λεπτό, πήρε σταδιακά τη μορφή που γνωρίζουμε μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα ως δίσκο βινυλίου. Το έτος 1901 κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά δίσκοι με διάμετρο 10" (~25 cm).

Μέχρι τότε, οι δίσκοι ήταν μονόπλευροι και από την άλλη πλευρά είχαν διαφημιστικές ετικέτες, περίπου όπως είναι σήμερα τα CD και DVD. To 1904 παρουσίασε η γερμανική εταιρία Odeon τον πρώτο δίσκο διπλής όψης με διαμέτρους 25 και 30 cm και διάρκεια μέχρι 5,5 λεπτά.
Αν και τελικά επεβίωσε ακριβώς αυτή η μορφή ηχητικής αποθήκευσης και διατηρήθηκε μέχρι που άρχισε να αντικαθίσταται από τον οπτικό δίσκο (σύμπυκνος δίσκος, compact disk, CD), η ηχητική ποιότητα των δίσκων του Μπερλίνερ ήταν για μερικές δεκαετίες πολύ κατώτερη από αυτή των κυλίνδρων κεριού του Έντισον.

Με τη βελτίωση των ηλεκτρικών κινητήρων και την εισαγωγή του ηλεκτρονικού ενισχυτή, το γραμμόφωνο αντικαταστάθηκε σταδιακά από το ηλεκτρικό γραμμόφωνο που πήρε στην καθημερινή γλώσσα το όνομα pickup (=μαζεύω, συλλέγω, πικάπ). Εν τω μεταξύ είχαν αξιοποιηθεί ο ηλεκτρονικός ενισχυτής λυχνιών και οι μικροί ηλεκτρικοί κινητήρες, με τους οποίος πήρε πλέον το γραμμόφωνο και ο ήχος του σημαντικά ανώτερη ποιότητα. Μερικές φορές χρησιμοποιείται και ο όρος ηλεκτρόφωνο, ο οποίος όμως χαρακτήριζε στις αρχές του 20ου αιώνα την τηλεφωνική μετάδοση ειδήσεων και γι' αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως για τις ηλεκτρικές συσκευές αναπαραγωγής ήχου· ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στην Ελλάδα για το μηχανισμό που είναι γνωστός και σαν τζουκ μποξ.


 Βινύλιο

 Στις 21 Ιουνίου 1948 η Columbia Records ακουμπά την βελόνα στον πρώτο δίσκο βινυλίου για γραμμόφωνο, σηματοδοτώντας μια επανάσταση στο χώρο της μουσικής βιομηχανίας. Το βινύλιο κυριάρχησε για δεκαετίες στις δισκοθήκες των απανταχού μουσικόφιλων ενώ εξακολουθεί να κατέχει περίοπτη θέση ακόμα και σήμερα στις μουσικές βιβλιοθήκες, παρά τον εκτοπισμό του στο εμπόριο από τα άλλα μέσα που ακολούθησαν.
Το 1948, το βινύλιο θα καθιερωθεί ως το κύριο μέσο κατασκευής των μουσικών δίσκων. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η εταιρία Decca θα φτιάξει δίσκους 78 στροφών από βινύλιο. Οι ανταγωνιστές της δε θα ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Θα φτιάξουν τους πρώτους δίσκους 45 στροφών από βινύλιο την ίδια περίοδο. Γεγονός το οποίο θα σημάνει σταδιακά την κατάργηση των δίσκων γραμμοφώνου, με τις πωλήσεις να μειώνονται τη δεκαετία του 1950 και τα τελευταία 78άρια να εκδίδονται στις αρχές της δεκαετίας του 1960.



Την ίδια περίοδο ο δίσκος 33 στροφών εμφανίστηκε στην αγορά για λογαριασμό της εταιρίας CBS. Στα χρόνια που ακολούθησαν και με τις τεχνολογίες που τα συνόδευσαν αρκετά μουσικά κομμάτια των 78 στροφών επανακυκλοφόρησαν σε σχετικές συλλογές. Μία νέα, high fidelity εποχή θα ξεκινήσει για τους λάτρεις της μουσικής και η μουσική βιομηχανία θα γυρίσει μία ακόμη σελίδα.

Οι δίσκοι βινυλίου 45 και 33 στροφών, έφεραν μία πραγματική επανάσταση στη μουσική βιομηχανία, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950. Μια πραγματική έκρηξη της εμπορικής εκμετάλλευσης του βινυλίου ώθησε σε εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων βινυλίου για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι τη σταδιακή περιθωριοποίησή τους με την έλευση της ψηφιακής εποχής στον ήχο. Όμως, στην πράξη η παραγωγή δίσκων βινύλιο δε σταμάτησε ποτέ.


Οι κασέττες

 Η εγγραφή ηχητικών σημάτων2 σε μαγνητοταινίες στις ηχογραφήσεις των πρωτοτύπων μουσικών έργων ξεκινά από το 1945 και μετά. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 η Philips παρουσίασε πρώτη την μικρή γνωστή πλέον κασέττα (Compact Cassette) ως μέσο επαγγελματικής υπαγόρευσης, μαζί με το αντίστοιχο κασετόφωνο. Αφού ανταγωνίστηκε αρκετά χρόνια τις κασέτες του τύπου 8-track, η τεχνολογία αυτή κατά τη δεκαετία του ΄80 κατέκλυσε κάθε σπίτι και αυτοκίνητο ξεπερνώντας κατά πολύ τις προβλέψεις των κατασκευαστών της. Τα πλεονεκτήματα ήταν το μικρό και συμπαγές μέγεθος, η εύκολη ηχογράφηση/αναπαραγωγή και η εύκολη αντιγραφή, από καταγεγραμμένο σε άλλα μέσα, ηχητικό σήμα. Σημαντική ώθηση στη δημοφιλία της έδωσε και η εμφάνιση του Walkman το 1979.

Η τεχνολογία της κασέττας επέτρεψε την πρώτη άνθιση των παράνομων ηχογραφήσεων, δηλαδή την "μουσική πειρατεία" μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ΄90, φαινόμενο που αντιμετωπίστηκε από τη μουσική βιομηχανία με το σύνθημα Home taping kills music (Το γράψιμο κασετών στο σπίτι σκοτώνει τη μουσική). Η κασέττα χρησιμοποιήθηκε επίσης, ως μέσο αποθήκευσης προγραμμάτων και αρχείων στους πρώτους οικιακούς υπολογιστές, όπως ο Sinclair ZX Spectrum. Οι κασέτες εξελίχθηκαν, πριν αντιμετωπίσουν την οριστική παρακμή, με νέα μοντέλα με καλύτερη ποιότητα ήχου, μεγαλύτερη διάρκεια και πιο στιβαρή κατασκευή με αποκορύφωμα τον τύπο DAT.

Η κασέττα  είναι μαγνητικό μέσο αποθήκευσης και αποτελείται από μια πλαστική θήκη μικρών διαστάσεων, μέσα στην οποία βρίσκεται μαγνητική ταινία στην οποία εγγράφονται κυρίως ηχητικές πληροφορίες και δευτερευόντως/μεταγενέστερα (πρακτική που πλέον έχει ξεπεραστεί) αρχεία υπολογιστών. Η κασέττα είναι σχεδιασμένη να λειτουργεί με τύλιγμα/ξετύλιγμα της μαγνητικής ταινίας σε μικρές ενσωματωμένες μπομπίνες και να τοποθετείται σε ειδική ηλεκτρονική συσκευή, με κεφαλή ανάγνωσης, που καλείται κασετόφωνο. Παρότι ο όρος κασέττα μπορεί να αναφέρεται σε διάφορες μορφές μαγνητικών μέσων αποθήκευσης που περικλείονται σε σκληρό περίβλημα, στα Ελληνικά με τον όρο αυτό συνήθως εννοούμε το μέσο που ακολουθεί τις προδιαγραφές (διαστάσεις περιβλήματος, πάχος ταινίας κλπ) του προτύπου Compact Cassette (συμπαγής κασέττα), υλοποιήσεις του οποίου φαίνονται στην εικόνα στα δεξιά.


Οι δίσκοι CD

Ο συμπαγής δίσκος CD, Compact Disc ή σι-ντι, είναι ένας οπτικός δίσκος που χρησιμοποιείται για αποθήκευση ψηφιακών δεδομένων ή για αποθήκευση ψηφιακού ήχου.
Για πρώτη φορά το 1980, η Philips και Sony παρουσίασαν αυτό το μέσο ως αποτέλεσμα σχετικής συνεργασίας. Το CD είναι διαθέσιμο στην αγορά από τα τέλη του 1982 και παραμένει ως το επίσημο μέσο για τις εμπορικές μουσικές καταγραφές έως σήμερα.
Οι προδιαγραφές των συμπαγών δίσκων διαμορφώνονται σε διεθνώς καθιερωμένα πρότυπα που διατυπώνονται από τον Διεθνή Οργανισμό Προτύπων (ISO).
Η τεχνολογία του συμπαγούς δίσκου προσαρμόστηκε αργότερα για χρήση σε Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές ως συσκευή ανάγνωσης αρχείων, γνωστή ως CD-ROM όπου υπήρχε η δυνατότητα μίας μόνο ανάγνωσης και CD-R με δυνατότητα μιας μόνο εγγραφής/πολλών αναγνώσεων και CD-RW για πολλαπλές εγγραφές και αναγνώσεις.
Τα CD-ROM/CDR/CDRW ως συσκευές δεν παράγονται πλέον αφού έχουν αντικατασταθεί πλήρως από τα DVD ROM/DVDR+/- /DVDRW. Το CD και οι επεκτάσεις του είναι εξαιρετικά επιτυχείς: το 2004, οι ετήσιες παγκόσμιες πωλήσεις του CD-Audio, του CD-ROM και του CD-R έφθασαν στους 30 δισεκατομμύρια δίσκους.



Το μουσικό CD αποτελείται από μία ή περισσότερες στερεοφωνικές διαδρομές που αποθηκεύονται χρησιμοποιώντας τη 16-μπιτη κωδικοποίηση PCM σε ένα ρυθμό δειγματοληψίας 44,1 kHz ανά κανάλι. Με βάση την αρχική τους τυποποίηση οι συμπαγείς δίσκοι έχουν μια διάμετρο 12,0 εκατοστά, ενώ η δυνατότητα αποθήκευσης τους σε ασυμπίεστο ψηφιακό ήχο είναι 74 λεπτά (ενώ σήμερα έχει επεκταθεί στα 80 λεπτά). Η χωρητικότητα ενός συμπαγούς δίσκου φθάνει τα 800 Mbyte. Υπάρχουν επίσης και δισκάκια 8,0 εκατοστών, που αποθηκεύουν 18 - 24 λεπτά ψηφιακού ασυμπίεστου ήχου ή 155 - 210 MB στοιχείων και χρησιμοποιούνται συχνά σε CD single.
Η τεχνολογία του συμπαγούς δίσκου προσαρμόστηκε αργότερα για χρήση σε Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές ως συσκευή ανάγνωσης αρχείων, γνωστή ως CD-ROM όπου υπήρχε η δυνατότητα μίας μόνο ανάγνωσης και CD-R με δυνατότητα μιας μόνο εγγραφής/πολλών αναγνώσεων και CD-RW για πολλαπλές εγγραφές και αναγνώσεις. Τα CD-ROM/CDR/CDRW ως συσκευές δεν παράγονται πλέον αφού έχουν αντικατασταθεί πλήρως από τα DVD ROM/DVDR+/- /DVDRW. Το CD και οι επεκτάσεις του είναι εξαιρετικά επιτυχείς: το 2004, οι ετήσιες παγκόσμιες πωλήσεις του CD-Audio, του CD-ROM και του CD-R έφθασαν στους 30 δισεκατομμύρια δίσκους.


 Mini Disc

Το Mini Disc player έκανε αρχικά το ντεμπούτο του το 1992. Η μορφή της συσκευής αλλά και οι τεχνικές της προδιαγραφές επέτρεπαν την εγγραφή μουσικών αρχείων σε ένα μικρό οπτικό δίσκο, μικρότερο και από το μέγεθος των συνήθη CD που κυκλοφορούν στην αγορά.
Η όλη ιδέα ήταν να κάνουν το format της συσκευής όσο το δυνατόν πιο εύχρηστο, που να επιτρέπει την εύκολη μεταφορά του, αλλά γεγονός είναι ότι ποτέ δεν αντεπεξήλθε στις προβλέψεις για την αγορά της Αμερικής. Η τιμολογιακή πολιτική της εταιρείας που ακολούθησε και η οποία δεν εφάρμοσε μικρότερες τιμές στο πέρασμα του χρόνου, θεωρείται μια αιτία των χαμηλών ποσοστών αποδοχής στην συγκεκριμένη αγορά. Η χώρα που το ΜIni Disc προσέλκυσε έντονα το ενδιαφέρον των καταναλωτών ήταν η Ιαπωνία.
Είναι περίεργο το γεγονός ότι η Sony κράτησε το συγκεκριμένο format για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δεδομένου ότι δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τα συνήθη CDs την δεκαετία του 1990 και προφανώς δεν είχε κάποια περαιτέρω ευκαιρία με την εμφάνιση της ψηφιακής μουσικής και το iPod το 2001. Το 2013 η Sony ανακοίνωσε τα σχέδιά της να σταματήσει την διάθεση στην αγορά του δημοφιλούς MiniDisc player, έπειτα από μια  πορεία 21 χρόνων που διένυσε.


Αρχεία mp3

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μία νέα και ιδιαίτερα δημοφιλής μέχρι τις μέρες μας ψηφιακή κωδικοποίηση του ήχου έκανε την εμφάνισή της. Δεν είναι άλλη από τα πασίγνωστα αρχεία mp3 που αποτελούν πιστό μας σύντροφο σχεδόν δύο δεκαετίες! Η ανακάλυψη ανήκει σε γερμανούς μηχανικούς του ιδρύματος Fraunhofer και αποτελεί μία συμπιεσμένη μορφή αρχείου ήχου, στην οποία έχουν αφαιρεθεί συχνότητες που δεν ακούει το ανθρώπινο αυτί και που δίνει αρχείο με πολύ μικρότερο μέγεθος, αλλά με ένα αρκετά ικανοποιητικό μουσικό αποτέλεσμα, ποιότητας λίγο υποδεέστερης από αυτής του compact disc. Από το ίδιο ιστιτούτο κατασκευάστηκε και το πρώτο mp3 player, με σκοπό ακριβώς αυτό: να παίζει mp3 αρχεία μουσικής.
Τα mp3 έκαναν κι αυτά τη δική τους επανάσταση, ιδιαίτερα από τα πρώτα χρόνια της ανέλιξης της δημοφιλίας του internet και έχουν περίοπτη θέση στη μουσική βιομηχανία στις μέρες μας.
Σήμερα, οι περισσότερες εταιρίες έχουν επιλέξει να διακινούν τη μουσική και τα έργα των καλλιτεχνών τους μέσω διαδικτύου σε μορφή mp3, κομμάτι κομμάτι, αν όχι αποκλειστικά, σίγουρα παράλληλα και με τους άλλους τρόπους διάθεσης.
Για τους απλούς χρήστες, ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς, τα αρχεία mp3 παραμένουν καθημερινός σύντροφος μουσικής απόλαυσης. Μικρά σε μέγεθος, χωρούν κατά δεκάδες σε δισκάκια cds, ανταλλάσσονται εύκολα ακόμα και με e-mail, τα έχει μαζί του κανείς πάντα στο φορητό του mp3 player. Αν κάποιος ζωγράφιζε την εποχή μας, σίγουρα δε θα έλειπε από τον πίνακά του, ο νεαρός με το iPod στο χέρι και τα ακουστικά στα αυτιά ...


 Δίσκος Blu-Ray

Ο δίσκος Blu-Ray,επίσης γνωστός και ως BD, είναι οπτικός δίσκος υψηλής πυκνότητας για την αποθήκευση ψηφιακών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου υψηλής ευκρίνειας βίντεο. To όνομα του προέρχεται από το μπλε-ιώδες λέιζερ που χρησιμοποιείται για να διαβάσει και να γράψει αυτόν τον τύπο οπτικού δίσκου.

Λόγω του πιο σύντομου μήκους κύματός του (405 NM), μπορούν να αποθηκευτούν περισσότερα στοιχεία σε έναν δίσκο Βlu-ray απ' ό,τι στο πρότυπο του DVD, το οποίο χρησιμοποιεί κόκκινο λέιζερ (650 NM). Ένας μονής στρώσης δίσκος Βlu-ray μπορεί να αποθηκεύσει 25 gigabytes (GB), πάνω από πέντε φορές την ικανότητα αποθήκευσης ενός μονής στρώσης DVD που ανέρχεται στα 4,7 GB. Ένας δίσκος Βlu-ray διπλής στρώσης μπορεί να αποθηκεύσει 50 GB, σχεδόν έξι φορές την ικανότητα ενός DVD διπλής στρώσης που ανέρχεται στα 8,5 GB.

Το Βlu-Ray αναπτύχθηκε από την Ένωση Δίσκου Βlu-Ray (αγγλικά: Blu-Ray Disc Association), μια ομάδα από επιχειρήσεις που αντιπροσωπεύουν τα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης, το υλικό υπολογιστών, και την παραγωγή ταινιών. Τα πρότυπα καλύπτονται από διάφορα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που ανήκουν στις διάφορες επιχειρήσεις. Τον Μάρτιο του 2007, δεν είχε οριστικοποιηθεί ακόμα μια κοινή συμφωνία χορήγησης αδειών για όλα τα σχετικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 2008, είχαν κυκλοφορήσει στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών περισσότεροι από 850 τίτλοι ταινιών σε δίσκο Βlu-Ray και περισσότεροι από 500 τίτλοι στην Ιαπωνική αγορά. Τα πρότυπο Βlu-Ray επικράτησε τελικά στον εμπορικό πόλεμο με αντίπαλο τον τύπο οπτικού δίσκου HD-DVD, καθώς η εταιρεία Toshiba που ήταν ο κύριος υποστηρικτής του δεύτερου, ανακοίνωσε στις 19 Φεβρουαρίου 2008 ότι σταματά την ανάπτυξη, κατασκευή και πώληση συσκευών HD-DVD. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να την ακολουθήσουν σύντομα σχεδόν όλες οι υπόλοιπες εταιρείες που υποστήριζαν τον συγκεκριμένο τύπο.

 Τεχνολογία



Οι δίσκοι CD, αυτοί που έρχονται στα χέρια μας και είναι εργοστασιακά γραμμένοι, αποτελούνται, κατά σειρά, από ένα διάφανο πολυκαρμπονικό υλικό, το οποίο διαπερνάει η ακτίνα laser, από μία επίστρωση αλουμινίου (όπου είναι ειδικά διαμορφωμένη και περιέχει τα δεδομένα μας). Aπό αυτή λοιπόν την επίστρωση, η ακτίνα laser διαβάζει τα δεδομένα μας. Επίσης, αποτελείται από μία στρώση ακριλικού υλικού και μία στρώσει από ειδικό πλαστικό που αποτελεί την ετικέτα, η οποία προστατεύει το cd και εκεί εγγράφουμε χειροκίνητα πληροφορίες για το περιεχόμενο του cd.

Τα δεδομένα, όπως προαναφέραμε, είναι γραμμένα στην αλουμινένια επίστρωση,cdrom σε ψηφιακή μορφή(δηλαδή 0 και 1), σε μορφή σπιράλ και ξεκινάνε από μέσα προς τα έξω. Αυτό το σπιράλ είναι τόσο πυκνό, που αν το ξετυλίξουμε, θα καλύψουμε απόσταση 5 χιλιομέτρων!



Στην αλουμινένια λοιπόν επιφάνεια που είναι σε μορφή σπιράλ, υπάρχουν προεξοχές και εσοχές. Μία προεξοχή είναι το δυαδικό 1 και μία εσοχή αποτελεί το δυαδικό 0.

Φυσικά, υπάρχουν και οι αντίστοιχες συσκευές που διαβάζουν και γράφουν με επιτυχία τα δεδομένα αυτά. Η συσκευή που διαβάζει είναι το CDROM. Αυτό αποτελείται από το μηχανισμό που «κάθεται» το cd, το μηχανισμό που περιστρέφει το μηχανισμό αυτόν και ακολούθως το cd, από τη συσκευή laser που έχει τη δυνατότητα να κινείται και περιέχει το κύκλωμα και την κεφαλή laser, το μηχανισμό εισαγωγής και εξαγωγής του cd, το λεγόμενο «πορτάκι».


Τα αντίστοιχα CDR και CDRW είναι ίδια. Η μόνη διαφορά που έχουνε είναι ότι εκπέμπουν laser σε διαφορετικό μήκος κύματος, με αποτέλεσμα την επιθυμητή αλλοίωση στην επιφάνεια εγγραφής και ουσιαστικά την εγγραφή των δεδομένων.


 Η διαδικασία ανάγνωσης από το CDROM, ενός cd, είναι σχετικά απλή. Με το που μπαίνει το cd μέσα, περιστρέφεται. Η συσκευή laser ξεκινάει και διαβάζει το cd, από μέσα προς τα έξω πάντα. laser Όσο πιο μέσα διαβάζει το laser, τόσο πιο γρήγορα κινείται και ο δίσκος cd, ενώ όσο πιο έξω διαβάζει, τόσο πιο αργά περιστρέφεται. Με αυτό πετυχαίνουμε σταθερή ταχύτητα ανάγνωσης (και φυσικά εγγραφής).

Το laser «πέφτει» πάνω στις εσοχές και στις προεξοχές. Όμως, όταν πέφτει στις προεξοχές, αντανακλάται με τέτοια γωνία, που κατευθύνεται πάνω σε έναν αισθητήρα, ενώ όταν πέφτει σε εσοχές, το laser αντανακλάται εκτός αισθητήρα.

Έτσι, όταν ο αισθητήρας δεχθεί την ακτίνα, παίρνει το bit 1, αλλιώς το bit 0(όπως προαναφέραμε, προεξοχή 1, εσοχή 0). Κατά την ανάγνωση cd μουσικής, από τον αισθητήρα, το σήμα περνάει σε έναν DAC (Digital to Analog Converter), ο οποίος το μετατρέπει από ψηφιακό σε αναλογικό.

 Στη συνέχεια, το αναλογικό σήμα περνάει από έναν ενισχυτή και μεταφέρεται στα ηχεία.


Ο δίσκος εγγραφής είναι παρόμοιος με τον εργοστασιακά γραμμένο δίσκο. εγγραφή cd dvd blu-ray  Η διαφορά είναι ότι ενδιάμεσα από το πολυκαρμπονικό υλικό και την αλουμινένια επίστρωση (που αυτή τη φορά δεν περιέχει δεδομένα), περιέχει μια χρωστική πολυμερές ουσία. Επίσης δεν περιέχεται η επίστρωση από ακρυλικό υλικό.
Κατά τη διαδικασία εγγραφής, το laser διαπερνάει το πολυκαρμπονικό υλικό και στιγματίζει-καίει σημεία της χρωστικής αυτής ουσίας που είναι η επίστρωση πριν από την αλουμινένια επίστρωση. Έτσι, καίγοντας τέτοια σημεία, έχουμε το ψηφιακό 1, ενώ σημεία που έμειναν ανέπαφα, εκφράζουν το ψηφιακό 0.

Η τεχνολογία έτσι όπως εξελίσσεται, δημιούργησε  και απογόνους μιας τόσο πετυχημένης πατέντας. Στον κόσμο των cd, δημιουργήθηκε το CDRW το οποίο μπορούμε να γράψουμε, να σβήσουμε, να ξαναγράψουμε και πάει λέγοντας.
Στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν τα DVD με πολύ μεγαλύτερη χωρητικότητα και τα BluRay που είναι και τα πιό σύγχρονα, με ακόμα μεγαλύτερη χωρητικότητα. Τα DVD και τα BluRay είναι ουσιαστικά μία «συμπίεση» των δεδομένων, με νέες μεθόδους, στον δίσκο. Αυτό επιτυγχάνεται μειώνοντας τη διάμετρο της ακτίνας laser σε κάθε αντίστοιχη τεχνολογία. Λειτουργούν - δουλεύουν με τον ιδιο τρόπο.





1  Emile Berliner ( 1851-1929)

Το 1888, ο εφευρέτης του μικροφώνου, Émile Berliner, κατασκευάζει το πρώτο γραμμόφωνο και το πρώτο άλμπουμ. Αυτή η νέα τεχνολογία υπερσκέλισε γρήγορα το φωνογράφο, ο οποίος ήταν πολύ δημοφιλής εκείνη την εποχή. Ο Γερμανός εφευρέτης μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη συνέχεια, το 1908, εγκαταστάθηκε στο Μόντρεαλ, όπου ίδρυσε το εργοστάσιο Berliner Gramophone, στη γειτονιά του St-Henri. Το εργοστάσιο θα γίνει, με το χρόνο, ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά κτίρια στον κόσμο του ήχου και της μουσικής.
Η Berliner Gramophone στη συνέχεια αγοράστηκε από την πολυεθνική RCA Victor, που δραστηριοποιείτο στους κλάδους της μουσικής, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης και αργότερα, στην αεροδιαστημική. Το 1942, η RCA Victor έχτισε ένα στούντιο ηχογράφησης στο διπλανό κτίριο, στην οδό Lacasse. Αυτό το στούντιο, που σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Gordon Lyman, έγινε το πρώτο στούντιο στον Καναδά με ένα πολυκυλινδρικό ακουστικό σύστημα. Το 1958, το στούντιο της RCA Victor αλλάζει την κατέυθυνσή του και κλείνει τις πόρτες του, για να ασχοληθεί και να σχεδιάσει την κατασκευή του πρώτου καναδικού δορυφόρου, στην υψηλής πιστότητας. Υπό την καθοδήγηση του νέου ιδιοκτήτη, το στούντιο ηχογράφησης ξανανοίγει το 1985 και συνεχίζει τις δραστηριότητές της  με την ονομασία Studio Victor.
Θέλοντας να μοιραστεί με το κοινό αυτή την συναρπαστική ιστορία στην ιστορία της δισκογραφίας του Κεμπέκ, το Studio Victor έχει συνεργάστηκε για τη δημιουργία του Musée des Ondes Émile Berliner (Μουσείο Κυμάτων Émile Berliner), που επίσης βρίσκεται στο, αριθμό 1050 της οδού Lacasse. Είναι αφιερωμένο στην ιστορία του ήχου, καθώς και τη διατήρηση, τη συλλογή και παρουσίαση των ιστορικών αντικειμένων της βιομηχανίας.

2 Ξετυλίγοντας ... τραγούδια

Η μαγνητοταινία ήταν μία επινόηση του Δανού μηχανικού Πούλσεν που έγινε πράξη στα τέλη του 19ου αιώνα. Γρήγορα επικράτησε σαν μέθοδος καταγραφής ήχου και εικόνας, κυρίως στα κινηματογραφικά στούντιο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 είχε υιοθετηθεί πλήρως στους χώρους αυτούς.

Η κασέτα παρουσιάστηκε στην παγκόσμια αγορά σχεδόν ταυτόχρονα με τους δίσκους 33 στροφών, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Η ευρεία εμπορική της χρήση θα καθιερωθεί περίπου 20 χρόνια αργότερα στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ιδιαίτερα προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, με τη διάθεση των φορητών μαγνητοφώνων, οι κασέτες γνώρισαν μεγάλη άνθιση και οι εταιρίες εφάρμοσαν την παράλληλη κυκλοφορία των τίτλων τους σε κασέτες και δίσκους 33 στροφών. Τα μονοφωνικά φορητά κασετόφωνα, που μπορούσαν να λειτουργήσουν και με μπαταρίες, και αργότερα τα μικρά στέρεο κασετόφωνα (walkman) έγιναν το πιο δημοφιλές μέσο ακρόασης μουσικής για τη νεολαία, υποχρεώνοντας τις εταιρίες να μπουν στο πνεύμα της εποχής και να εκδόσουν.

Εποχή άφησαν όμως και οι κασέτες ... χωρίς ήχο! Οι 60λεπτες και 90λεπτες άγραφες κασέτες αποτέλεσαν πόλο έλξης για τους απανταχού μουσικόφιλους. Συνδυάστηκαν αρμονικά με τα βινύλια και το ραδιόφωνο, φιλοξενώντας αυτοσχέδιες προσωπικές συλλογές από διαφορετικά βινύλια και ραδιοφωνικές ηχογραφήσεις. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, που η άνθισή τους συνδυάστηκε με τα πρώτα χρόνια της ελεύθερης ιδιωτικής ραδιοφωνίας. Με την έλευση της ψηφιακής εποχής, κασέτα και βινύλιο θα πάρουν σιγά σιγά το δρόμο προς την ιστορία.


 



 












  

Πηγές

Thomas Edison Official Site
Les premiers disques Berliner Gramophone de 12,5 cm, Archeophone.org
Studio Victor.ca
Wikipedia, cd, dvd blu-ray
Academic Dictionaries and Encyclopedias

Recording History by David Morton
Fabulous Phonograph 1877 - 1977 by Roland Gelatt
Sound Recording: The life story of a technology by David Morton
IFPI: Η ιστορία των ηχογραφημάτων
 Sony
Deutsche Grammophon
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας How Stuff Works 2004
 Τάλως, εκπαιδευτικό υλικό

Διονύση Μανιάτη, Η εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου
Περιοδικό Ορφέας
Περιοδικό Μετρονόμος
Σελίδα Μελωδός
Εφημερίδα "Το Βήμα", Το χρηματιστήριο του βινυλίου, 8-10-2000
Βασiλη Αγγελικoπουλου, Μελωδίες από το χωνί του γραμμοφώνου
Εφημερίδα "Καθημερινή", 18-8-2007

 Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν την πηγγή σεβόμενοι την προσωπική εργασία και τον κόπο που απαιτείται. Να μην παραλείπονται επίσης οι πηγές και η σχετική ββλιογραφία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου