Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 2

Η αυγή του 19ου αιώνα βρίσκει την Αρμενία μοιρασμένη μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Και ενώ τo 1828 η Ρωσία κατακτά από την Περσία το μικρότερο τμήμα, την ανατολική Αρμενία, η δυτική Αρμενία παραμένει υπό Οθωμανική κατοχή.
Οι φιλελεύθερες ιδέες της Δυτικής Ευρώπης εμπνέουν και συμβάλλουν στην εθνική αφύπνιση
των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής που, ο
ένας μετά τον άλλον, ανακτούν την ανεξαρτησία τους. Από την άλλη, η καταπίεση των Αρμενίων της Ανατολίας είναι αφόρητη. Ήδη αναδύεται το αποκαλούμενο Αρμενικό Ζήτημα1 – ως μέρος του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος – από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις, στις σχέσεις τους με το Μεγάλο Ασθενή, την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μετά τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο συμμετείχαν οι Αρμένιοι της Ρωσοκρατούμενης Αρμενίας, η Ρωσία, στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, επέβαλε μεταρρυθμίσεις υπέρ των Αρμενίων υπηκόων του Σουλτάνου, και εγγυήσεις για την προστασία τους έναντι των Κούρδων. Η απαίτηση αυτή κατέστη ηπιότερη στο Συνέδριο του Βερολίνου, αλλά το ‘Αρμενικό Ζήτημα’ παρέμεινε ως θέμα στη διεθνή πολιτική, με τη Μεγάλη Βρετανία στο ρόλο του προστάτη της Τουρκίας, μέχρι το τέλος του αιώνα.
Οι Αρμένιοι, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, αρχικά επωφελούνται από τις μεταρρυθμίσεις και τις ελευθερίες που αναγκάζεται να παραχωρήσει η Υψηλή Πύλη, γνωστές ως Τανζιμάτ. Τα δικαιώματα αυτά όμως, είναι άγνωστα στους Αρμενίους της Ανατολίας, που στενάζουν κάτω απ’ το τουρκικό ζυγό. Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας χάσει τα περισσότερα εδάφη της στα Βαλκάνια, φοβάται πως θα χάσει και τη Δυτική Αρμενία. Ήδη αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα κρατική αντίληψη, για οριστική επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος, με τον ολοκληρωτικό αφανισμό των Αρμενίων από την ιστορική τους πατρίδα των 3500 χρόνων…
Στα χρόνια του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ οι σφαγές ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Το 1895, ενώ αναγκάστηκε να υποσχεθεί προς τη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Ρωσία ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, μεγάλης κλίμακας σφαγές έγιναν στις Αρμενικές επαρχίες. Το 1896 νέες σφαγές ξέσπασαν στην πρωτεύουσα και την Κιλικία.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους, η ‘οριστική λύση’ του Αρμενικού Ζητήματος παίρνει συγκεκριμένη μορφή. Επωφελούμενοι από τις ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Νεότουρκοι σχεδιάζουν και θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του Αρμενικού λαού, στο διάστημα 1915 – 1917. Έτσι πιστεύουν ότι θα εξασφαλισθεί η ομοιογένεια του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, ο εκτουρκισμός της και θα υλοποιηθεί το όραμα του παντουρκισμού.
Τρία μέλη της κυβέρνησης, ο Μεχμέτ Ταλαάτ, Υπουργός Εσωτερικών το 1915 και Πρωθυπουργός το 1917, ο Ισμαϊλ Ενβέρ, Υπουργός Πολέμου, και ο Αχμέτ Τζεμάλ, Υπουργός Ναυτικών και στρατιωτικός διοικητής της Συρίας, συνιστούν την τριανδρία που ελέγχει την κυβέρνηση και είναι ο ιθύνων νους της γενοκτονίας. Τις υπογραφές τους φέρουν οι εντολές που αποστέλλονται στους διοικητές των επαρχιών της Αυτοκρατορίας, για τον ξεριζωμό των Αρμενίων. Παράλληλα, δημιουργείται μία νέα μυστική οργάνωση, η Ειδική Οργάνωση, που στελεχώνεται με παραστρατιωτικούς και κατάδικους, στους οποίους και ανατίθεται η αποστολή της μαζικής σφαγής των Αρμενίων που θα εκτοπίζονταν από τις εστίες τους.


Άδανα

Τον Απρίλιο του 1909, στην επαρχία της Κιλικίας έλαβαν χώρα οι σφαγές των Αδάνων ενώ παράλληλα στην Κωνσταντινούπολη ξέσπασε μια μυστηριώδης εξέγερση, η οποία απεδόθη σε αντιδραστικές δυνάμεις, ειδικότερα σε θρησκευτικές και εχθρικές προς την επανάσταση των Νεοτούρκων του 1908. Η πρώτη φάση, εκτυλίχθηκε μεταξύ 14 και 16 Απριλίου. Ένα οπλισμένο πλήθος μουσουλμάνων επετέθη στην αρμενική συνοικία των Αδάνων. Οι Αρμένιοι αμυνόμενοι αντιστάθηκαν σε άλλες πόλεις και χωριά της Κιλικίας, όπου επίσης γίνονταν σφαγές.
Αυτή η πρώτη φάση, διεκόπη με την επέμβαση των στρατιωτικών δυνάμεων οι οποίες ωστόσο δεν σταμάτησαν την έκρηξη των βιαιοτήτων, καθώς από τις 25 έως τις 27 Απριλίου - και μετά την άφιξη των προερχομένων από την πρωτεύουσα συνταγματικών στρατευμάτων - εξελίχθη η δεύτερη φάση των σφαγών, οπότε η αρμενική συνοικία πυρπολήθηκε ολοσχερώς. Ο απολογισμός ήταν: 20.000 νεκροί στη συντριπτική τους πλειονότητα Αρμένιοι.
Η νέα κυβέρνηση προσπάθησε να ενοχοποιήσει το σουλτάνο ως υπεύθυνο τόσο για την απόπειρα της επαναστατικής ανταρσίας στην πρωτεύουσα όσο και για τις σφαγές των Αδάνων. Στην πραγματικότητα όμως χωρίς να μπορεί να το αποδείξει. Επιπλέον, δεν έπεισαν και ορισμένοι κύκλοι νεοτούρκων οι οποίοι άφηναν να εννοηθεί ότι τα θύματα καταζητούντο. Γρήγορα, με τη σιωπηλή συμφωνία των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες είχαν προξενεία στα Άδανα, οι σφαγές - στην καλύτερη περίπτωση - χαρακτηρίστηκαν ως ένα δυσάρεστο επεισόδιο, θεωρώντας τες ως μία από τις τελευταίες αναταραχές του παρελθόντος, οι οποίες δεν θα μπορούσαν φυσικά να υποθηκεύσουν το μέλλον.

Άδανα 1909


Κωνσταντινούπολη

Στις 24 Απριλίου 1915, συλλαμβάνονται στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούνται εκατοντάδες Αρμένιοι διανοούμενοι: Στόχος να παραμείνει ο Αρμενικός λαός χωρίς πνευματική ηγεσία, χωρίς καθοδήγηση…Στις αρμενικές επαρχίες της Ανατολίας, στρατολογούνται, αφοπλίζονται και στη συνέχεια εκτελούνται όλοι οι άρρενες Αρμένιοι ηλικίας 15 – 62 ετών. Ανυπεράσπιστοι άμαχοι, γυναίκες, γέροι και παιδιά, εκδιώκονται βιαίως από τις πατρογονικές τους εστίες και οδηγούνται μαζικά προς τις αφιλόξενες ερήμους της Συρίας… το Ντερ-ελ-Ζορ… Καθ’οδόν, δέχονται τις επιθέσεις του τακτικού στρατού αλλά και των ατάκτων και των Κούρδων νομάδων. Σφαγές, βιασμοί, δολοφονίες, αρπαγές παιδιών, ληστείες, …ελάχιστοι επιβιώνουν…
Πάνω από ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι, δηλ. το 80% του Αρμενικού πληθυσμού της Δυτικής Αρμενίας, χάθηκε στην πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα… Ένας μικρός, σχετικά, αριθμός επιζώντων βρήκε καταφύγιο στις γειτονικές χώρες -μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα -, συγκροτώντας σταδιακά τη μεγάλη Αρμενική Διασπορά. Στις επαρχίες της Δυτικής Αρμενίας, που εντάσσονται στο νεοσυσταθέν Τουρκικό κράτος, μόνον τα ερείπια της πλούσιας αρμενικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς θυμίζουν πλέον την τρισχιλιετή παρουσία των γηγενών Αρμενίων…




Επιχείρηση Bank Ottoman

Η επιχείρηση2 οργανώθηκε από την κεντρική επιτροπή της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας -Τασνακτσουτιούν και ήταν μια μείζων πολιτική πράξη, που σκοπό είχε να αναγκάσει τις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία) να παρέμβουν δυναμικά και να συμβάλλουν στην επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος, πόσο μάλλον όταν η κατάληψη της τράπεζας έθετε σε κίνδυνο και τα δικά τους συμφέροντα. Η προετοιμασία και ο σχεδιασμός είχε ξεκινήσει από τις αρχές του καλοκαιριού, έτσι στις 14 Αυγούστου στις 12 το μεσημέρι, μια ομάδα 26 αγωνιστών υπό την ηγεσία των Αρμέν Καρό, Παπκέν Σιουνί και Χράτς επιτίθενται στην τράπεζα. Την ίδια στιγμή σε άλλα σημεία της πόλης πραγματοποιούνται επιθέσεις κατά στρατιωτικών κτιρίων και στρατοπέδων, ενώ μέλη του κόμματος επέδωσαν υπόμνημα στις ευρωπαϊκές πρεσβείες, με το οποίο ζητείτο η εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στην τουρκοκρατούμενη Αρμενία.

Στην ανταλλαγή πυροβολισμών κατά την είσοδο στην τράπεζα, ο Παπκέν Σιουνί πέφτει νεκρός μαζί με έναν σύντροφό του ενώ άλλοι οκτώ τραυματίζονται, παρόλα αυτά επιτυγχάνεται η κατάληψη, η οποία διαρκεί μέχρι το πρωί της 15ης Αυγούστου, όταν ύστερα από μεσολάβηση των πρέσβεων των τριών μεγάλων δυνάμεων, οι Αρμένιοι αποχωρούν -έχοντας αποκρούσει δύο επιθέσεις των τουρκικών αρχών- αφήνοντας πίσω τους 4 νεκρούς και 5 σοβαρά τραυματίες, χωρίς όμως να έχουν πειράξει κανέναν από το προσωπικό και χωρίς να λείπει ούτε μια λίρα από τα χρηματοκιβώτια. Οι επιζώντες καταληψίες απελάθηκαν στη Μασσαλία, όπως είχε συμφωνηθεί με τον εκπρόσωπο των πρέσβεων Ρώσο Μαξίμοβ.
Αμέσως μετά, ως αντίποινα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν μεγάλο κύμα σφαγών εναντίον των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης. Η ταυτόχρονη και ταχύτατη εμφάνιση των σφαγέων και ο εξοπλισμός τους με τα ομοιόμορφα ξύλινα ρόπαλα, επιβεβαιώνει την άποψη ότι όλα είχαν οργανωθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις», αυτόπτης μάρτυς έγραφε στο φύλλο της 26ης Αυγούστου:

«Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι η σφαγή εγένετο τη επινεύσει και τη πρωτοβουλία των αρχών. Οι μουσουλμάνοι ηγνόουν μόνο την ημέρα και την ώραν, αλλ’ ήσαν προειδοποιημένοι ότι άμα ως τελεσθή κίνημα τι αρμενικόν θα επιτραπή αυτοίς να σφάξωσι τους Αρμενίους. 
Τούτο αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι, άμα ως ηκούσθησαν πυροβολισμοί, εξήλθαν εις τας οδούς οι ροπαλοφόροι, χωρίς να παρέλθη χρονικόν τι διάστημα προετοιμασίας ως θα εγένετο εάν μη ήτο προπαρασκευασμένοι».

Οι σφαγές επεκτάθηκαν και στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Η νεαρή Αγγλίδα Ντορίνα Νηβ, η οποία διέμενε στο Κανδήλι και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των διωγμών κατά των Αρμενίων στο παραλιακό αυτό προάστιο, περιέγραψε τα γεγονότα στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Είκοσι έξι χρόνια στο Βόσπορο», ως εξής: «Ομάδες μουσουλμάνων εμφανίστηκαν ταυτόχρονα και οι Αρμένιοι σφαγιάζονταν από μια ορδή βαζιβουζούκων, άγριων ανθρώπων από τη Μικρά Ασία, που ήταν σε ετοιμότητα για μια τέτοια περίσταση. Η τουρκική κυβέρνηση είχε πληροφορηθεί, μέσω του οργανωμένου συστήματος κατασκόπων που διέθετε, ότι οι Αρμένιοι προετοίμαζαν αυτό το δραστικό εγχείρημα και μόλις ακούστηκε η έκρηξη της πρώτης βόμβας, δόθηκε το σύνθημα της χωρίς διακρίσεις σφαγής των Αρμενίων. Επικεφαλής των συμμοριών ήταν σοφτάδες και αξιωματικοί της αστυνομίας, ενώ οι παρευρισκόμενοι στρατιώτες απλώς παρατηρούσαν και πότε-πότε έριχναν κάποιον πυροβολισμό στον αέρα…».
Οι σφαγές της Κωνσταντινούπολης υπήρξαν αφορμή να εκδηλωθεί ένα πραγματικά μεγάλο κύμα συμπάθειας του Ελληνισμού προς τους Αρμενίους. Ο ανά τον κόσμο ελληνικός Τύπος παρουσίασε λεπτομερώς τα συμβάντα. Τα δημοσιεύματα, οι περιγραφές και οι καταγγελίες ήταν πολλές.
Η συμπαράσταση προς τους διωκόμενους Αρμενίους, είχε την κορυφαία έκφανσή της στο χώρο του μικρού και πτωχού ελλαδικού κράτους, Κάποια άλλα κράτη (Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία) αρνήθηκαν να δεχτούν αρμενίους πρόσφυγες.


 Μαρτυρίες


 Μανούκ Τζαρουγκιάν..

Αγαπημένε μου αδελφέ,

Κατά πρώτον χαιρετώ την οικογένειά σου και όλους σας.
Ως συνέπεια τού παρόντος πολέμου με στράτευσαν και εμένα και θα με έστελναν κατ’ ευθείαν στην (πόλη) Γκαρίν (Ερζερούμ).Αναγκάστηκα να υποβάλλω σχετικό αίτημα εξαγοράς, το οποίο απεδέχθησαν για 20 ημέρες. Πλήρωσα ως εγγύηση 45 λίρες και με κράτησαν στα εδώ τάγματα εργασίας, έως ότου εξοφλήσω την εξαγορά και απελευθερωθώ.Συνεπώς, μόλις λάβετε την επιστολή, παραδώστε αμέσως 60 λίρες στο τοπικό ταχυδρομείο και να τις αποστείλετε κατ’ ευθείαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πατριάρχη Παναγιότατο Ζαβέν Γεγιαγιάν.
Να γράψετε και συνοδευτική επιστολή στην κάτωθι αναγραφόμενη διεύθυνση στον Πατριάρχη. Έχω ήδη ενημερώσει το Πατριαρχείο. Μόλις τα παραλάβουν (εννοεί τις λίρες και την επιστολή) θα μού τα στείλουν αμέσως. Μείνετε ήσυχοι ως προς αυτό.Μόλις λάβω το ποσό και πληρώσω την εξαγορά θα με απελευθερώσουν και θα σας ενημερώσω.
Παρά το γεγονός ότι σκέφθηκα να τηλεγραφήσω για αυτό το θέμα, εν τούτοις, συνυπολογίζοντας τις δυσκολίες τις οποίες θα αντιμετωπίσω, έκρινα σκόπιμο να επικοινωνήσω μαζί σας με επιστολή. Ελπίζοντας ότι θα πραγματοποιήσετε απαρέγκλιτα αυτό το ζήτημα, περιμένω με ανυπομονησία το ποσό και την επιστολή σας.

Ο αδελφός σας
Μανούκ Τζαρουγκιάν3

Παρακαλώ στείλε στο Πατριαρχείο μαζί με το γράμμα σου:

Διεύθυνση στην πόλη Γκαμάχ: Γκαμάχ4 - Βαρί Παγκαρίτα


Με λένε Αραξή Παμπουκιάν - Μπογοσιάν...

Γεννήθηκα 26 Ιανουαρίου 1939 στο Ιντέρ του Μουσά Λερ. Θα σας διηγηθώ από την αρχή την ιστορία της οικογένειάς μου, όπως μου την διηγήθηκαν οι δικοί μου πολλές φορές, αλλά στη συνέχεια κι όπως την έζησα εγώ..

Ο πατέρας μου λεγόταν Οβαννές Παμπουκιάν. Οι ρίζες των γονιών του κρατούσαν από τα Άδανα και από το Αντάπ. Κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας του 1915 ο πατέρας μου ήταν 14 ετών. Οι γονείς του, δηλαδή ο παππούς και η γιαγιά μου Άννα, άφησαν τη τελευταία τους πνοή στους δρόμους της ερήμου. Ο πατέρας μου και ο Μπογός, ο αδελφός του 12 ετών, σώθηκαν χάρη στις φροντίδες αράβων γυναικών. Δεν γνωρίζουμε τι έγινε η αδελφή τους και θεία μου Ισκουή Παμπουκιάν, αν πέθανε ή αν σώθηκε από άλλους. Ποτέ δεν μάθαμε. Οι γυναίκες λοιπόν των Αράβων έκρυψαν τον πατέρα μου και τον αδελφό του πίσω από σωρούς με ξύλα και ξερά χόρτα. Αργότερα, όταν απομακρύνθηκαν οι Τούρκοι, τους πήραν για παραπαίδια στο σπίτι τους, να κάνουν τις μικροδουλειές. Τους φέρθηκαν ευγενικά και έδειξαν κατανόηση στο πόνο τους. Έζησαν μερικά χρόνια εκεί και όταν έμαθαν ότι στο βουνό Μουσά Λερ υπήρχαν τα μοναδικά πια σε όλη την Κιλικία αρμενικά χωριά, ζήτησαν να φύγουν για να βρουν τους συμπατριώτες τους. Το 1919 ο πατέρας μου ήταν 18 χρονών, όταν πια έφτασαν στο Ιντέρ. Ο πατέρας μου ήταν καλός μάστορας μυλόπετρας, ήταν καλός χειροτέχνης γενικά και πολύ εργατικός. Στο Ιντέρ γίνεται λοιπόν μυλωνάς.

Η μητέρα μου λεγόταν Ντιρουή Ιπρατζιάν του Μπεντρός και της Μαριάμ. Γεννήθηκε το 1912 σε ένα από τα χωριά του Μουσά Λερ, το Ιντέρ. Είχε 7 αρμενικά χωριά: Ιντέρ, Χιντιρμπάκ, Βερίν Ταγ, Κεσάπ, Μπερτιάς, Βακίφ και άλλο ένα που δεν θυμάμαι τώρα.

Ξεκινάει η γενοκτονία του 1915. Λίγο πριν είχε έρθει, λέει, ένας Αρμένιος από τη Γαλλία με τη γυναίκα του επίσκεψη στο Μουσά Λερ. Έτσι έτυχε να είναι και αυτός εκεί στα γεγονότα. Θαρρώ πως τον έλεγαν Γιαγουπιάν ή Γεσαή. Αυτός καλεί σε συμβούλιο τους παπάδες, δασκάλους, προύχοντες, γραμματιζούμενους, όσους είχαν εξουσία ή άποψη από όλα τα αρμενικά χωριά του Μουσά Λερ και με προτροπή του αποφασίζουν να μη παραδοθούν στους Τούρκους. Η μοίρα των Αρμενίων της Κιλικίας και δυτικής Αρμενίας είχε γίνει πια γνωστή. Το Μουσά Λερ είχε πυκνά δάση και μόνο οι ντόπιοι Αρμένιοι ήξεραν τα μονοπάτια. 

Στο συμβούλιο αυτό αποφασίζουν να ανέβουν όλοι στο βουνό για να προστατευθούν. Δεν παρέδωσαν ούτε τους νέους άντρες που έπρεπε τότε να καταταγούν στο Οθωμανικό στρατό, γιατί ήταν σίγουροι ότι θα πάνε χαμένοι. Φεύγουν όλοι μαζί πολύ καλά προετοιμασμένοι και οργανωμένοι, δηλαδή αρκετές χιλιάδες κόσμος από τα 7 χωριά. Η μητέρα μου Ντιρουή ήταν μόλις 3 ετών, την φόρτωσαν πάνω στο μουλάρι. Μαζεύουν λοιπόν όλα όσα μπορούσαν, φορτώνουν γαϊδούρια και μουλάρια και ανεβαίνουν ψηλά, εκεί που αραιώνει το δάσος, όπου και κατασκηνώνουν. Ήταν καλοκαίρι ευτυχώς. Πήραν μαζί τους και τα ζωντανά τους, κατσίκια κυρίως και αρνιά και ότι άλλο απαραίτητο. Είχαν μαζί τους ακόμη και «γεργκάνκ», ένα εργαλείο σαν ατομικός μύλος, που αποτελείται από μικρές μυλόπετρες και χρησιμεύει για να αλέθουν οι γυναίκες το πλιγούρι. Οι άντρες, έτσι και ο παππούς μου ο Μπεντρός, φυλάγανε σκοπιά σε όλα τα μονοπάτια που έρχονταν από κάτω. Για όπλα είχαν ότι είχαν από πριν για κυνήγι, αλλά έφτιαχναν και από μόνοι τους «ινκνασέν ζενκέρ» (αυτοσχέδια όπλα και σφαίρες). Οι Τούρκοι επιτέθηκαν πολλές φορές από χαμηλά, πυροβολούσαν ή έριχναν με κανόνια, όμως δεν κατάφεραν να τους προσεγγίσουν, γιατί δεν ήξεραν τα μονοπάτια. Συνολικά μόνο 18 δικά μας παλικάρια σκοτώθηκαν, θυσιάστηκαν για όλους.

Το φαΐ λιγόστευε. Οι νέες γυναίκες, αυτές που ήταν ανύπαντρες ή δεν είχαν μωρά παιδιά, με τη συνοδεία λίγων αντρών κατέβαιναν τις νύχτες στα χωριά για να φέρουν φαγώσιμα. Η γη τους ήταν πολύ γόνιμη, με πολλά νερά που κατέβαιναν από το βουνό. Είχαν πολλά δέντρα, συκιές, ροδιές, μουριές, ελιές, μανταρινιές, οπωροφόρα δέντρα, αμπέλια και πολλά άλλα. Οι αποθήκες των σπιτιών γεμάτες σιτάρι, αλεύρι, κρασιά, σταφίδες, ξερά σύκα και ποιος ξέρει τι άλλα. Κάποια φορά τη νύχτα, στην επιστροφή από τα χωριά, πιάνεται το «τσουχά» -πανωφόρι- ενός άντρα σε ένα κλαδί. Αυτός νομίζει ότι τον έπιασαν οι Τούρκοι. Βάζει τότε το όπλο προς τα πίσω και πυροβολεί, σκίζεται το «τσουχά» και σώνεται. Βλέπει μετά ότι ήταν μόνο ένα κλαδί, γελάνε όλοι μαζί.

Οι Τούρκοι από τα μεσόγεια δεν είχαν σταματήσει να ρίχνουν με κανόνια. Από τη μεριά της θάλασσας δεν είχε Τούρκους. Οι άντρες βλέπουν να περνούν πλοία με γαλλικές ή αγγλικές σημαίες. Αποφασίζουν να ζητήσουν βοήθεια από τη θάλασσα. Είναι Αρμένιοι, περικυκλωμένοι από Τούρκους και μόνο από τη μεριά της θάλασσας ελπίζουν για σωτηρία. Πάνω σε τεράστια σεντόνια -σαν πανό- γράφουν: «Όποιος αγαπάει τον Θεό ας μας σώσει». Κρεμούν αυτά τα σεντόνια πάνω από απότομους γυμνούς βράχους που κοιτούσαν προς τη θάλασσα. Τις νύχτες άναβαν φωτιές, μήπως και τους προσέξουν από τα πλοία. Κάποια στιγμή πλησιάζει ένα γαλλικό πλοίο, το «Ντουσέν», ο καπετάνιος είναι Γαλλοαρμένιος. Τη νύχτα συνεννοούνται με φωτάκια και τη μέρα με αυτόσχέδια μεγάφωνα. Ο καπετάνιος ζητά κάποια αντιπροσωπεία τους για να μιλήσουν. Οι Μουσαλερτσί Αρμένιοι αποφασίζουν πως, αν δεν γυρίσει η αντιπροσωπεία ή δεν έρθει βοήθεια, δεν έχουν άλλη λύση, θα ρίξουν γυναίκες, παιδιά, γέρους και αδύναμους στη θάλασσα, ενώ οι άντρες θα οργανώσουν ηρωική κάθοδο, βέβαιοι πως θα πεθάνουν όλοι, αλλά τουλάχιστον θα προκαλούσαν και αυτοί απώλειες στον εχθρό. Η αντιπροσωπεία κατεβαίνει στο πλοίο, τους πηγαίνουν στο λιμάνι, εκεί εξιστορούν τα γεγονότα στους Γάλλους και 1-2 νύχτες μετά έρχονται γαλλικά πλοία για να παραλάβουν τον κόσμο. Στα πλοία μπαίνουν πρώτα τα παιδιά, οι γυναίκες, οι γηραιότεροι και φυσικά οι τραυματίες. Οι άντρες μένουν οπισθοφυλακή μέχρι να έρθουν κι άλλα πλοία να τους παραλάβουν. Όταν ξανάρθαν τα πλοία, οι Τούρκοι τα βομβάρδιζαν από τη στεριά κρυμμένοι μέσα σε μια αρμενική εκκλησία, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν αρκετοί Μουσαλερτσί, ανάμεσά τους ο αδερφός της γιαγιάς μου Μαριάμ, αλλά πολύ βαριά και ο άντρας της, ο πατέρας της μάνας μου. Οι Γάλλοι ζητούν άδεια από τους Μουσαλερτσί να βομβαρδίσουν την αρμενική εκκλησία για να σταματήσουν τους Τούρκους. Οι Αρμένιοι δίνουν τη συγκατάθεσή τους, η εκκλησία με τους Τούρκους μέσα ανατινάζεται και έτσι σώζονται από τα εχθρικά πυρά. Ήταν Σεπτέμβρης του 1915 όταν ολοκληρώθηκε η επιχείρηση σωτηρίας. Είχαν μείνει περίπου 40 ημέρες εκεί στο Μουσά Λερ.
Οι Γάλλοι τους πηγαίνουν στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, όπου μένουν περίπου 4 χρόνια σε στρατόπεδα. Οι τραυματίες μεταφέρονται χώρια. Έτσι χάνονται τα ίχνη τους. Η ζωή στο Πορτ Σάιντ ήταν πολύ δύσκολη. Η θλίψη του ξεριζωμού, η πείνα, αλλά ιδίως η ελονοσία εξόντωσαν πολλούς δικούς μας.

Το 1918 ή 1919 οι Γάλλοι ανακοινώνουν στους Αρμενίους πως η περιοχή του Μουσά Λερ είναι προτεκτοράτο τους και πως μπορούν άφοβα να επιστρέψουν, αν θέλουν. Φυσικά και όλοι επιστρέφουν πίσω στα χωριά τους. Πολλά από τα σπίτια τα βρήκαν κατεστραμμένα, λεηλατημένα, τα χωράφια είχαν μείνει χέρσα, ακαλλιέργητα και ποδοπατημένα για πολλά χρόνια. Μα σιγά σιγά ξαναστήνουν το βιός τους. Προκομμένοι άνθρωποι. Η περιοχή ξανανθίζει. Εκτός από τη γη που ήταν πλούσια και γόνιμη, το Μουσά Λερ είχε τεράστια πυκνά δάση. Έκαναν λοιπόν εμπόριο ξυλείας και κάρβουνου. Το κλίμα βοηθούσε και είχαν πολλές μουριές, έτσι είχαν πλήρη μεταξουργία, από την εκτροφή του μεταξοσκώληκα έως και την υφαντουργία. Επίσης από κόκαλα ζώων έφτιαχναν όμορφες χτένες και στολίδια για τα μαλλιά. Είχε δουλειά για όλους, άντρες και γυναίκες, στη γη, στην παραγωγή, στο εμπόριο… Τότε ήταν που ήρθαν στο Ιντέρ ο πατέρας μου με τον αδερφό του. Διασώθηκαν από ολάκερη γενοκτονία. Ο πατέρας μου 18 χρονών πια, ανέλαβε το νερόμυλο του χωριού.
Όταν η Ντιρουή ήταν 8 ετών, η μάνα της η Μαριάμ (η γιαγιά μου) είδε να επιστρέφει σώος ο άντρας της Μπεντρός και ο αδελφός της. Τόσα χρόνια είχαν χάσει την ελπίδα, τους θεωρούσαν νεκρούς, τους είχαν πενθήσει σιωπηλά. Από την χαρά της η καρδιά της δεν αντέχει και σβήνει επί τόπου. Ήταν ένας θάνατος από χαρά. Μερικούς μήνες μετά πεθαίνει και η μάνα της γιαγιάς μου, βαρύ το πένθος για την κόρη της. Το 1922 ή '23 πεθαίνει και ο Μπεντρός, μάλλον από επιπλοκή του τραύματος που είχε τότε στο πλοίο. Η Ντιρουή και τα δυο μικρότερα της αδέλφια μένουν ορφανά (η αδερφή της Σαμιράμ -που πολύ αργότερα παντρεύτηκε κι έζησε στη Βραζιλία- και ο αδερφός της Μαργκός Ιπρατζιάν -που αργότερα σπούδασε στη σχολή Μελκονιάν της Κύπρου, γύρισε στο Λίβανο και έγινε διευθυντής σχολείου στο Αντζάρ και στη Βηρυτό). Τη φροντίδα τους αναλαμβάνει η οικογένεια του αδελφού του Μπεντρός, ο Οβαννές Ιπρατζιάν.

Το 1926 παντρεύουν την Ντιρουή σε ηλικία 14 ετών με το μυλωνά του χωριού, τον νεαρό Οβαννές Παμπουκιάν. Αναλαμβάνει εκείνη τότε και τη φροντίδα του μικρότερού της αδελφού. Οι γονείς της είχαν μεγάλη περιουσία. Περιουσία όταν λέμε, είχαν ένα μεγάλο διώροφο σπίτι με μπαλκόνια και με κανονικά κεραμίδια, αρχοντικό για την εποχή, πολλά και γόνιμα χωράφια, κήπους, περβόλια και γη. Ασχολούνταν και με τη μεταξουργία. Αυτή η περιουσία είχε δημιουργηθεί από την εποχή του παππού της Ντιρουή, του Μαργκός που ήταν προύχοντας, τίτλος τιμής για την εποχή. Φυσικά ότι είχε καταστραφεί μεταξύ '15 και '18 ξαναστήθηκε με πολύ και σκληρή εργασία. Στα χωράφια τους δούλευαν και Άραβες από τα γειτονικά χωριά και πληρώνονταν σε είδος: μισά μισά η παραγωγή. Η Ντιρουή και ο Οβαννές όσο ζουν στο Μουσά Λερ κάνουν 5 παιδιά, όλα κορίτσια. Τελευταία γεννήθηκα εγώ, η Αραξή, αρχές του 1939.

Ήμουν 5-6 μηνών την ημέρα του Βαρτεβάρ, τον Ιούλιο του '39, όταν λήγει η εικοσαετής συμφωνία των Γάλλων και η περιοχή παραδίδεται σε τουρκική κυριαρχία. Η τουρκική κυβέρνηση απαιτούσε από τους Μουσαλερτσί να αρνηθούν ή τη γλώσσα ή τη θρησκεία τους. Ή εξισλαμισμός ή εκτουρκισμός ή ίσως και τα δύο. Οι Γάλλοι προτείνουν στους Μουσαλερτσί Αρμένιους να τους μεταφέρουν όλους στην περιοχή Αντζάρ του Λιβάνου, όπου θα ετοίμαζαν σπίτια για να ζήσουν εκεί. Οι περισσότεροι ακολουθούν τους Γάλλους. Δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν τις περιουσίες τους μαζί, όλος ο πλούτος έμεινε στους Τούρκους. Σε ένα μόνο χωριό το Βακίφ οι κάτοικοι αποφάσισαν να μείνουν στη γη του Μουσά Λερ. Δεν ξέρω, ναι, δυστυχώς δεν μάθαμε τι έγινε με όσους έμειναν πίσω.
Στο Αντζάρ ενόσω οι Γάλλοι έχτιζαν τα σπίτια, εμείς μέναμε σε σκηνές. Η φύση ήταν παρόμοια με του Μουσά Λερ, αλλά η προσαρμογή ήταν δύσκολη. Ο πατέρας μου έγινε πάλι ο μυλωνάς του χωριού. Ήμουν πολύ μικρή, όμως θυμάμαι ακόμη πως ο μύλος του πατέρα μου ήταν μια ευθεία από το σπίτι, αριστερά και δεξιά από το δρόμο ήταν γεμάτο καστανιές. Ήταν και μια βρυσούλα εκεί κοντά και από όπου πίναμε νερό. Ήταν κι ένα ήσυχο αλλά βαθύ ποτάμι, ο Άσσα, που έρεε πλάι στα χωράφια των σιταριών. Τα κοντινά χωριά κατοικούνταν από χριστιανούς Άραβες. Υπήρχε κι ένας κήπος, γεμάτος καστανιές, εκεί μαζεύονταν κυρίως οι νέοι. Εκεί και το μνημείο για το Μουσά Λερ. Κάθε χρόνο, την τρίτη Κυριακή του Σεπτέμβρη ετοιμάζουν σε μεγάλα καζάνια "χερισά" και το μοιράζουν στον κόσμο, διότι το πλοίο Ντουσέν μας έσωσε από τον αποκλεισμό το Σεπτέμβρη το '15. Τη μνήμη αυτή τιμούμε την ίδια μέρα στο μνημείο για το Μουσά Λερ και στην Αρμενία, όπως την τιμούσαν κάποτε, από το '19 ως το '39, και στο Μουσά Λερ.

Η ζωή τα 'φερε έτσι που μετά από το Μουσά Λερ ξεριζωθήκαμε πολλές φορές. Από το Αντζάρ -Αρμενία. Εκεί προσγειωθήκαμε στη σοβιετική πραγματικότητα. Εμάς, μας εγκατέστησαν κοντά στο Λενιναγκάν (Κιουμρί), στο χωριό του μεγάλου ποιητή Αβεντίκ Ισαακιάν, το Αγήν, πλάι στον ποταμό Αρπά Τζάι, στα σύνορα με την Τουρκία. Ο πατέρας μου έγινε πάλι μυλωνάς και εκεί ζήσαμε περίπου ένα χρόνο. Ο νερόμυλος παλιά ανήκε στην οικογένεια του Αβεντίκ Ισαακιάν. Τότε ανήκε πια στο κολχόζ και η παραγωγή μοιραζόταν στον κόσμο. Ο Αβεντίκ Ισαακιάν πήγαινε συχνά στον νερόμυλο, συζητούσε με τον πατέρα μου και κατέγραφε την διήγησή του σε ότι αφορούσε την ιστορία του Μουσά Λερ.
Μετά από πολλές υποχρεωτικές μετατοπίσεις μέσα στη χώρα μας, βρίσκομαι τώρα εδώ, στην Ελλάδα και ποιος ξέρει τι θα ξημερώσει αύριο. Μια επιθυμία όμως έχει μείνει άσβεστη μέσα μου. Να βρεθώ για λίγο στο Ιντέρ, στο Μουσά Λερ, στον τόπο γέννησής μου! Να δω το σπίτι των δικών μου, αν υπάρχει ακόμη, θα το αναγνωρίσω, τόσο καλά μας το έχουν περιγράψει οι δικοί μας…


Με λένε Μισάκ Απελιάν..

Γεννήθηκα το 1938 στην πόλη Μαλαγέρ (ή Μαρακέγ) της Περσίας. Θα σας διηγηθώ την ιστορία της οικογένειάς μου, ιδιαίτερα δε του πατέρα μου.
Στο χωριό Ουζουνλού, της περιοχής Γιοζγκάτ, ζούσαν ο παππούς μου Οβαννές Απελιάν - Κανανιάν και η γιαγιά μου Μάρτα. Το Ουζουνλού ήταν 60 χλμ. από την Άγκυρα στο δρόμο προς Κιλικία. Ο Οβαννές είχε 4 γιους και 2 κόρες: ο Μισάκ, ο Γεζεκέλ, ο Μεσρόπ, ο Ρουπέν και η Αλτούν. Την άλλη κόρη, μικρότερη απ’ όλους, δεν θυμάμαι πως την έλεγαν. Πατέρας μου ο Μεσρόπ. Θυμάμαι όσα μας έλεγε, τα θυμάμαι καλά, γιατί μας τα διηγιόταν συχνά και πολύ παραστατικά.
Ο τουρκικός στρατός και η χωροφυλακή εισέβαλαν, που λέτε, απρόσμενα το 1915 στο Ουζουνλού. Σφαγές και αρπαγές γίνονταν και σε άλλα μέρη, μα άρχισαν τόσο ξαφνικά και πήραν μεγάλη έκταση τόσο γρήγορα, που κανείς δεν προλά-βαινε να αντιδράσει ή έστω να τρέξει να ειδοποιήσει άλλες περιοχές. Οι δυο μεγαλύτεροι, Μισάκ και Γεζεκέλ είχαν ήδη κληθεί και υπηρετούσαν τη θητεία τους στο τουρκικό στρατό, κάπου μακριά.
Ο ιμάμης της περιοχής διάβασε τη διαταγή σφαγής και κατέληξε: «Ω, καταραμένοι! Ο μεγάλος Αλλάχ έφερε τη μέρα που όποιος είναι μουσουλμάνος, πρέπει να σφάζει τους Αρμένιους». Έδεσαν τους άντρες 17 ως 60 χρονών ανά δεκάδες, πολλές δεκάδες, για να τους πάνε για σφαγή. Η επιλογή των αντρών έγινε με μια ματιά στο λαιμό, δηλαδή σ’ όποιον προεξείχε το “μήλο του Αδάμ”. Δεν σώθηκε κανένας τους, …ούτε κι ο παππούς Οβαννές. Πολλοί Τούρκοι άρπαζαν γεροδεμένους νέους κι εφήβους, που δεν είχαν “ώριμο μήλο του Αδάμ”, για να τους κάνουν δούλους στα χωράφια τους. Ο Μεσρόπ και ο Ρουπέν που ήταν έφηβοι, τους πήραν και γλίτωσαν. Στο μεταξύ πιο κει βλέπουν με τα μάτια τους, τους τούρκους στρατιώτες να πυροβολούν ή με τσεκούρια να σφάζουν όλο το λαό του χωριού. Συγγενείς, φίλοι, γείτονες.... Τα όμορφα νεαρά κορίτσια τα άρπαζαν για τις ορέξεις τους. Έτσι άρπαξαν και την Αλτούν, την μεγάλη αδερφή τους. Ήταν, λένε, τόσο όμορφη, όσο κι έξυπνη!
Μερικοί Αρμένιοι κατάφεραν και κρύφτηκαν την περίοδο αυτή. Λίγο καιρό μετά τις πρώτες σφαγές ήρθε νέα διαταγή, σύμφωνα με την οποία σταματάει ο διωγμός των Αρμενίων και να νιώσουν ελεύθεροι κι ασφαλείς για να εμφανιστούν. Δυστυχώς πολλοί το πίστεψαν, βγήκαν από τις κρυψώνες τους και ...πάει, θυσιάστηκαν κι αυτοί.
Παιδαρέλι ακόμη, λοιπόν, πήραν τον πατέρα μου σκλάβο για τον πλούσιο Τούρκο Αλί Πεκ και του άλλαξαν το όνομα σε Χασάν. Περί τα 500 αρμενάκια από διάφορα χωριά ήταν σκλάβοι του κοντά δυο χρόνια. Είχαν δώσει σε όλους τουρκικά ονόματα και τους απαγόρευαν να μιλάνε αρμενικά. Εκεί είχαν φέρει και την αδερφή τους, την Αλτούν. Την είχαν δεμένη στο στάβλο με τα ζώα και θα την λύνανε μόνο αν δεχόταν να πάει οικειοθελώς στο χαρέμι του Αλί Πεκ. Κάποια μέρα ένα από τα αρμενάκια, ο Βενιαμίν Ντεμιρτζιάν, της λέει να κάνει πως δέχεται τον Αλί Πεκ και της υπόσχεται πως αν σωθούν θα παντρευτούν. Είχαν ετοιμάσει σχέδιο! Εκείνο το βράδυ, ένα απ’ τα αγόρια σκότωσε τον Αλί Πεκ, που λίγο πριν πεθάνει φαίνεται να πρόλαβε να είπε: «Έτσι ξεπληρώνετε την καλοσύνη μου…».
Τότε λοιπόν, πολλά απ’ τα αρμενάκια κατάφεραν να αποδράσουν. Έτσι κι η Αλτούν κι ο Βενιαμίν Ντεμιρτζιάν, ο Μεσρόπ κι ο Ρουπέν. Στο δρόμο όμως χάνουν τον Ρουπέν (που αργότερα καταλήγει στην Ελλάδα, στον Κάλαμο, όπου μετονομάζεται Νίκος Κουπαλόγλου και ξαναμαθαίνουμε νέα του 31 χρόνια μετά, το 1948). Οι άλλοι καταφέρνουν να φτάσουν σε μια πόλη. Η Αλτούν με τον Βενιαμίν Ντεμιρτζιάν παίρνουν το δρόμο για την Αρμενία. Είχαν λογοδόσει σε συνθήκες σκλαβιάς, εκεί παντρεύτηκαν ελεύθεροι.
Ο Μεσρόπ μαθαίνει για το Τάγμα Αρμενίων Εθελοντών της Γαλλικής Λεγεώνας και δίχως δεύτερη σκέψη κατατάσσεται στο τάγμα με επικεφαλής τον Tζαν Σισμανιάν. Επί 5-6 χρόνια αγωνίστηκε στο μέτωπο κατά της Τουρκίας, κυρίως Παλαιστίνη -Μέση Ανατολή -Κιλικία. Είχε λοχαγούς τους αδερφούς Αράμ και Βαχάν Οβσεπιάν. Θυμάμαι που ο πατέρας μου γελώντας μας διηγιόταν το πώς γλίτωσε για ακόμη μια φορά το θάνατο. Ήταν ήδη τραυματισμένος στο κεφάλι, που ήταν δεμένο με γάζες. Χτύπησαν λοιπόν οι Τούρκοι με κανόνια το πλοίο που τους μετέφερε. Αυτό βούλιαξε, μα ο ίδιος βγήκε γρήγορα στην επιφάνεια. Οι συμπολεμιστές του αμέσως τον αναγνώρισαν από τις γάζες. Πανηγυρίζοντας φώναζαν: «Ο Μεσρόπ! Σώθηκε ο Μεσρόπ!».
Στην Παλαιστίνη κατέλαβαν ένα σημαντικό φυλάκιο (το Αράρα) και το κράτησαν καιρό. Στην Κιλικία, που ο πατέρας μου την ονόμαζε πάντα «Γιεργκίρ» -πατρίδα, χώρα-, έζησε τη μικρή νικηφόρα περίοδο της απελευθέρωσης, κάπου το 1918-21. Αυτό το κομμάτι γης της Κιλικίας άρχισε πάλι ν’ αποκτάει ζωή, καθημερινότητα από τους διασωθέντες Αρμένιους και χριστιανούς Ασσύριους. Ο πατέρας μου πίστευε πως η Κιλικία είναι όμορφη σαν τον παράδεισο. «Τραχτί μπες γιεργκίρ», μας έλεγε και συμπλήρωνε: «Μετά οι σύμμαχοί μας τα συμφώνησαν με τους Τούρκους και παρέδωσαν τα όπλα. Εμείς προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τα κεκτημένα μας, τη δική μας γη, μα ...προδοθήκαμε. Για άλλη μια φορά η Κιλικία χάθηκε». (Οκτώβρης 1921- Συμφωνία της Άγκυρας μεταξύ Γάλλων και Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Σισμανιάν και το Τάγμα των Αρμενίων Εθελοντών αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Οι σύμμαχοι τους συνέλαβαν, πέρασαν στρατοδικείο και τελικά φυλάκισαν τον Σισμανιάν, για ανυπακοή. Υπουργός Άμυνας- Πυρομαχικών των Άγγλων τότε ήταν ο Ουίστον Τσώρτσιλ ).
Ο Μεσρόπ πάει στην Αρμενία, στην αδερφή του Αλτούν και τον Βενιαμίν. Πιάνει δουλειά στην πυροσβεστική. Δεν ησύχαζε όμως η σκέψη του λεπτό. Σκεφτόταν τα αδέρφια του, κάτι μέσα του τού ‘λεγε πως ζουν κι ότι οφείλει να τους ψάξει. Ο Λένιν κι ο Στάλιν είχαν κλείσει τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης . Το να τα διαβείς ήταν τρομερό κατόρθωμα. Αυτή η γεωγραφική απομόνωση δυσκόλεψε εμάς τους Αρμένιους να βρούμε τα χαμένα μέλη των οικογενειών μας. Παρόλ’ αυτά κατά το 1927, την περίοδο της «κολχοζοποίησης», ο νεαρός Μεσρόπ καταφέρνει με μεγάλη δυσκολία να φύγει από τη Σοβιετική τότε Αρμενία, με σκοπό να βρει τα αδέρφια του.
Γύρισε σχεδόν όλη την Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Πάει στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, αλλά δεν τους βρίσκει. Έρχεται και στην Ελλάδα, μα πάλι τίποτα. Ήταν τόσο κοντά στον Ρουπέν, μα πώς να τον βρει με το νέο του όνομα, αφού δεν το ήξερε; Περνάει από Κύπρο και μετά στο Ιράκ, όπου όμως τον συλλαμβάνουν αμέσως στα σύνορα για παράνομη είσοδο και τον φυλακίζουν καιρό σ’ ένα απομονωμένο ύψωμα. Μετά τον απελαύνουν στην Περσία, όπου τον πιάνουν κι οι Πέρσες ως παράνομο πρόσφυγα και μαζί με άλλους ετοιμάζονται να τον εξορίσουν στην περσική έρημο. Στην έρημο αυτή κανένας δεν άντεχε πάνω από μια βδομάδα. Μόνο φίδια και σκορπιοί! Ο Μεσρόπ έμαθε πως αν κάποιος είναι ανάπηρος ή βαριά άρρωστος έπαιρνε χάρη. Έτσι αμέσως μόλις τον έπιασαν, έκανε τον βαριά άρρωστο και γλίτωσε από βέβαιο θάνατο στην έρημο.
Φτάνει στην πόλη Μαλαγέρ και πάει στη δούλεψη ενός αρμένιου εστιάτορα, το όνομα Αγκόπ. Μετά από κάποια χρόνια καταφέρνει και δημιουργεί το δικό του εστιατόριο. Γνωρίζει την Μαρούσια, χριστιανή Ασσύρια από το Σαλμάς. Και οι Ασσύριοι είχαν υποστεί τα δεινά τα δικά μας από τους Τούρκους. Εκδιώχθηκαν από την περιοχή Σαλμάς βορειοδυτικά της λίμνης Ούρμια, για το Κρασνοντάρ κι αυτοί μέσω Κασπίας Θάλασσας βρέθηκαν στην Περσία. Παντρεύτηκαν κι έτσι γεννήθηκα κι εγώ. Με ονόμασαν Μισάκ, όπως έλεγαν το μεγάλο αδερφό του πατέρα μου. Ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, όμως θυμάμαι ότι στο εστιατόριό μας είχαμε υπέροχες τοιχογραφίες από το περσικό έπος Ρουστάμ Ζαλί του Φιρντουτσί, ενός υπερήρωα σαν τον Σασουντσί Ταβίτ... Ήταν στην ανατολική πλευρά της μεγάλης στρογγυλής πλατείας του Μαλαγέρ. Περνούσαμε καλά, είχαμε οικονομική άνεση, το εστιατόριο είχε καλή δουλειά.
Παρά το καλό μας βιοτικό επίπεδο, όταν το 1946 ή 47 ανοίγουν τα σοβιετικά σύνορα, φύγαμε οικογενειακώς για την Αρμενία, μείναμε στο χωριό Οσαγκάν, το χωριό του Μεσρόπ Μαστότς. Υποτίθεται ότι ο Στάλιν και οι Αρμένιοι θα έπαιρναν πίσω από τους Τούρκους το Καρς, το Αραράτ... Ο πατέρας μου ήταν έτοιμος να αγωνιστεί ξανά για την πατρίδα. Είχε, επιπλέον, πάντα στο νου του τα χαμένα του αδέρφια, μήπως τους έβρισκε εκεί, άσε που περιέγραφε την Αρμενία σαν παράδεισο: εύφορες πεδιάδες, πυκνά δάση, κρυστάλλινα νερά, πλούσια γη... (την Κιλικία εννοούσε!). Ήθελε, επίσης, τα παιδιά του να μάθουμε αρμενικά στο σχολείο, να μη μεγαλώσουμε σε μουσουλμανικό περιβάλλον, γιατί φοβόταν την άνοδο του ισλαμικού φανατισμού. Φτάσαμε στην μεταπολεμική Αρμενία. Φτώχεια, πείνα, ξεπούλημα ονείρων. Ούτε την ιστορική μας γη πήραμε πίσω, ούτε Κιλικία ήταν η Αρμενία! Με σκληρή δουλειά και μόχθο βγάζαμε το ξερό ψωμί που τρώγαμε. Ήμασταν και «αγπάρ», οι άλλοι Αρμένιοι, οι απ’ έξω. Τι να πεις; Η πείνα, η φτώχεια κι η αμάθεια δημιουργεί ρατσισμό.
Το 1948 ο Ρουπέν έρχεται από την Ελλάδα στην Αρμενία. Ήρθαν πολλοί αρμένιοι τότε από την Ελλάδα. Ήρθε και χτύπησε μια μέρα του χειμώνα τη πόρτα μας. Τα παιδιά ήμασταν εκείνη την ώρα μόνα στο σπίτι. «Ανοίξτε μου, μας λέει, είμαι ο αδερφός του Μεσρόπ, ο Ρουπέν». Οι γονείς μας μάς έλεγαν να μην ανοίγουμε σε ξένους και του είπαμε να περιμένει να γυρίσει ο πατέρας μας από τη δουλειά. Όταν γύρισε ο πατέρας, εξελίχθηκε μπροστά στα μάτια μας μια απίστευτη ιστορία, που δεν περιγράφεται! Στην αρχή ο πατέρας μου ήταν διστακτικός, μα όταν άρχισε να τον ρωτάει λεπτομέρειες από το μακρινό παρελθόν, ο Ρουπέν έλεγε πιο πολλές λεπτομέρειες... 31 χρόνια μετά τ’ αδέρφια αγκαλιάστηκαν. Όλοι κλαίγαμε στο σπίτι μα και στη γειτονιά από χαρά. Ήταν σαν θαύμα! Τότε μας είπε πως κάποτε, στον πόλεμο στην Ελλάδα συνάντησε τον Μισάκ με στρατιωτικά ρούχα, μόνο για λίγη ώρα, και μετά ξαναχάθηκαν. Από τότε κανείς μας δεν έμαθε νέα του Μισάκ ούτε και του Γεζεκέλ.
Ο θείος Ρουπέν είχε φτιάξει οικογένεια στον Κάλαμο Αττικής. Οικογένεια Κουπαλόγλου. Ακούει για το άνοιγμα των συνόρων της Αρμενίας μετά τον πόλεμο και ελπίζοντας να βρει τ’ αδέρφια του φτάνει στο Οσαγκάν. Αποκλείστηκε όμως εκεί και δεν κατάφερε να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα, στη γυναίκα του και τα παιδιά του, διότι μετά τον ερχομό του ξανάκλεισαν τα σοβιετικά σύνορα. Από το 1948 έως το θάνατό του το 1964 αλληλογραφούσε με την οικογένειά του. Αργότερα, όταν γνωρίσαμε τη γυναίκα του, εκείνη μας είπε πως τότε η Ελλάδα ήταν διχασμένη, είχε εμφύλιο, κι ο ταχυδρόμος στο Κάλαμο κραδαίνοντας τα γράμματα του Ρουπέν φώναζε: «Γράμμα εκ κομμουνιστο-συμμοριτών»! Δεν φτάνει που είχε αποκλειστεί, χαρακτηρίστηκε και η οικογένειά του τα δύσκολα εκείνα χρόνια.
Ο πατέρας μου Μεσρόπ πέθανε το 1977 στο Οσαγκάν. Η γενοκτονία, η σφαγή και διάλυση της οικογένειάς του, ο χαμός της Κιλικίας και η προδοσία των αγώνων είναι αυτά, που σαν πληγή που δεν κλείνει, τον πονούσαν. Μας πονάνε κι εμάς, τόσα χρόνια μετά, κοντά αιώνα. Μα και η χαρά της συνάντησης των χαμένων αδερφών αμέτρητη.
Άραγε θα μάθουμε ποτέ τι έγιναν ο Μισάκ κι ο Γεζεκέλ; Υπάρχουν απόγονοί τους; Θα ησυχάσουμε μόνο όταν συμπληρωθούν τα κενά στην ανοιχτή διαθήκη-χρέος του Μεσρόπ Απελιάν-Κανανιάν προς εμάς.

(O Μεσρόπ Απελιάν ουδέποτε έλαβε ούτε και διεκδίκησε την ισόβια σύνταξη που δόθηκε από τη Γαλλία στους εθελοντές λεγεωνάριους).



Με λένε Χράτσια Μπακούντς...

Γεννήθηκα στην Αρμενία, στο Γερεβάν. Οι γονείς της μητέρας μου ήταν ο Βαχάν Νισανιάν κι η Τεφαρίκ Γκεοκτζιάν. Ο Βαχάν ήταν γιος του καλύτερου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Νισάν Νισανιάν, που ήταν και προσωπικός γιατρός του μεγάλου σουλτάνου του Οθωμανικού κράτους. Όπως θα γνωρίζετε στις 24 Απριλίου 1915 κάλεσαν οι Οθωμανικές Αρχές πολλούς σπουδαίους Αρμένιους και αφού τους μετέφεραν προς άγνωστη κατεύθυνση, τους δολοφόνησαν όλους. Έτσι ξεκινά η γενοκτονία. Ανάμεσα τους ήταν ο προπάππους μου Νισάν Νισανιάν. Ο επιζών μικρός του γιος Βαχάν βρίσκει καταφύγιο στην Ελλάδα.
Να σας πω τώρα για τη γιαγιά μου Τεφαρίκ, που είχε γεννηθεί στο Σις της Κιλικίας το 1908. Ο παππούς της, Μοβσές ή Μιράν ήταν παπάς εκεί, στο Σουρπ Σαρκίς. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων σφαγών απ’ την πολυμελή οικογένεια Γκεοκτζιάν επέζησαν 4 αδέρφια: ο Αράμ, η Τεφαρίκ, η Λουσία και η Γεπιμέ. Η Λουσία τότε χάθηκε, η Τεφαρίκ έχασε το ένα της μάτι, ενώ η Γεπιμέ τυφλώθηκε εντελώς -που παρά ταύτα, λένε πως έφτιαχνε υπέροχα εργόχειρα και ήταν ιδιαίτερα επιδέξια.
Ο νεαρός Αράμ κατατάσσεται στο Τάγμα Αρμενίων Εθελοντών της Γαλλικής Λε-γεώνας κι όταν το Τάγμα του απελευθερώνει την Κιλικία, βρίσκει τις δυο του αδερφές και επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι. Για μεγάλη τους έκπληξη το βρίσκουν απείραχτο -τα περισσότερα σπίτια της πόλης ήταν λεηλατημένα και κατεστραμμένα. Επιβιώνουν όσο υποστηρίζονται από τους λεγεωνάριους, όμως, τον Οκτώβρη του 1921 οι Γάλλοι κι οι Άγγλοι υπογράφουν με τον Κεμάλ Ατατούρκ τη συμφωνία της Άγκυρας και έτσι απλά υποχωρούν1. Ήταν μια καθαρή προδοσία! Ο Αράμ βάζει τις αδερφές του στα πλοία διαφυγής και ο ίδιος μένει να αγωνιστεί, μα παρά την επιμονή των Αρμενίων, οι «σύμμαχοι» τους αναγκάζουν να παραδώσουν τα όπλα κι ο τόπος τους παραδίδεται στους Τούρκους2. Ο Αράμ με κάποιο γαλλικό πλοίο φτάνει στην Ελλάδα και βρίσκει τις δυο του αδερφές σε ένα ορφανοτροφείο. Λίγο αργότερα βρίσκουν και την Λουσία, που είχε διασωθεί από Άραβες και παραδοθεί σε αμερικανούς εθελοντές. Τα τέσσερα αδέρφια εγκαθίστανται στην Κοκκινιά.
Η Τεφαρίκ γνωρίζεται και παντρεύεται με τον Βαχάν Νισανιάν κι εδώ γεννιούνται τα δυο πρώτα τους παιδιά, ο Στεπάν και ο Νισάν. Σύντομα, το 1932 φεύγει το ζευγάρι με τα δυο παιδιά για την Αρμενία -ήταν ένα έκτακτο άνοιγμα των συνόρων της Σοβιετικής Ένωσης. Τα υπόλοιπα αδέρφια παραμένουν στην Κοκκινιά.
Τον θείο μου Αράμ Γκεοκτζιάν δεν τον γνώρισα, μα ξέρω πως ήταν ανιδιοτελής, γνήσιος σοσιαλιστής με ξεκάθαρη αντιφασιστική ιδεολογία. Είχε δώσει κατά την ένταξή του στη Αρμενική Λεγεώνα όρκο πίστης στην πατρίδα μέχρι την απελευθέρωση, αλλά κι όρκο αγαμίας ώστε να μείνει αδέσμευτος αγωνιστής. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήταν πολύ ενεργός στην αρμενική κοινότητα. Έκανε επαφές και συναντήθηκε με τον Καλούστ Γκιουλμπενκιάν για να βοηθήσουν τα ορφανά και τους ανήμπορους. Για τη διατήρηση της διασποράς εξέδιδε τις πολιτικές και φιλολογικές καθημερινές εφημερίδες «Αραμάζτ» και «Βερατζνούντ», συνεργαζόταν όμως και με άλλες εφημερίδες (Σεβάν, Βερέλκ). Είχε μάλιστα πολύ φιλικές σχέσεις με έναν αρμένιο φοιτητή, τον Λεβόν Μπαλτζιάν, που είχε έρθει από την Ρουμανία να σπουδάσει φιλοσοφία και θεολογία στην Αθήνα. Ο Αράμ τον πείθει να γίνει κληρικός: «Χρειαζόμαστε φωτεινούς ανθρώπους σαν κι εσένα στην κεφαλή μας» του λέει. Πράγματι, ο Λεβόν χειροτονείται κληρικός στην εκκλησία Σουρπ Γκαραμπέτ στο Νέο Κόσμο, γυρίζει στη Ρουμανία και αργότερα το 1955 ανακηρύσσεται Καθολικός Πατριάρχης Βασκέν Α΄ στο Ετσμιατζίν της Αρμενίας έως το τέλος του το 1994.
Με τη κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και την εισβολή των Ιταλών και Γερμανών στην Ελλάδα, ο Αράμ εντάσσεται στον ΕΑΜ. Οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης κηρύσσονται σύντομα παράνομοι και κάποια στιγμή το 1944, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και τελικά δολοφονείται στο Χαϊδάρι. Μα οι σύντροφοί του τον κήδεψαν με κρυφές τιμές και πολλά χρόνια αργότερα μας επισκέφτηκαν στην Αρμενία, να μας παραδώσουν τα ρούχα, τα παπούτσια του και μια τσάντα με τις εφημερίδες που είχαν αναφορές για εκείνον (Νορ Γκιανκ). Ήταν σπουδαίος ο Αράμ. Όλα όσα τον αφορούν, μας ζητήθηκε και τα παραδώσαμε στο αρχείο του Μουσείου Αρμενικής Ιστορίας στο Ερεβάν.
Το 1946 η Γεπιμέ και η Λουσία φεύγουν με ένα ρωσικό πλοίο και φτάνουν στην Αρμενία, όπου βρίσκουν την αδερφή τους Τεφαρίκ σε νέες συμφορές. Τι είχε συμβεί; Αφού είχαν στήσει το σπιτικό τους στο Ερεβάν, γεννήθηκαν ακόμη δυο παιδιά: η μητέρα μου Μαρίτσα (1936) και ο Μιράν που πέθανε μόλις 10 χρονών. Ο Βαχάν βρίσκει και την αδερφή του, όμως, το Κόμμα (ΚΚΣΕ) τον πιέζει να γίνει μέλος. Γνώριζαν ότι είχε λάβει καλή μόρφωση στην περίφημη Σχολή Νερσεσιάν της Πόλης, θεωρείτο διανοούμενος κι οι Σταλινικοί ήθελαν ή να τους εντάξουν στο κόμμα ή να τελειώνουν με δαύτους. Ο παππούς μου αρνείται και έτσι το 1937 στο δρόμο για τη Σιβηρία δολοφονείται. Πρόσφατα έγινε μια δίκη στις ΗΠΑ για τις ασφάλειες ζωής που είχαν κάνει Αρμένιοι πριν το 1915. Βρέθηκαν όλα τα χαρτιά του προπάππου μου Νισάν Νισανιάν και έτσι λάβαμε το ποσό των 5.000 δολαρίων. Τα μοιραστήκαμε από 200 δολάρια οι απόγονοι κι αγοράσαμε μ’ αυτά ένα κοινό ενθύμιο στη μνήμη τους.
Μετά το θάνατο του Στάλιν (1953) επικρατούσε μια σχετική ελευθερία, έτσι το σπίτι μας είχε γίνει κέντρο καθημερινών συναντήσεων, κυρίως διανοουμένων και καλλιτεχνών. Η Μαρίτσα το 1968 παντρεύτηκε με τον Σερόπ Μπακούντς, που ήταν εγγονός του αδερφού του συγγραφέα Αξέλ Μπακούντς -κι αυτός δολοφονημένος από το σταλινικό καθεστώς. Εγώ γεννήθηκα το ‘69, ήμουν μοναχογιός και ο χαϊδεμένος της γιαγιάς μου. Το 1973 θαρρώ, είχε έρθει επίσκεψη στην Αρμενία ο Καλούστ Γκιουλμπενκιάν. Ζήτησε πληροφορίες για τους Γκεοκτζιάν κι όταν ήρθε στο σπίτι μας, μίλησαν με τη γιαγιά μου για τον αδικοχαμένο Αράμ. Ήμουν μικρό παιδάκι, μα θυμάμαι έντονα τις σκηνές συγκίνησης που εκτυλίχθηκαν. Θυμάμαι, επίσης, την Τεφαρίκ γιαγιά στα τελευταία της, το ‘81, όταν την ρωτούσαν: «Τι επιθυμείς μάνα, τι θέλεις να σου φέρουμε;», έλεγε: «Μια χούφτα από το γλυκό νερό του Σις, να ξεδιψάσω…».


Μπαγντασάρ Αβετιάν, ένας 25χρονος δάσκαλος, από το χωριό Ντελι-Μπαλτά

«Στις 19 Ιουνίου του 1915 μαζεύοντας ολόκληρο τον πληθυσμό του χωριού μας, τον πήγαν στα χάνια του Αγίου Βασιλείου υπό την επιτήρηση μιας ομάδας χωροφυλάκων. Την ίδια μέρα ενωθήκαμε και με τους κατοίκους των χωριών Μπαριάν, Αργαλιά, Μαχμάρ, Αζρίτ, Κροπή, Τοτς, ΄Ανιφα. Άντρες και γυναίκες θα ήμασταν περίπου 500 άτομα. Μείναμε σε αυτά τα χάνια δυο μέρες. Τη νύχτα της δεύτερης μέρας άρχισαν να βγάζουν ορισμένους έξω. Δωροδοκήσαμε τον τσαούση με 15 οσμανλίδκες λίρες και περάσαμε εκεί και κείνη τη νύχτα. Το άλλο πρωί, αρπάζοντας τα παιδιά από τους γονείς τους, τα ξαπόστειλαν στην πόλη, δήθεν για ν’ αλλαξοπιστήσουν, αλλά τα ξανάφεραν μετά από δυο μέρες, νηστικά, διψασμένα και γυμνά. Έκλαιγαν εκείνα, φωνάζοντας μανούλα-μανούλα, ενώ ούτε τα πρόσωπα των μανάδων τους δεν τα άφηναν να δουν. Μας κράτησαν στον Άγιο Βασίλειο 19 μέρες. 
Την 20ή μέρα ξεκινήσαμε χωρισμένοι σε ομάδες, περικυκλωμένες με χωροφύλακες. Οι κοροϊδίες κι οι προσβολές δεν είχαν μετρημό. Το βράδυ φτάσαμε στα χάνια του Ατλι-Κιλισέ, όπου έδεσαν όλους τους νέους της ομάδας μας. Κι έτσι δεμένοι φτάσαμε στα χάνια Ζύγανα. Μέρα με τη μέρα πολλαπλασιαζόταν ο αριθμός των χωροφυλάκων. Φεύγοντας νωρίς από την Ζύγανα, φτάσαμε στα Άρδασα. Εδώ μας γέμισαν στα χάνια, άντρες γυναίκες χωριστά. Η κακή συμπεριφορά των χωροφυλάκων απέναντί μας όλο και χειροτέρευε. Από το χάνι κιόλας άρχισαν να αρπάζουν τα είδη ένδυσης (παπούτσια, πανωφόρια, κλπ) που ξεχώριζαν, να απαιτούν χρήματα, να χαστουκίζουν και να δέρνουν. Την 24η μέρα μας πήγαν στο Νταλνταμπάν, κάτω από την Αργυρούπολη, όπου μείναμε μια νύχτα και νωρίς το πρωί ξεκινήσαμε πάλι, αλυσοδεμένοι και ξυπόλυτοι. Όταν φτάσαμε στη Σόρδα, έφεραν στην ομάδα μας δυο Αρμένιους εφήβους δεμένους μαζί. Ήταν δυο αδέρφια από την Αργυρούπολη. Φεύγοντας μερικές μέρες πριν τη σφαγή, είχαν κρυφτεί κοντά σ’ έναν Έλληνα, ο οποίος ύστερα, επειδή φοβήθηκε τους είχε διώξει. Οι έφηβοι αυτοί μας είπαν ότι οι χωροφύλακες λογάριαζαν να μας ξεκάνουν κι εμάς τη νύχτα.

Ο κίνδυνος γινόταν όλο και πιο αισθητός κι εμείς πασχίζαμε μάταια να βρούμε μια λύση. Την ίδια μέρα μας πήγαν στο Τεκέ και μας φυλάκισαν στα χάνια που βρίσκονταν πάνω στον δρόμο. Οι χωροφύλακες είχαν ήδη κυκλώσει το χάνι. Όταν έπεσε το σκοτάδι, ένας αξιωματικός μας είπε τα εξής: «Κύριοι, να που σας φέραμε ως εδώ σώους, παρά τις τόσες εσφαλμένες υποθέσεις σας, και να είστε σίγουροι πως θα σας οδηγήσουμε με τον ίδιο ασφαλή τρόπο ως το τέλος. Τώρα ο καθένας από σας, αφού παραδώσει τα χρήματα που έχει στον Αφέντη εκατόνταρχο, πρέπει να βγει έξω, αφού στο εξής δεν σας χρειάζονται χρήματα. H κυβέρνηση θα φροντίσει για τη διατροφή σας, κλπ» Όλα ήταν πια κατανοητά για μας. Άρχισαν έτσι να μας βγάζουν έξω έναν-έναν, πρώτα τους πρεσβύτερους. Μείναμε μόνο οι νεαροί. Βλέπαμε κιόλας πως όσους έβγαζαν έξω, τους έδεναν αμέσως και τους απομάκρυναν αρκετά από την ομάδα, για να τους σκοτώσουν στη συνέχεια. Εκείνη τη στιγμή μπήκε πάλι ένας από τους χωροφύλακες για να βγάλει κι άλλον έξω, συνεχίζοντας τη διαδικασία. Αντιδράσαμε όλοι μαζί και σβήσαμε τη λάμπα. Ακολούθησε σύγχυση και φασαρία. Τότε χίμηξα εγώ στην πόρτα του χανιού, για να ξεφύγω, αλλά τους είδα στην αυλή να κραδαίνουν αλυσίδες. Οι φωνές μέσα δυνάμωσαν, οι χωροφύλακες με τις αλυσίδες έσπευσαν σε βοήθεια, βρήκα κι εγώ την ευκαιρία να βγω έξω. Πήδηξα από έναν πέτρινο τοίχο μέσα σ’ ένα σιτοχώραφο κι άρχισα να ανηφορίζω ακολουθώντας μια φιδίσια διαδρομή. Μόλις είχα φτάσει στην κορυφή του χωραφιού και από πίσω μου έφτασαν άλλοι τρεις φίλοι, Ο Μελκόν Ντελιμπαλταγιάν, ο Χατσίκ Τοφαλιάν και ο πρώτος εξάδελφός του.

Είχαμε φτάσει πάνω σ’ ένα λόφο, όταν ακούστηκαν ξαφνικά τρομεροί πυροβολισμοί. Ο αχός από τις κραυγές έσειε τον τόπο. Μετά από μισή ώρα έπαψαν οι φωνές, η σφαγή είχε τελειώσει. Εμείς συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Ήταν νύχτα με φεγγάρι και περπατήσαμε ως το ξημέρωμα μέσα από έρημα λαγκάδια και βουνά. Το φως της μέρας μας βρήκε στην κορφή ενός βουνού κι εκεί κρυφτήκαμε μέσα στις πέτρες. Η διήμερη πείνα μας βασάνιζε. Αρχίσαμε να μαζεύουμε στάχυα από τα χωράφια και να τα μασάμε. Τη δεύτερη μέρα φτάσαμε σε ένα ελληνικό χωριό, μπήκαμε στις συνοικίες, για να ζητιανέψουμε ψωμί. Όλοι μαζί είχαμε δυο μετζίτια στις τσέπες. Ο Έλληνας φύλακας του χωριού που συναντήσαμε θέλησε να μας προδώσει στην κυβέρνηση. Παρακάλια, ικεσίες, κανένα όφελος. Του δώσαμε το ένα μετζίτι, γλιτώσαμε και απομακρυνθήκαμε. Έξη μέρες κι έξη νύχτες ψωμί δεν είχα δει, έτρεμαν τα μέλη μου από την πείνα. Κατεβαίνοντας στο ελληνικό Κιρέτσχανε, κρύφτηκα κοντά στην ελληνική οικογένεια του Αργυρόπουλου, που είχαν σώσει και τις δυο ξαδέρφες μου».




Το Μαύρο Βιβλίο του Ταλαάτ πασά



Προς την Νομαρχία Χαλεπίου

Σύμφωνα με προγενέστερη κοινοποίηση η κυβέρνηση έχει αποφασίσει την ολοσχερή εξόντωση των διαβιούντων στη Χώρα Αρμενίων. Πας όστις ήθελε αντιταχθεί στη διαταγή αυτή δεν μπορεί πλέον ν΄ αποτελεί μέρος της διοίκησης. Άνευ ουδεμίας διάκρισης για τις γυναίκες, τα παιδιά και τους αναπήρους, οσονδήποτε τραγικά κι αν είναι τα μέσα εξόντωσης και αφού καταπνιγεί η φωνή της συνειδήσεως πρέπει να τεθεί τέρμα στην ύπαρξή τους. 


13 Σεπτεμβρίου 1915
Ο Υπουργός Εσωτερικών
Μ. Ταλαάτ
5


Στα τέλη του 2008 εκδόθηκε ένα χειρόγραφο Μαύρο Βιβλίο, που ανήκε στον Ταλαάτ Πασά6, τον υπουργό Εσωτερικών της Οθωμανικής κυβέρνησης το 1915. Είναι ίσως το μοναδικό και σημαντικότερο ντοκουμέντο που περιγράφει την εξολόθρευση των Αρμενίων την περίοδο 1915-17. Ένα σημαντικό τμήμα των 77 σελίδων του αφορά τις εκτοπίσεις των Αρμενίων την περίοδο αυτή.
Το βιβλίο και το περιεχόμενό του δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ όσο ο Ταλαάτ ήταν στη ζωή, αλλά ούτε και στ’ απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του το 1921. Μετά την εκτέλεσή του το 1921, η χήρα του είχε κρατήσει το βιβλίο και το παρέδωσε στον τούρκο ιστορικό Μουράτ Μπαρντακτσί, το 1982. Αυτός δημοσίευσε κάποια τμήματά του στη «Χουριέτ» το 2005, ολόκληρο το βιβλίο όμως εκδόθηκε το 2008.
Σύγχρονοι Τούρκοι διανοούμενοι έχουν υποστηρίξει ότι οι εκτοπίσεις των Αρμενίων το 1915 δεν ήταν μέρος ενός σχεδίου Γενοκτονίας, αλλά μια οργανωμένη μεταφορά κι επανεγκατάσταση πληθυσμών. Μόνο που δεν έχουν καταφέρει να μας παρουσιάσουν κάποιο βάσιμο στοιχείο για το τι συνέβη στους εκτοπισθέντες. Οι πληροφορίες που δίνει ο Ταλαάτ, έρχονται σε αντίθεση με την επίσημη τουρκική θέση, ότι οι εκτοπισμοί ήταν οργανωμένοι, γίνονταν με τάξη και ρυθμίζονταν από τους νόμους και τους κανονισμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ή ότι οι εκτοπισθέντες εγκαταστάθηκαν επιτυχώς στο Ντερ-Ζορ. Είναι γενικά αποδεκτό ότι εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισθέντων στάλθηκαν σ’ αυτή την έρημο την περίοδο 1915-16, καθώς ήταν η κύρια ζώνη μετεγκατάστασης σύμφωνα με τα οθωμανικά διατάγματα.
Οι οθωμανικές πηγές παρέχουν λίγη πληροφόρηση για το τι συνέβη σε αυτούς τους εκτοπισθέντες. Αναφορές επιζώντων, καθώς και μη τουρκικές πηγές (όπως τα αρχεία των Η.Π.Α.) μαρτυρούν ότι η πλειοψηφία των εκτοπισθέντων στην περιοχή του Ντερ-Ζορ πέθαναν από την εξάντληση και τις κακουχίες. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι το Μαύρο Βιβλίο του Ταλαάτ φέρει τον αριθμό των Αρμενίων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να είναι πολύ μεγαλύτερος από ότι νομίζαμε βασιζόμενοι σε επίσημες πηγές.
Τα στοιχεία του Ταλαάτ επιβεβαιώνουν ότι οι περισσότεροι Αρμένιοι που ζούσαν έξω από την Κωνσταντινούπολη πράγματι εκτοπίστηκαν και οι περισσότεροι από αυτούς είχαν εξαφανιστεί ως το 1917. Κατά προσέγγιση, 90 τοις εκατό των Αρμενίων που ζούσαν στις επαρχίες εκτοπίστηκαν, και το 90 τοις εκατό όσων εκτοπίστηκαν σκοτώθηκαν. Σε κάποιες επαρχίες αγνοούνταν η τύχη του 95 τοις εκατό του πληθυσμού, και οι αριθμοί αυτοί φανερώνουν ότι ο εκτοπισμός ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη, αλλά επιβεβαιώνουν επίσης τις αναφορές των αμερικανικών προξενικών αρχών, που έλεγαν τα ίδια, ιδιαίτερα όσον αφορά αυτούς που εκτοπίστηκαν από τις ανατολικές επαρχίες.
Η σημασία του Μαύρου Βιβλίου έγκειται στη σημαίνουσα θέση που κατείχε ο συγγραφέας του, στο γεγονός ότι η πηγή των στοιχείων του είναι τα οθωμανικά αρχεία, όπου οι ιστορικοί στην Τουρκία δεν έχουν πια πρόσβαση και στα πραγματικά στοιχεία που δίνει για τις εκτοπίσεις των Αρμενίων.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τα στοιχεία που δημοσιεύονται στο βιβλίο αυτό φωτίζουν τη γενοκτονία των Αρμενίων όπως την είδε το Οθωμανικό κράτος.


Σημειώσεις

1 Αρμενικό Ζήτημα ονόμασαν οι διπλωματικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι το πρόβλημα της μεταχείρισης των Αρμενίων και της αυτονομίας τους, που αναδύθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, απο τους Αρμένιους που ζούσαν στην παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι σαρωτικές αλλαγές που από την αρχή σχεδόν του 19ου αιώνα έλαβαν χώρα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και οι πόλεμοι της με τη Ρωσία, έδωσαν και στους Αρμένιους, μετά τους Έλληνες, τους Σέρβους, τους Βούλγαρους, τη δυνατότητα να διεκδικήσουν και αυτοί, κατ'αρχήν καλύτερη (ισόνομη) μεταχείριση μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και αργότερα και την ανεξαρτησία τους.

Οι πρώτες αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν απο το 1880 και μετά, καθώς και οι μορφωμένοι Αρμένιοι της διασποράς, οργάνωσαν και διεθνοποίησαν τον αγώνα των Αρμενίων για καλύτερες συνθήκες ζωής, έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας στους Αρμένιους πληθυσμούς που υφίσταντο όλων των ειδών τις κακοποιήσεις απο τους Τούρκους, και σύντομα έστρεψαν τη δυτική κοινή γνώμη υπέρ τους. Η Τουρκία άρχισε να πιέζεται απο τις δυτικές δυνάμεις να αλλάξει συμπεριφορά απέναντι των Αρμενίων και μάλιστα, να τους αναγνωρίσει αρκετές αυτονομίες και τη δυνατότητα διαχείρισης των υποθέσεων τους.
Η Τουρκία απάντησε με σφαγές μεγάλης έκτασης, οι πιο γνωστές των οποίων ήταν οι λεγόμενες σφαγές του σουλτάνου Αμπντουλ-Χαμίτ και φυσικά, η προσπάθεια εξόντωσης των Αρμενίων, (γενοκτονία ) κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου απο τους Νεότουρκους.
Wikipedia, Αρμενικό ζήτημα

2  Οβαννές Γαραζιάν,  ''Η επιχείρηση “Μπανκ Οτομάν” οι Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αθήνα και ο Ελληνικός Τύπος της εποχής '', περιοδικό ''αρμενικά''. Πλήρες κείμενο και πηγές εποχής


3 H Νουνιά Γεραμιάν, σημειώνει στο περιοδικό ''αρμενικά'' Ιανουάριος - Μάρτιος 2014 Τεύχος 80:
''  Ο επίλογος της ιστορίας δυστυχώς ήταν θλιβερός, διότι ο Μανούκ Τζαρουγκιάν δεν επέζησε. Είτε διότι το γράμμα έφθασε αργά στα χέρια του αδελφού του Μπογός, είτε διότι τα χρήματα δεν έφθασαν εγκαίρως στον προορισμό τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη χρονική περίοδο κατά την οποία οι κάθε μορφής επικοινωνίες ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της οικογένειας, όταν τα πράγματα κάπως ηρέμησαν, ο Μπογός Τζαρουγκιάν ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη προς αναζήτηση του αδελφού του και των οικογενειών τους, αλλά δυστυχώς πληροφορήθηκε οριστικά για την απώλειά τους.
Θέλω να ευχαριστήσω την οικογένεια Τζαρουγκιάν η οποία επέτρεψε τη δημοσίευση αυτής της συγκλονιστικής επιστολής, όπως και την κυρία Μάρω Κιουρκτζιάν για την πολύτιμη βοήθειά της στη μετάφραση καθώς και για τις επισημάνσεις της όπως π.χ. ότι η επιστολή έχει μάλλον γραφεί καθ’ υπαγόρευση, διότι είναι εμφανής η διαφορά μεταξύ του γραφικού χαρακτήρα του κειμένου συγκριτικά με την υπογραφή του αποστολέα. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα έγγραφο άξιο μελέτης από τους ειδικούς.''


4 Γκαμάχ. Το χωριό Γκαμάχ (ή Γκεμάχ) βρίσκεται 8 χλμ. έξω από την πόλη Παγές της επαρχίας Μπιτλίς. Υπέστη καταστροφές λόγω των σφαγών του 1895, επί σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ. Κατά την περίοδο της Γενοκτονίας του 1915, το χωριό αριθμούσε 45 σπίτια και 260 Αρμενίους κατοίκους, οπότε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Σήμερα στην περιοχή ζουν 463 κάτοικοι, όλοι τους Κούρδοι.

Μία από τις πολλές μαρτυρίες της οργανωμένης εκείνης εξολόθρευσης είναι αυτή η διαταγή του Ταλαάτ ως υπουργού Εσωτερικών προς τη νομαρχία Χαλεπίου, που βρέθηκε στο Χαλέπι το 1918, μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου κατά το πιθανότερο παρόμοιες πρέπει να εστάλησαν και σε άλλες νομαρχίες, αν όχι σ΄ όλες

Στρατιωτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Έκδοση ΓΕΣ/1980, σελ.138

6 Ο Μεχμέτ Ταλαάτ πασάς (1874-1921) ήταν Τούρκος πολιτικός, που μαζί με τους Εμβέρ και Τζεμάλ αποτελούσε την τριανδρία του τουρκικού κομιτάτου "Ένωση και Πρόοδος" των Νεότουρκων από την επικράτησή τους το 1908 μέχρι την τουρκική ήττα του 1918.
Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη το 1874, που τελούσε ακόμα υπό Οθωμανική Αυτοκρατορία και ήταν γιος κατώτερου Οθωμανού αξιωματούχου. Αρχικά προσλήφθηκε από την τηλεγραφική εταιρεία στην Αδριανούπολη πλην όμως το 1893 συνελήφθη για ανατρεπτική δράση. Μετά την από δύο ετών αποφυλάκισή του διορίστηκε γενικός γραμματέας των οθωμανικών ταχυδρομείων στη Θεσσαλονίκη όπου και εντάχθηκε από τους πρώτους στο κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, με συνέπεια το ίδιο έτος να απολυθεί από την υπηρεσία του. Στη συνέχεια ανέλαβε μέλος της Επιτροπής για την Ένωση και Πρόοδο (ΕΕΠ), που αποτελούσε τον συνωμοτικό πυρήνα του κινήματος.
Αργότερα με την επικράτηση των Νεότουρκων εκπροσωπώντας την γενέτειρά του στο οθωμανικό κοινοβούλιο ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών (1913-1917), υπουργός Ταχυδρομείων, και γενικός γραμματέας της ΕΕΠ.
Πριν το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου,  ο Ταλαάτ υποστήριζε τις δυνάμεις της Αντάντ. Με την έναρξη όμως του πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία τάχθηκε στο πλευρό των κεντρικών δυνάμεων κατά την τότε επιθυμία όπως αποδείχθηκε του υπουργού Στρατιωτικών Εμβέρ Πασά. Τότε ως υπουργός Εσωτερικών ο Ταλαάτ ανέλαβε την ευθύνη για τον εκτοπισμό των μειονοτήτων και κυρίως Αρμενίων και Ελλήνων.
Το 1917 ανέλαβε Μέγας Βεζίρης (1917-1918), θέση από την οποία και παραιτήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1918, λίγο πριν τη συνθηκολόγηση
Διακρινόταν για την οξύνοια, την τόλμη αλλά και την απίστευτη σκληρότητά του, πρωτοστατώντας στα υπό των Γερμανών οργανωτών του οθωμανικού στρατού υποδειχθέντα σχέδια εκτοπισμού κάθε ελληνογενούς στοιχείου από τη Θράκη, τα παράλια της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Ήταν ο κύριος υποκινητής και πρωταγωνιστής της διπλής Γενοκτονίας αρχικά των Αρμενίων και στη συνέχεια των Χριστιανών Ελληνογενών, (παρότι επίσημα ήταν Οθωμανοί υπήκοοι), με σφαγές και εκτοπισμούς κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που υλοποιήθηκαν με δική του εντολή από την Άνοιξη του 1914 μέχρι το 1918.
Εκτελέστηκε από τον επιζήσαντα Σο­γο­μόν Τε­χλιριάν στο Βε­ρο­λί­νο στις 15 Μαρ­τί­ου του 1921.



Πηγές - Βιβλιογραφία

- Περιοδικό ''αρμενικά''
- Αρμενική  Εθνική Επιτροπή Ελλάδος
- The Armenian Genocide Museum- Institute, National Academy of Sciences of  the Republic of Armenia
- Vahakn N. Dadrian, Les enfants victimes de génocide : le cas arménien
- Robert Fisk: Living proof of the Armenian genocide, Independent
- Αrmenian Genocide 100 gr
-  Milwaukee Armenian Community
- Bibliothèque nationale de France, The Massacres in Constantinople: Attack on an Armenian House’, Review of Reviews, October 1896

- Σύλλογος Ποντίων ''Αμάραντος'', Wernau
- Θεοφάνης Μαλκίδης, Η Γενοκτονία ως Εθνικό Ζήτημα
-  Θεοφάνης Μαλκίδης, Η απόδειξη για την Αρμενική Γενοκτονία
- Iωάννη K. Xασιώτη, H Γενοκτονία των Aρμενίων. H τραγωδία του αρμενικού έθνους και η κοινή του μοίρα με τον Eλληνισμό της Mικράς Aσίας
- Η Γενοκτονία του 1915, Τα πάθη των Αρμενίων, Ελευθεροτυπία-Ιστορικά, 27 Απριλίου 2000.
- Ταλαάτ Πασάς, Wikipedia

-Thomas De Waal, Great Catastrophe, Armenians and Turks in the Shadow of Genocide, Oxford University Press, 2015.
- Ronald Grigor Suny, They Can Live in the Desert but Nowhere Else, A History of the Armenian Genocide,Princeton University Press, 2015.

- Μπαγντασάρ Αβετιάν, ένας 25χρονος δάσκαλος, από το χωριό Ντελι-Μπαλτά, Κωσταντίνου Φωτιάδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου, armeniangenocide100

- 24 avril 1915, premier jour d’un génocide, Gaïdz Minassian, Le Monde, 23 Avril 2015


Βιβλία

- Ζαν Πιέρ Αλέμ, Η ΑΡΜΕΝΙΑ Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1973
- Μπεντρός Ζομπιάν, Ταξίδι στην Ανατολία με τον Ουίλλιαμ Σαρογιαν, Μετάφραση Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 2005

- Βαχάκν Νταντριάν, Η Ιστορία της Αρμενικής Γενοκτονίας Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 2002

- Τσαλαμπιάν Αντρανίκ, Ο Στρατηγός Αντρανίκ και το Αρμενικό Επαναστατικό Κίνημα
Κέντρο Ελληνο-Αρμενικών Μελετών, Αθήνα 2005

- Φίλιπ Μάρσντεν, Αναζητώντας τους Αρμενίους σε Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Καύκασο
Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1999
- Jacques Derogy Operation Némésis: Les vengeurs arméniens
- Επιχείρηση  Νέμεσις, Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν
- Αναΐντ Τερ Μινασιάν, Η Δημοκρατία της Αρμενίας, Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1997

- Αρσαβίρ Σιρακιάν,ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ-Ο Τιμωρός, Μετάφραση: Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν 1990

- Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν, ΑΡΜΕΝΙΑ, Αναδρομή στην Ιστορία του Αρμενικού Έθνους 2003
- Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν,Η Αρμενία και το Αρμενικό Ζήτημα (1975, β΄ έκδοση 1988)

- Paolo Cossi- J.-B. Djian & Jan Varoujan «Επιχείρηση Νέμεσις-Ειδική Αποστολή (Χαντούκ Κορτζ)»Έκδοση του περιοδικού Αρμενικά, 2015
- Alt Aliye (Αλτ Αλιγιέ), Οι Αρμένιοι του Χεμσίν, Μετάφραση Ανδρεάδης Γεώργιος, Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2001.

- Ζιλμπέρ Σινουέ , Ερεβάν, Μια κραυγή για την Αρμενία,  Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2011
- Μουστιάν Μαρκ, Παιχνίδια της ζωής και της μνήμης, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2010.
- Ντεϋρόλ Τεοφίλ, Ταξίδι στον Πόντο και στην Αρμενία, Εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 2010.
- Γιαλτσίν Κεμάλ, Για σένα η καρδιά μου χτυπά, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2010.
- Καμπουριάν Αρουτιούν, «Αιχμάλωτος μνήμης», Εκδόσεις Τσουκάτου, Αθήνα 2008.
- Ακτσαμ Τανέρ, Μια επαίσχυντη πράξη, Η Γενοκτονία των Αρμενίων και το ζήτημα της τουρκικής ευθύνης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2007.
- Ρεντγκέιτ Α.Ε., Οι Αρμένιοι, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2006.
- Zομπιάν Μπεντρός, Ταξίδι στο Μπιτλίς με τον Ουίλλιαμ Σαρογιάν, Εκδόσεις Στοχαστής.Αθήνα 2005.

- Αρσλαν Αντόνια, Το Σπίτι με τους Κορυδαλλούς Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2005.
- Χασιώτης Ιωάννης, Οι Αρμένιοι της Ελλάδας : Ιστορία, Οργάνωση, Ιδεολογία, Κοινωνική Ενσωμάτωση, Εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 1995.

- Τόυμπη Άρνολντ, Οι φρικαλεότητες κατά των Αρμενίων : Η δολοφονία ενός έθνους, Αρμενικοί Ορίζοντες, Αθήνα 1995.

- Παγτζιλόγλου Μίλτος, Η Γενοκτονία των Ελλήνων και των Αρμενίων της Μικράς Ασίας, Αθήνα 1988.
Μια ιστορική μελέτη για τα γεγονότα της αρμενικής γενοκτονίας και την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού στην οποία περιλαμβάνονται οι αναμνήσεις των παιδικών και εφηβικών χρόνων του συγγραφέα, μνήμες από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μαρτυρίες από την απόβαση των Αγγλογάλλων στη Μερσίνα, το Γαλλοτουρκικό Πόλεμο, τη συμφωνία της Άγκυρας και την έξοδο των Ελλήνων και των Αρμενίων, την ανταλλαγή των πληθυσμών και την οριστική εγκατάστασή του στην Αθήνα.



Το αφιέρωμα στην Γενοκτονία των Αρμενίων βασίστηκε σε γαλλικά, αμερικανικά και ελληνικά αφιερώματα, μαρτυρίες, βιβλία,άρθρα και μελέτες, επίσημες σελίδες της Γενοκτονίας, τη μετάφραση των οποίων έκανε η Β.Α για το Ηistoria. Πηγή και πολύτιμη βοήθεια αποτέλεσε και η σχετική αρθρογραφία του περιοδικού Αρμενικά.Το θέμα θα συμπληρώνεται με νεώτερα στοιχεία και αφιερώματα.

Αφιερώνεται σε όλους τους Αρμενίους και ιδίως στη μνήμη του Αγκόπ Μαρκοσιάν,που μου έμαθε το μεγαλείο της αρμενικής ψυχής


Δείτε το πρώτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 1
Δείτε το τρίτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 3
Δείτε το τέταρτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 4


Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν την πηγγή σεβόμενοι την προσωπική εργασία και τον κόπο που απαιτείται. Να μην παραλείπονται επίσης οι πηγές και η σχετική ββλιογραφία.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου