Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Bertrand Russell 1872 -1970

" Όταν ήμουν 11 χρονών άρχισα να διαβάζω τα Στοιχεία του Ευκλείδη… Αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα γεγονότα στη ζωή μου, τόσο εκτυφλωτικό όσο και ο πρώτος έρωτας. Δεν είχα ποτέ φανταστεί ότι υπήρχε κάτι τόσο γοητευτικό στον κόσμο."

'' Τρία πάθη, απλά αλλά εξαιρετικά δυνατά, έχουν εξουσιάσει τη ζωή μου: η λαχτάρα για έρωτα, η αναζήτηση για γνώση και η αβάσταχτη λύπη για τα δεινά του κόσμου.
Με στριφογύριζoυν αυτά τα πάθη όπως ένας σίφουνας, μια από “δω, μια από “κει, σε μια απρόβλεπτη διαδρομή μέσα σ” ένα ωκεανό μαρτυρίου, συχνά μέχρι τα τελευταία όρια της απελπισίας.


Καταρχήν αναζήτησα την αγάπη γιατί φέρνει την έκσταση, έκσταση τόσο μεγάλη ώστε κάποιες φορές αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να θυσιάσω το υπόλοιπο της ζωής μου για λίγες μόνο ώρες αυτής της χαράς. Επιπλέον την αναζήτησα γιατί ανακουφίζει από τη μοναξιά, αυτή τη τρομερή μοναξιά κατά την οποία μια τρεμάμενη συνείδηση διακρίνεται στο χείλος του κόσμου μέσα σε μία  κρύα αβυσσαλέα άψυχη άβυσσο. Τέλος την αναζήτησα, γιατί στoν έρωτα είδα , σε μια μυστικιστική μικρογραφία, την προεικόνιση του οράματος του παραδείσου, αυτό που φαντάστηκαν οι άγιοι και οι ποιητές. Αυτό είναι που αναζήτησα, και παρόλο που φαίνεται πολύ καλό για την ανθρώπινη ζωή, αυτό είναι – τελικά – που βρήκα.

Με το ίδια πάθος αναζήτησα και τη γνώση. Επιθυμούσα να κατανοήσω τις καρδιές των ανθρώπων. “Ήθελα να μάθω γιατί λάμπουν τα αστέρια. Και προσπάθησα να κατανοήσω τη Πυθαγόρεια φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία κυριαρχούν οι φυσικοί αριθμοί. Λίγα από αυτά, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό, τα έχω επιτύχει.

Ο έρωτας και η γνώση, στο μέτρο του δυνατού, μας ωθούν προς τα πάνω, στους ουρανούς. Αλλά πάντα η πίκρα με γυρνούσε πίσω στη γη. Αντίλαλοι κραυγών πόνου αντηχούν στην καρδιά μου. Τα παιδιά που πεινάνε, τα θύματα που βασανίζονται από τους καταπιεστές, ανήμποροι ηλικιωμένοι, και όλος ο κόσμος που είναι γεμάτος με μοναξιά,  φτώχεια και  πόνο, κάνουν παρωδία αυτό που θα έπρεπε να είναι η ανθρώπινη ζωή.  Λαχταρώ να προσφέρω ανακούφιση από το κακό, αλλά δεν μπορώ και υποφέρω. Αυτή είναι η ζωή μου. Διαπίστωσα ότι αξίζει να ζεις, και εφόσον μου προσφερόταν αυτή η δυνατότητα, θα ζούσα με χαρά και πάλι ..
.''

Bertrand Russell 
1872 -1970

Βρετανός ιδιοφυής φιλόσοφος, μαθηματικός, ιστορικός καια ειρηνιστής. Βραβεύτηκε με Νόμπελ το 1950 για τη συνεισφορά του στον ανθρωπισμό και την ελευθερία της σκέψης.Φυλακίστηκε για τη φιλειρηνική του δράση τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντιτάχθηκε στον Χίτλερ, στον ολοκληρωτισμό του Στάλιν, στον πόλεμο του Βιετνάμ και στην εξάπλωση των πυρηνικών όπλων.

Ο Μπέρτραντ Ράσελ γεννήθηκε στις 18 Μαΐου 1872 στο Trelleck Monmouth της Ουαλίας. Οι γονείς του, Τζων και Κέιτ 'Αμπερλυ, ήταν γνωστοί προοδευτικοί φιλελεύθεροι της βικτωριανής εποχής. Ο παππούς του, Λόρδος Τζων Ράσελ, ήταν εκείνος που επισκέφτηκε το 1814 κατ' εντολή της βρετανικής κυβερνήσεως τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη στην εξορία και έγινε αργότερα υπουργός των εξωτερικών και δύο φορές πρωθυπουργός της βασίλισας Βικτωρίας. Αυτός ο παππούς έμεινε στην ιστορία για το «Reform Bill» - εκλογικό νόμο που περιόριζε τα πολιτικά προνόμια των αριστοκρατών. Το γεννεαλογικό δένδρο των Ράσελ είναι ριζωμένο στον ανανεωτισμό των Whigs και ξεκινάει με τον Λόρδο Ουίλιαμ Ράσελ, ο οποίος εκτελέστηκε το 1683 επειδή πήρε μέρος σε απόπειρα κατά των Στιούαρτ. 'Οταν ο Μπέρτραντ Ράσελ ήταν 3 ετών, πέθαναν οι γονείς του και γι' αυτό ανατράφηκε, μαζί με το μεγαλύτερο αδελφό του Φρανκ, από τον παππού και τη γιαγιά του.

Το περιβάλλον, στο οποίο πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια  ήταν μεν εύπορο αλλά απομονωμένο. Ο Ράσελ εξελίχθηκε καταρχήν σε ένα εσωστρεφή έφηβο που καταβρόχθιζε βιβλία κάθε είδους, κυρίως φιλοσοφικά. Από γραπτά του των πρώτων νεανικών χρόνων που διασώθηκαν σε διάφορα συρτάρια και ντουλάπια, προκύπτει ότι ο Ράσελ αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό κάθε θρησκευτικό δόγμα, κάτι που δεν ήταν σύνηθες στη συντηρητική βικτωριανή κοινωνία. Δεν πήγε συστηματικά σε πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο σχολείο, αλλά διδάχθηκε τα απαραίτητα από ιδιωτικούς δασκάλους. 'Οταν ήταν 11 χρονών έμαθε από τον αδελφό του την Ευκλείδια Γεωμετρία. 'Οπως έγραψε ο ίδιος αργότερα, εκείνο που τον προβλημάτιζε ήταν η «τυφλή αποδοχή» των αξιωμάτων. Αργότερα αντιμετώπισε τη σημασία τους στα πλαίσια της Μαθηματικής Λογικής.


 Στα χρόνια των σπουδών του στο Καίμπριτζ (1890-94) γνωρίστηκε με μία παρέα εξ ίσου ευφυών συμφοιτητών του, με τους οποίους είχε, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, τη δυνατότητα να ανταλλάσσει απόψεις για τη ζωή και την κοινωνία. Διαπίστωσε δε, όπως γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, ότι και η παρέα του είχε όμοιες ιδέες με αυτόν για τα θρησκευτικά και κοινωνικά θέματα της εποχής. Οι καθηγητές παρατηρούσαν ότι ο Ράσελ ήταν στα κείμενά και τους λόγους του υπερβολικά σύντομος. Αργότερα εκτιμήθηκε ιδιαίτερα αυτή η ικανότητά του να αναπτύσσει, ακόμα και πολύπλοκα επιστημονικά θέματα, με συντομία στην έκφραση και σαφήνεια στο περιεχόμενο.


Alys Pearsall Smith

 Το 1894 παντρεύτηκε την 'Αλις Σμιθ, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς του, γιατί η νύφη ήταν γνωστό επαναστατικό πνεύμα, ταγμένη στον αγώνα για τα γυναικεία δικαιώματα. Η αποστολή του Ράσελ σε διπλωματική θέση στο Παρίσι για να διακόψει τη σχέση του με την Σμιθ δεν έφερε το ποθούμενο στην οικογένειά του αποτελέσματα. Ο γάμος αυτός διήρκεσε 16 χρόνια.



Στο Βερολίνο που επισκέφτηκε o Ράσελ το 1894 για να σπουδάσει Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες συνέλαβε την ιδέα, σ' ένα περίπατο στο Tiergarten, όπως έγραψε αργότερα, να συγγράψει δύο σειρές βιβλίων, μία για τη Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών και μία για Κοινωνικά και Πολιτικά Θέματα. Το 1896 κυκλοφόρησε το βιβλίο του για τη Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία.

Η αποφασιστική καμπή στην επιστημονική δραστηριότητά του ήρθε το 1900 σ' ένα διεθνές συνέδριο Φιλοσοφίας στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Peano, αυθεντία στον τομέα της Λογικής και στη συνέχεια μελέτησε τις δημοσιεύσεις του. 'Οπως έγραψε αργότερα ο Ράσελ, ο Peano «μου άνοιξε τα μάτια για την αναγωγή των  Μαθηματικών στη Λογική». Από μία δημοσίευση του Πεάνο κατέληξε ο Ράσελ στο έργο του Φρέγκε, ο οποίος είχε κάνει σημαντικά βήματα στον τομέα της Μαθηματικής Λογικής και της Θεωρίας των Αριθμών. Το 1903 δημοσιεύει ο Μπ. Ράσελ το βιβλίο του «The Principles of Mathematics», το οποίο παραμένει και σήμερα σταθμός στην ιστορία των Μαθηματικών. Το 1937, όταν κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση αυτού του βιβλίου, έγραψε στον πρόλογό του: «Δεν βλέπω κανένα λόγο να τροποποιήσω τη βασική αντίληψή μου ότι Μαθηματικά και Λογική είναι ταυτόσημα».

Για να προκύψει αυτή η ταυτότητα Μαθηματικών και Λογικής, έπρεπε να οικοδομηθεί η Λογική εκ νέου. Για το σκοπό αυτό συνεργάστηκε ο Ράσελ με τον παλιό δάσκαλό του Γουάιτχεντ, με τον οποίο παρουσίασε το νέο σύστημα Λογικής στο βιβλίο «Principia Mathematica». Επειδή ο Γουάιτχεντ είχε σημαντικές διδακτικές υποχρεώσεις, έπεσε ο μεγάλος φόρτος δουλειάς στον Ράσελ. Μεταξύ 1907 και 1910, έγραψε αργότερα ο ίδιος, δούλευε καθημερινά 10-12 ώρες για να ολοκληρώσει το έργο. Ο πρώτος τόμος του κυκλοφόρησε το 1910 και συνέπεσε  περίπου με το διαζύγιό του. Μέχρι το 1913 κυκλοφόρησαν και οι επόμενοι δύο τόμοι. Χαρακτηριστικό είναι ότι, επειδή ο εκδοτικός οίκος (Cambridge University Press) εκτιμούσε ως πολύ υψηλό το κόστος εκδόσεως και ελάχιστα τα πιθανά έσοδα, υποχρέωσε τους συγγραφείς να συμμετάσχουν στα έξοδα. 'Ετσι συνέβαλε καθένας τους με 50 λίρες για ένα έργο που απετέλεσε τον προσωρινά τελευταίο σταθμό στην επιστήμη της Λογικής από την εποχή του Αριστοτέλη! Το 1910 ανέλαβε ο Ράσελ διδασκαλία με πενταετή θητεία στο Trinity College του Καίμπριτζ. Το 1912 κυκλοφόρησε το μέχρι σήμερα καλύτερο αγγλόφωνο έργο εισαγωγής στη φιλοσοφία με τίτλο «The Problems of Philosophy».

Παράλληλα με τα Μαθηματικά δεν έλειψαν όμως και άλλες δραστηριότητες του Ράσελ, όπως η δημοσίευση διαφόρων βιβλίων, διαλέξεις σε Πανεπιστήμια πάνω στα τρέχοντα επιστημονικά θέματα, αλλά και για αμφιλεγόμενα κοινωνικά και πολιτικά θέματα της καθημερινής ζωής κ.ά. Ιδιαίτερα σημαντική από αυτές τις παράλληλες δραστηριότητες ήταν η συμμετοχή στον προεκλογικό αγώνα του 1907, ο οποίος είχε για κεντρικό σύνθημα τα εκλογικά δικαιώματα για τις γυναίκες. Για να μην νομιστεί δε ότι επρόκειτο για ακαδημαϊκές διαφωνίες, οι αντίπαλοι της γυναικείας ψήφου κατέβαιναν στις συγκεντρώσεις των υποστηρικτών με  ρόπαλα και τσουβάλια γεμάτα με αρουραίους. Την κατάλληλη στιγμή άφηναν ελεύθερους τους αρουραίους που έτρεχαν πανικόβλητοι ανάμεσα στα πόδια των  γυναικών και στη συνέχεια κτυπούσαν τους συγκεντρωμένους με τα ρόπαλα. Ο Ράσελ περιγράφει στα απομνημονεύματά του διάφορους ξυλοδαρμούς, στους οποίους αναγκάστηκε να πάρει μέρος. 'Ολες αυτές οι παράλληλες δραστηριότητες έφεραν τον Ράσελ κοντά σε διάσημες προσωπικότητες, όπως τους Μάραιυ, Λώρενς, Βίτγκενστάιν, Έλιοτ και Κόνραντ. H σύνδεση του Ράσελ με αυτά τα πρόσωπα ήταν ιδιαίτερα θερμή, αλλά όχι πάντα χωρίς προβλήματα, τα οποία συχνά κυκλοφορούσαν με μορφή ανεκδότων.

'Ενα κοινωνικά και πολιτικά δραστήριο άτομο, όπως ο Ράσελ, δεν ήταν δυνατόν να μείνει ασυγκίνητο μπροστά στο δράμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ενός πολέμου τελείως παράλογου και περιττού, ο οποίος ξεκίνησε για να ικανοποιήσει πρόσκαιρες σκοπιμότητες και να κλείσει λογαριασμούς του προηγούμενου αιώνα, αλλά κατέληξε σε ένα γιγάντιο σφαγείο ανθρώπων και ιδεών.
Ο Ράσελ ξεκίνησε εκστρατεία για τα δικαιώματα των αρνητών στρατεύσεως, οι οποίοι απειλούνταν με την ποινή του θανάτου.
Το 1916 κυκλοφόρησε ο Έρνεστ Έβερετ, αρνητής στρατεύσεως ο ίδιος, ένα αντιπολεμικό κείμενο. Ο Ράσελ δήλωσε ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο συγγραφέας του κειμένου, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε χρηματικό πρόστιμο, αλλά και να  απολυθεί από το Trinity College, όπου δίδασκε. O υπερασπιστικός του λόγος στο δικαστήριο αποτελεί και σήμερα ακόμα ένα ύμνο στην ειρήνη και στο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να αρνηθεί για λόγους συνειδήσεως να πολεμήσει. Η δημοσίευση αυτού του λόγου απαγορεύτηκε αρχικά στη Μ. Βρετανία, αλλά επετράπη μετά τον πόλεμο.

To αμερικάνικο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και προσέφερε στον Ράσελ μία θέση καθηγητή. 'Ομως η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε να του χορηγήσει διαβατήριο. Το 1918 καταδικάστηκε ο Ράσελ σε φυλάκιση 6 μηνών για «προσβολή συμμάχων», επειδή διατύπωσε σε άρθρο του το φόβο ότι τα αμερικανικά στρατεύματα που έφτασαν στην Ευρώπη περί το τέλος του πολέμου, θα χρησιμοποιύνταν για καταστολή εργατικών ταραχών στην Αγγλία και τη Γαλλία. O μεγάλος Μαθηματικός «αξιοποίησε» την παραμονή του στη φυλακή γράφοντας το βιβλίο  «Introduction to Mathematical Philosophy» και ξεκινώντας τη συγγραφή του «The Analysis of Mind».

Το 1919 έλαβε ο Ράσελ μία επιστολή από τον Βίτγκενστάιν (τον οποίο γνώριζε ήδη από το 1912 ως μαθητή στο Καίμπριτζ), με την οποία τον πληροφορούσε ότι βρισκόταν ως αυστριακός αξιωματικός σε ιταλική αιχμαλωσία. Συνημμένα στο γράμμα του έστελνε δε ένα χειρόγραφό του για σχολιασμό. Επρόκειτο για το περίφημο έργο του Βίτγκενστάιν «Tractatus logico-philosophicus». Το έργο αυτό δημοσιεύτηκε το 1921.

Το έτος 1920 επισκέπτεται ο Ράσελ με μία ομάδα του βρετανικού εργατικού κόμματος την επαναστατημένη Ρωσσία. Ο ενθουσιασμός του για κάθε ανανέωση ήταν μεγάλος, αυτό όμως που συνάντησε δεν τον έκανε ιδιαίτερα αισιόδοξο. Οι κριτικές παρατηρήσεις του για την εικόνα που αποκόμισε κατατέθηκαν στο βιβλίο του «The Practice and Theory of Bolshevism». Μετά την επιστροφή του από τη Ρωσσία δέχθηκε μία θέση επισκέπτη καθηγητή στο Πεκίνο, όπου πέρασε εννέα μήνες του έτους 1921. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρόνου βρισκόταν όμως στο νοσοκομείο για να συνέλθει από τις αλλεπάλληλες ασθένειες που τον έπληξαν. Σ' αυτό το διάστημα κυκλοφόρησε από Ιάπωνες δημοσιογράφους η φήμη ότι ο Ράσελ πέθανε (ήταν ήδη 49 ετών). 'Eτσι, όταν ο μεγάλος φιλόσοφος συνήλθε από την αρρώστια του, είχε το μακάβριο προνόμιο να διαβάσει νεκρολογίες που δημοσίευσαν διάφορες ευρωπαϊκές εφημερίδες για το άτομό του - όχι πάντα ευνοϊκές.

Το 1927 ίδρυσε ο Ράσελ ένα ιδιωτικό σχολείο για να υλοποιήσει δικές του ιδέες για την εκπαίδευση. Στο σχολείο αυτό θα πήγαιναν και τα δύο παιδιά του που γεννήθηκαν το 1921 και 1923. Τα χρόνια αυτά που πέρασε ως οικογενειάρχης και σχολάρχης αξιοποίησε ο Ράσελ και για τη συγγραφική του δραστηριότητα. Μεταξύ 1921 και 1931 κυκλοφόρησαν 15 βιβλία του, όλα με παγκόσμια εμβέλεια και με διαφορετικό κάθε φορά θέμα: Από κοινωνικά προβλήματα, μέχρι νέες επιστημονικές αντιλήψεις και φιλοσοφικά θέματα. Μερικοί από τους τίτλους: «The ABC of Atoms», «The ABC of Relativity», «Marriage and Morals», «The Conquest of Happiness». Ενδιάμεσα πραγματοποίησε 4 επισκέψεις για διαλέξεις στις ΗΠΑ. Το 1923 πέθανε ο μεγαλύτερος αδελφός του και ανακηρύχθηκε ο ίδιος αυτοδικαίως Λόρδος. Η πρώτη του παρουσία στη Βουλή των Λόρδων ('Ανω Βουλή) έγινε όμως το 1937, πράγμα που δείχνει ότι ουδόλως τον ενδιέφερε η κληρονομημένη πολιτική θέση αλλά μόνο η νομιμοποιημένη από τη λαϊκή ψήφο. Τα έτη 1922 και 1923 ήταν ανεξάρτητος υποψήφιος του Εργατικού Κόμματος στην εκλογική περιφέρεια του Τσέλσυ. 'Εχασε και τις δύο εκλογές. Το 1935 χώρισε από τη δεύτερη σύζυγό του σε ηλικία 63 ετών.

Η άνοδος του εθνικο-σοσιαλισμού στη Γερμανία οδήγησε τον Ράσελ σε νεώτερη δραστηριοποίησή του. 'Εγραφε καυστικά άρθρα ενάντια στο φαινόμενο του φασισμού και ρατσισμού και προέβλεπε ξέσπασμα πολέμου, αν δεν ελέγχονταν ειρηνικά οι αντιθέσεις. Η υπεράσπιση του υπέρτερου αγαθού της ειρήνης τον υποχρέωνε να υποστηρίξει το σύμφωνο του Μονάχου (Τσάμπερλαιν - Χίτλερ) που αποτελούσε ουσιαστικά υποχώρηση της Δύσης έναντι του Χίτλερ. 'Ενα χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου αντελήφθη ότι κάθε φιλειρηνική προσπάθεια ήταν ασήμαντη μπροστά στη δύναμη των πολεμικών μηχανισμών και στον κίνδυνο που σήμαινε για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό η επικράτηση του ναζισμού.

Bertrand Russell, Patricia Russell, Conrad Russell
Cambridge 1945

Με την τρίτη σύζυγό του, Πατρίσια Σπένσερ, πήγε το 1938 στις ΗΠΑ ως καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια. Το 1940 του προσφέρθηκε θέση καθηγητή στο City College of  New York, θέση η οποία ανακλήθηκε, επειδή θεωρήθηκε ότι η ηθική του Ράσελ δεν ταίριαζε με τους στόχους της αμερικάνικης παιδείας! Στη συνέχεια αντιμετώπισε ο μεγάλος φιλόσοφος ένα γενικότερο μποϋκοτάζ από τα Πανεπιστήμια των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να βρεθούν, αυτός και η οικογένειά του, σε δεινή οικονομική κατάσταση, Μία θέση για διδασκαλία της Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Barnes Foundation οδήγησε και πάλι σε συγκρούσεις, λόγω του περιεχομένου της διδασκαλίας του. Μετά από δύο χρόνια ακολούθησε απόλυση από τη θέση του καθηγητή και δίκη λόγω πλημελούς ανταποκρίσεως στα καθήκοντά του. Ο Ράσελ κέρδισε τη δίκη και δημοσίευσε τις παραδόσεις του ως βιβλίο με τίτλο «History of Western Philosophy» που αποτελεί σταθμό στις φιλοσοφικές εκδόσεις του 20ου αιώνα. Το 1944 επέστρεψε, ήδη 72 ετών, στη Μ. Βρετανία και δίδαξε για 5 χρόνια στο Trinity College.

Μετά τη ρίψη της πρώτης ατομική βόμβας στην Ιαπωνία, παρουσιάστηκε ο Ράσελ για άλλη μία φορά στη Βουλή των Λόρδων, μίλησε για την επερχόμενη υδρογονοβόμβα και τάχθηκε ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς. Προπαγάνδιζε μία «παγκόσμια κυβέρνηση» που θα οδηγούσε στην αποτροπή των πολέμων. Οι ΗΠΑ δέχθηκαν την πρότασή του ως Baruch Plan, η Σοβιετική 'Ενωση (Σ.Ε.) την απέρριψε, γιατί δεν είχε ακόμη ατομικά όπλα και θα διαπραγματευόταν από μειωνεκτική θέση. Ο Ράσελ συνεδίασε την άρνηση αυτή με το δεσποτισμό του σταλινικού καθεστώτος και επετέθη με σφοδρότητα σε δημοσιεύσεις και ομιλίες του κατά της Σ.Ε. Αυτή η τοποθέτησή του αντιμετωπίστηκε ευνοϊκά από τα δυτικά κράτη, τα οποία άρχισαν πλέον να προβάλουν το φιλόσοφο περίπου ως εθνικό ήρωα - από άτομο μειωμένης ηθικής που τον θεωρούσαν μόλις πριν από μερικά χρόνια στις ΗΠΑ και παλαιότερα στη Μ. Βρετανία.


'Οταν απέκτησε και η Σοβιετική Ένωση πυρηνικά όπλα και άρχισε ουσιαστικά ο «ψυχρός πόλεμος», οδηγήθηκε ο Ράσελ στο συμπέρασμα ότι μόνο ο πυρηνικός αφοπλισμός θα έσωνε την υφήλιο από την καταστροφή. Η περίπτωση να οδηγηθούμε στην αποκλιμάκωση του κινδύνου πυρηνικού ολοκαυτώματος μέσω της αυτοδιαλύσεως του ενός από τα δύο στρατιωτικά μπλοκ, όπως έγινε 40 χρόνια αργότερα, δεν ήταν ορατή στις αρχές της δεκαετίας του '50.

Ο Ράσελ ξεκίνησε το ειρηνιστικό κίνημα ενάντια στους πυρηνικούς εξοπλισμούς, με αποτέλεσμα να γίνει, αφενός και πάλι ο απόβλητος των δυτικών κατεστημένων, αφετέρου ο ήρωας των κομματικά αδέσμευτων προοδευτικών κινημάτων. Στη διεύθυνσή του κατέφθαναν καθημερινά χιλιάδες  επιστολές από όλο τον κόσμο, κυρίως από απλούς ανθρώπους, στις περισσότερες από τις οποίες απαντούσε ιδιοχείρως! Τα κείμενα αυτών των επιστολών και οι απαντήσεις του Ράσελ έχουν δημοσιευτεί σε πολλούς τόμους. Σε μία σειρά εκπομπών από το BBC, με τίτλο «Man's Peril», πληροφορούσε το κοινό για τα επιτεύγματα της επιστήμης και τον κίνδυνο από τα πυρηνικά όπλα. Καθ' οδόν σε περιοδεία για διαλέξεις τον πληροφόρησαν ότι του απονεμήθηκε το βραβείο Nobel της Λογοτεχνίας για το έτος 1950 .

Το 1952 χώρισε από την τρίτη σύζυγό του και παντρεύτηκε, σε ηλικία 80 ετών την τέταρτη, Έντιθ Φιντς, αμερικανίδα συγγραφέα. To 1955 ξεκίνησε για διαλέξεις στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ. 'Ηδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας καταπολέμησε με λόγους και δημοσιεύσεις το κλίμα διώξεων και λογοκρισίας που δημιούργησε η κίνηση Μακάρθυ στις ΗΠΑ. Υπερασπίστηκε με τον ίδιο τρόπο τους Ρόζενμπεργκ και, όταν αυτοί εκτελέστηκαν, τον συνεργάτη τους Σόμπελ. Αργότερα ξεκίνησε καμπάνιες για την απελευθέρωση του Μπεν Μπάρκα, του Αντώνη Αμπατιέλου, του Χάιντς Μπραντ κ.ά.

Το έτος 1957 βρέθηκε σε αεροπλάνο, το οποίο έπεσε στη θάλασσα περί τα 100 μέτρα από την ακτή της Νορβηγίας. Μερικοί από τους επιβάτες σκοτώθηκαν, ο Ράσελ κολύμπησε μαζί με άλλους επιζώντες στο παγωμένο νερό, ήταν 85 ετών, και διασώθηκε. Αν και γενικά έδινε την εντύπωση εύθραυστου ανθρώπου, ο Ράσελ επέζησε πολλών βαριών ασθενειών, ανάμεσά τους μερικές πνευμονίες. Σε μεγαλύτερη ηλικία είχε βαρυκοΐα και προβλήματα στην κατάπωση. 'Οταν το 1967, στο αποκορύφωμα των διαμαρτυριών κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, διαδόθηκε ότι έπασχε από γεροντική άνοια, παρουσιάστηκε σε αντιπολεμική εκδήλωση στη Σουηδία (95 ετών) και εντυπωσίασε με τη ζωτικότητά του.

Στα χρόνια μετά την έκρηξη της πρώτης υδρογονοβόμβας εργάστηκε για να δραστηριοποιήσει στο αντιπυρηνικό κίνημα τους κορυφαίους επιστήμονες της εποχής. 'Οσοι υπέγραψαν το σχετικό μανισφέστο, πρώτος εξ αυτών ο 'Αινστάιν λίγο πριν από το θάνατό του, απετέλεσαν τον πυρήνα της πρώτης συνόδου του Pugwash στη Νέα Σκωτία. Αυτή η κίνηση βρισκόταν σε αρμονία με την πλατωνική αντίληψη του Ράσελ για την πολιτική: Μόνο οι «σοφοί» ήταν σε θέση και έπρεπε να αποφασίζουν, λόγω της πολυπλοκότητας των θεμάτων, για τις υποθέσεις της ειρήνης στον κόσμο - αναμφίβολα μία ρομαντική τοποθέτηση που παράβλεπε τον παράγοντα των ποικίλων συμφερότων και των σκοπιμοτήτων.  Ο Ράσελ εξελέΓη πρόεδρος αυτής και των επόμενων συνόδων. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 πήραν οι φιλειρηνικές-αντιπυρηνικές δραστηριότητες τέτοια έκταση, ώστε να μην είναι πια σε θέση, λόγω και της προχωρημένης ηλικίας του, να ανταπεξέλθει στις τεράστιες υποχρεώσεις. 'Ιδρυσε την «Bertrand Russell Peace Foundation», η οποία ασχολήθηκε κυρίως με προβλήματα των λαών του τρίτου κόσμου.

Την ίδια εποχή ενεργοποιούνται οι Αμερικάνοι όλο και περισσότερο στο Βιετνάμ και ο Ράσελ αποτελεί ένα από τους κύριους επώνυμους πολέμιους αυτής της ανάμιξης. Το 1965 αποχωρεί από το Εργαστικό Κόμμα της Μ. Βρετανίας λόγω της ανοχής του (πρωθυπουργός ο εργατικός Wilson) έναντι των Αμερικάνων. Το 1967 αρχίζει τη λειτουργία του το «Δικαστήριο Μπ. Ράσελ» για εγκλήματα πολέμου στο Βιετνάμ. Οι μαζικές κινητοποιήσεις στη Μ. Βρετανία και στην Ευρώπη γενικότερα  κατά του πολέμου στο Βιετνάμ έγιναν σε μεγάλο βαθμό υπό την καθοδήγηση του Ράσελ.

Πέθανε σχεδόν αιωνόβιος στις 2 Φεβρουαρίου 1970 στην Ουαλία, όπου και είχε γεννηθεί. 'Aφησε πίσω του πάνω από 70 βιβλία και ένα τεράστιο αριθμό άρθρων, δοκιμίων, σχολίων κτλ. για Μαθηματικά, Φιλοσοφία, Πολιτική κ.ά., καθώς επίσης ένα πλήθος μαθητών και θαυμαστών, συνεχιστών του έργου του. Η συγκεφαλαίωση της ζωής του περιέχεται στο κλείσιμο των απομνημονευμάτων του: «Τρία απλά αλλά υπεράνθρωπα πάθη προσδιόρισαν τη ζωή μου: Η αναζήτηση της αγάπης, η τάση για γνώση και μία ασυγκράτητη συμπόνια για τα πάθη των ανθρώπων. 'Οπως ένας σίφουνας με στριφογύριζαν αυτά τα πάθη, μια από 'δω, μια από 'κει, σε μια απρόβλεπτη διαδρομή μέσα σ' ένα ωκεανό μαρτυρίου, συχνά μέχρι τα τελευταία όρια της απελπισίας.»
     



HIROSHIMA DAY


Το μανιφέστο Russell- Einstein

Λονδίνο 9 Ιουλίου 1955

Στην τραγική κατάσταση που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, αισθανόμαστε ότι οι επιστήμονες πρέπει να συγκεντρωθούν σε μια διάσκεψη για να αξιολογήσουν τους κινδύνους που έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των όπλων μαζικής καταστροφής, και να συζητήσουν ένα ψήφισμα στο πνεύμα του επισυναπτόμενου πρόχειρου ψηφίσματος.

Μιλάμε σε αυτήν την περίπτωση, όχι ως μέλη αυτού ή εκείνου του έθνους, ηπείρου, θρησκείας, αλλά ως ανθρώπινα όντα, μέλη του ανθρώπινου Γένους, του οποίου η μελλοντική ύπαρξη βρίσκεται σε αμφιβολία. Ο κόσμος είναι γεμάτος συγκρούσεις. Και, αν αφήσουμε όλες τις δευτερεύουσες συγκρούσεις, ο τιτάνιος αγώνας γίνεται μεταξύ του κομμουνισμού και του αντι-κομμουνισμού.

Σχεδόν καθένας που είναι πολιτικά συνειδητός έχει ισχυρά συναισθήματα για το ένα ή και τα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα αλλά από εσάς θέλουμε, εάν μπορείτε, να θέσετε κατά μέρος τέτοια συναισθήματα και να θεωρηθούμε μόνο σαν τα μέλη ενός βιολογικού είδους που είχε μια αξιοπρόσεκτη ιστορία, και την εξαφάνιση του οποίου κανένας από μας δεν μπορεί να επιθυμήσει.

Θα προσπαθήσουμε να μην πούμε ούτε μια λέξη παραπάνω από αυτήν, που πρέπει να απευθύνει η μια ομάδα σε μια άλλη. Όλοι, εξίσου, συμφωνούν με τον κίνδυνο, και, εάν ο κίνδυνος γίνει κατανοητός, υπάρχει ελπίδα ότι μπορεί συλλογικά να τον αποτρέψουμε.

Πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε με έναν νέο τρόπο. Πρέπει να μάθουμε να αναρωτιόμαστε, όχι ποια μέτρα μπορούν να ληφθούν για να δώσουν τη στρατιωτική νίκη σε οποιαδήποτε ομάδα προτιμάμε, γιατί δεν πλέον καιρός για τέτοια ζητήματα. Η ερώτηση που πρέπει να βάλουμε είναι: Ποιές πρωτοβουλίες πρέπει να ληφθούν για να αποτραπεί ένας στρατιωτικός ανταγωνισμός του οποίου η κατάληξη θα είναι καταστρεπτική σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη;

Οι άνθρωποι όλης της Γης, και ακόμα και πολλά άτομα σε κυβερνητικές θέσεις, δεν έχουν σκεφθεί τι θα γινόταν σε έναν πόλεμο με πυρηνικές βόμβες. Οι άνθρωποι σκέφτονται ακόμα με όρους της εξάλειψης των πόλεων. Γίνεται κατανοητό ότι οι νέες βόμβες είναι ισχυρότερες από τις παλαιές, και ότι, ενώ μια Α-βόμβα (ατομική) μπόρεσε να εξαλείψει τη Χιροσίμα, μια Η-βόμβα (υδρογονοβόμβα) θα μπορούσε να εξαλείψει μεγαλύτερες πόλεις, όπως το Λονδίνο, Νέα Υόρκη, και Μόσχα.

Καμία αμφιβολία δεν υπάρχει ότι σε ένα πόλεμο με Η-βόμβα οι μεγάλες πόλεις δεν θα εξαλειφθούν. Αλλά αυτό το γεγονός είναι μια από τις δευτερεύουσες καταστροφές, που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Εάν όλοι οι άνθρωποι στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, και στη Μόσχα εξολοθρευτούν, ο κόσμος, θα χρειαστεί μερικούς αιώνες για να συνέλθει από το χτύπημα. Αλλά ξέρουμε τώρα, ειδικά από την δοκιμή στις νήσους Bikini, ότι οι πυρηνικές βόμβες μπορούν βαθμιαία να μεταδώσουν την καταστροφή πολύ πέρα από μια στενή περιοχή από ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί.

Δηλώνεται σωστά ότι μια βόμβα που μπορεί τώρα να κατασκευαστεί θα είναι 2.500 φορές ισχυρότερη από αυτή που κατέστρεψε τη Χιροσίμα. Μια τέτοια βόμβα, εάν εκραγεί κοντά στο έδαφος ή κάτω από το νερό, θα στείλει ραδιενεργά σωματίδια στα ανώτερα στρώματα του αέρα. Αυτά θα πέσουν βαθμιαία και θα φθάσουν στην επιφάνεια της Γης υπό μορφή θανάσιμης σκόνης ή βροχής. Ήταν η ίδια σκόνη, που μόλυνε τους Ιάπωνες ψαράδες και τα ψάρια τους. Κανένας δεν ξέρει πώς μπορούν τέτοια θανατηφόρα ραδιενεργά σωματίδια να διασκορπιστούν, αλλά οι καλύτερες επιστημονικές αυθεντίες εδώ είναι ομόφωνες:  ένας πόλεμος με τις Η-βόμβες ενδεχομένως να βάλει ένα ξαφνικό τέλος στην ανθρώπινη φυλή. Φοβούνται πολλοί ότι εάν χρησιμοποιηθούν πολλές Η-βόμβες, τότε θα υπάρξει ένας καθολικός θάνατος, ξαφνικός μόνο για μια μικρή μειονότητα, αλλά για την πλειοψηφία του κόσμου, θα είναι ένας αργά βασανιστικός θάνατος, μέσα σε αρρώστιες και στην αποσύνθεση.

Έχουν εκφραστεί ήδη πολλές προειδοποιήσεις από διαπρεπείς επιστήμονες και από αυθεντίες στη στρατιωτική στρατηγική. Κανένας από αυτούς δεν θα πει σίγουρα ποιές είναι οι χειρότερες επιπτώσεις. Δεν γνωρίζουν ποιά είναι τα πιθανά αποτελέσματα, και κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι θα συμβεί. Ακόμα δεν έχει διαπιστωθεί αν οι απόψεις των εμπειρογνωμόνων, σε αυτό το ζήτημα, εξαρτώνται από την πολιτική τους τοποθέτηση ή τις προκαταλήψεις τους.

Εδώ  είναι λοιπόν το δίλημμα που σας παρουσιάζουμε, ξεκάθαρο, τρομακτικό και αναπόφευκτο: Θα βάλουμε ένα τέλος στην ανθρώπινη φυλή ή η ανθρωπότητα θα αρνηθεί τον πόλεμο;

Η κατάργηση του πολέμου ίσως θα απαιτήσει δυσάρεστους περιορισμούς στην εθνική κυριαρχία. Αλλά αυτό που ίσως εμποδίζει την κατανόηση της κατάστασης, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι ότι ο όρος "ανθρωπότητα" φαίνεται ασαφής και αφηρημένος. Οι άνθρωποι μόλις και μετά βίας φαντάζονται ποιός είναι ο κίνδυνος που απειλεί αυτούς, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, και όχι μόνο αφηρημένα κάποιους άλλους. Μπορούν μόλις και μετά βίας να καταλάβουν ότι τα πρόσωπα που αγαπούν κινδυνεύουν. Και έτσι ελπίζουν ότι ίσως ο πόλεμος μπορεί να τους επιτρέψει να συνεχίσουν να ζουν, χωρίς να απαιτείται να απαγορευτούν τα σύγχρονα όπλα.

Αυτή η ελπίδα είναι μια ψευδαίσθηση. Οποιεσδήποτε συμφωνίες, για την μη χρησιμοποίηση των Η-βομβών, και να έχουν επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της ειρήνης, δεν θα θεωρούνταν πλέον δεσμευτικός κατά την διάρκεια του πολέμου, και τότε οι δύο πλευρές θα άρχιζαν την κατασκευή των Η-βομβών, μόλις ξεσπάσει ο πόλεμος, με δικαιολογίες του τύπου ότι η άλλη πλευρά κατασκεύασε τις βόμβες και η πλευρά που τις κατασκεύασε θα ήταν σίγουρα νικήτρια.

Μια συμφωνία αποκήρυξης των πυρηνικών όπλων ως τμήμα μιας γενικής μείωσης των εξοπλισμών, θα εξυπηρετούσε ορισμένους σημαντικούς σκοπούς. Πρώτον, οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσης θα είναι προς το καλό εφ' όσον τείνει να ελαττώσει την ένταση. Δεύτερον, η κατάργηση των θερμοπυρηνικών όπλων, θα ελάττωνε το φόβο μιας ξαφνικής επίθεσης, όπως έγινε στο Pearl Harbour, το οποίο κρατά αυτή τη στιγμή και τις δύο πλευρές σε μια κατάσταση νευρικής ανησυχίας. Πρέπει, επομένως, να καλωσορίσετε μια τέτοια συμφωνία σαν το πρώτο μόνο βήμα.

Οι περισσότεροι από μας δεν είμαστε ουδέτεροι στα συναισθήματα, αλλά, ως ανθρώπινα όντα, πρέπει να θυμηθούμε ότι, εάν τα ζητήματα μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης πρόκειται να αποφασιστούν με οποιοδήποτε χειρισμό, οι οποίοι μπορούν να δώσουν οποιαδήποτε πιθανή ικανοποίηση σε οποιονδήποτε, είτε κομμουνιστή είτε αντικομμουνιστή, είτε Ασιάτη είτε Ευρωπαίο είτε Αμερικανό, εάν άσπρο ή μαύρο, τότε αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να αποφασιστούν με τη βοήθεια ενός πολέμου. Θα πρέπει να το ευχηθούμε αυτό για να γίνει κατανοητό, και στην Ανατολή και στη Δύση.

Μπροστά μας έχουμε τη λύση, εάν επιλέγουμε τη συνεχή πρόοδο στην ευτυχία, γνώση, και φρόνηση. Αν όμως έχουμε διαλέξει το θάνατο, αυτό συμβαίνει επειδή δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις φιλονικίες μας;

Απευθυνόμαστε ως ανθρώπινα όντα σε ανθρώπινα όντα: Θυμηθείτε την ανθρώπινη ιδιότητά σας, και ξεχάστε τα υπόλοιπα. Εάν μπορείτε να το κάνετε, ο δρόμος βρίσκεται ανοικτός μπροστά σε έναν νέο Παράδεισο.  Εάν μπορείτε, βρίσκεται πριν από σας ο κίνδυνος του καθολικού Θανάτου.

Ψήφισμα

Εμείς, οι παρακάτω επιστήμονες, προσκαλούμε αυτή τη Διάσκεψη, και μέσω αυτής τους επιστήμονες του κόσμου και όλη την ανθρωπότητα, να προσυπογράψουν το ακόλουθο ψήφισμα:

"Λαμβάνοντας υπόψη ότι σε οποιοδήποτε μελλοντικό παγκόσμιο πόλεμο θα υιοθετηθούν σίγουρα τα πυρηνικά όπλα, και ότι τέτοια όπλα απειλούν την συνέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης, πιέζουμε τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου να πραγματοποιήσουν, και για να αναγνωρίσουν δημόσια, ότι οι σκοποί τους δεν μπορούν να προαχθούν μέσα από έναν Παγκόσμιο πόλεμο, και τους ωθούμε, συνεπώς, να βρούνε ειρηνικά μέσα για την τακτοποίηση όλων των θεμάτων στα οποία διαφωνούν μεταξύ τους."

Max Born
Perry W. Bridgman
Albert Einstein
Leopold Infeld
Frederic Joliot-Curie
Herman J. Muller
Linus Pauling
Cecil F. Powell
Joseph Rotblat
Bertrand Russell
Hideki Yukawa



Ελληνική αντιπροσωπεία, με τον Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μανώλη Γλέζο, τον Λεωνίδα Κύρκο

 Το αγγλικό αντιπυρηνικό κίνημα, δηλαδή η οργάνωση CND, Campaign for Nuclear Disarmament, και αργότερα η πιο ριζοσπαστική «Επιτροπή των 100» με πρόεδρο τον φιλόσοφο Μπέρτραντ Ράσσελ ξεκίνησαν το 1958 τις πορείες ειρήνης από το Λονδίνο έως το Όλντερμάστον, χωριό του Μπέρκσιρ όπου υπήρχε Ερευνητικό Εργαστήριο Ατομικών Όπλων. Από το 1960 η φορά της πορείας αντιστρέφεται: ξεκινούν από το Όλντερμάστον και καταλήγουν στο Λονδίνο. Οι πορείες γίνονταν κάθε Πάσχα και κρατούσαν περισσότερες από μία ημέρες, καθώς η απόσταση είναι 52 μίλια, δηλ. πάνω από 80 χιλιόμετρα.
Οι πορείες γίνονταν το τετραήμερο του Πάσχα. Έτσι, η πορεία του 1963 έγινε περί τις 12-15 Απριλίου. Το ορθόδοξο Πάσχα εκείνη τη χρονιά συνέπιπτε με των καθολικών και ήταν στις 14 Απριλίου. Συμμετείχε ελληνική αντιπροσωπεία, με τον Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μανώλη Γλέζο, τον Λεωνίδα Κύρκο.



Antinuclear March in London 1961



Τί κάναμε για την ειρήνη

*** «Έφτασε η στιγμή να προχωρήσω σε μιαν επισκόπηση όλης μου της ζωής και να αναρωτηθώ αν χρησίμεψε σε κάποιον ωφέλιμο σκοπό ή αν αφιερώθηκε ολικά σε μηδαμινά πράγματα. Δυστυχώς κανείς δεν είναι σε θέση να μου δώσει μιαν απάντηση, γιατί κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον. Τα σύγχρονα όπλα μάς δίνουν τη βεβαιότητα ότι ο προσεχής παγκόσμιος πόλεμος θα αφανίσει την ανθρώπινη φυλή. Όποιος ενδιαφέρεται για το μέλλον που μας περιμένει πρέπει επομένως να επιλέξει ανάμεσα στο μηδέν και σε μια κάποια συμφιλίωση, όχι για μία φορά αλλά για όλους τους μελλοντικούς αιώνες, όσο ο ήλιος δεν θα έχει ψυχρανθεί. Οι πολιτικοί μας ωστόσο δεν είναι μαθημένοι σε επιλογές αυτού του τύπου. Όσο και να προσπαθήσουν, ο νους τους ολισθαίνει αθεράπευτα προς τις αίθουσες των δικαστηρίων και τον κόσμο του εγκλήματος. Αν, υποκινούμενος από αβρότητα, ο τελευταίος άνθρωπος προβλέπει τη δολοφονία όλων των ανθρώπων με εξαίρεση τον εαυτό του, όλη η προπαγάνδα υπέρ της εφαρμογής του νόμου φαντάζεται τον αστυνομικό μηχανισμό, τη Σκότλαντ Γιαρντ και τους δικαστές έτοιμους να τον συλλάβουν και να τον τιμωρήσουν. Αλλά τα γεγονότα δεν θα συμβούν με αυτόν τον τρόπο. Πρώτα θα έρθει ο θάνατος όλων των κατοίκων της Νέας Υόρκης ή του Λονδίνου ή του Πεκίνου ή του Τόκιο, έπειτα ο θάνατος θα διαδοθεί βαθμιαία στη χώρα, δηλαδή θα υπάρξει ο λιμός εξαιτίας της κατάρρευσης του εμπορίου και τέλος, με ένα ρόγχο, ένας τρομερός μοναχικός θάνατος πάνω στα βουνά και έπειτα μια αιώνια σιωπή.

Αν οι Μεγάλες Δυνάμεις επιμείνουν στην τωρινή πολιτική, ένα παρόμοιο τέλος είναι αναπόφευκτο. Όταν δύο ή περισσότερες δυνάμεις δεν συμφωνούν, τι μπορούν να κάνουν; Ο Α μπορεί να κάνει παραχωρήσεις στον Β ή ο Β στον Α ή μπορούν να φτάσουν σε ένα συμβιβασμό ή να πολεμήσουν. Αν και οι δύο υποχωρήσουν θεωρούνται λιπόψυχοι. Αν δεν θέλουν να πέσουν πιο χαμηλά στην κλίμακα της ισχύος, πρέπει να παλέψουν ή να βρουν συμμάχους. Επειδή ο αριθμός των εθνών είναι πεπερασμένος, αυτή η διαδικασία φτάνει σύντομα σε ένα τέρμα. Από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα παρακολουθήσαμε όλα τα στάδια μιας παρόμοιας εξέλιξης...

Ποιο είναι το τωρινό σύστημα; Όταν υπάρχει μια διαμάχη συγκαλείται μια συνδιάσκεψη, τα δύο μέρη συζητούν και φτάνουν σε δυο συμβιβασμούς που επικυρώνονται ο ένας από τη μια και ο άλλος από την άλλη πλευρά. Αν και οι δύο συμβιβασμοί περιλαμβάνουν ρήτρες αφοπλισμού και τα δύο μέρη γνωρίζουν ότι αυτές οι ρήτρες μπορούν να παραβιαστούν. Και έτσι δεν γίνεται τίποτα. Οι μεγάλες δυνάμεις θα 'πρεπε να μάθουν ότι "η ειρήνη αποτελεί για όλους το ύψιστο συμφέρον".

Τι έχει γίνει γι' αυτόν το σκοπό και ποια υπήρξε η δική μου προσωπική συμβολή; Στη δημόσια σφαίρα, στις σχέσεις μεταξύ των κρατών, πολύ λίγα πράγματα έχουν γίνει, αλλά, παρ' όλα αυτά, κάτι είναι κι αυτό. Αν η ειρήνη μπορέσει να διαρκέσει για τα προσεχή 10 χρόνια, είναι ίσως θεμιτό να ελπίζουμε.

Και οι απλοί πολίτες τι μπορούν να κάνουν στο μεταξύ; Μπορούν να κινητοποιηθούν για να καταδείξουν τα αποτελέσματα ενός σύγχρονου πολέμου και τον κίνδυνο του αφανισμού των ανθρώπων. Μπορούν να διδάξουν στους ανθρώπους να μη μισούν τους λαούς που διαφέρουν από το λαό στον οποίο ανήκουν ή να ενεργούν έτσι ώστε και αυτοί να μη μισούνται με τη σειρά τους. Μπορούν να προβάλουν τις κατακτήσεις του ανθρώπου στις τέχνες και τις επιστήμες. Μπορούν να εξάρουν την υπεροχή της συνεργασίας σε σχέση με τον ανταγωνισμό.

Εγώ, τέλος, έχω κάνει κάτι για να προωθήσω αυτούς τους σκοπούς; Ίσως να έχω κάνει κάτι, αλλά πολύ μικρό, αλίμονο, σε σχέση με το μέγεθος του κακού. Στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες ενθάρρυνα μερικούς ανθρώπους να εκφράσουν φιλελεύθερες ιδέες ή και τους τρόμαξα αποκαλύπτοντας τι μπορούν να κάνουν τα σύγχρονα όπλα. Δεν είναι πολλά αυτά που έκανα, αλλά αν όλοι είχαν κάνει άλλα τόσα αυτή η γη θα γινόταν σύντομα ένας παράδεισος.

Σκεφτείτε για μια στιγμή τι είναι ο πλανήτης μας και τι θα μπορούσε να είναι. Τώρα για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχουν μόχθος και πείνα, συνεχείς κίνδυνοι και περισσότερο μίσος παρά αγάπη.

Ο κόσμος μας θα μπορούσε να είναι ένας ευτυχισμένος κόσμος αν η συνεργασία εφαρμοζόταν περισσότερο από τον ανταγωνισμό, αν η μονότονη εργασία γινόταν από μηχανές, αν ό,τι ωραίο υπάρχει στη φύση δεν καταστρεφόταν για να παραχωρήσει τη θέση του σε τρομερές μηχανές που δημιουργήθηκαν μόνο για να σκοτώνουν, αν αυτό που ευνοεί τη χαρά γινόταν περισσότερο σεβαστό από το να μετράμε βουνά από πτώματα. Μην πείτε ότι αυτό είναι αδύνατο. Δεν είναι. Έγκειται μόνο στους ανθρώπους να το προτιμήσουν από το μαρτύριο. Φυλακισμένος μέσα στον καθένα μας υπάρχει ένας καλλιτέχνης. Αφήστε τον ελεύθερο για να σκορπίσει παντού χαρά».


Ο Bertrand Russell και η θρησκεία


 «Αυτό που κάνει τη στάση μου έναντι της θρησκείας πολύπλοκη είναι το ότι, μολονότι θεωρώ κάποια μορφή προσωπικής θρησκείας ευκταία και αισθάνομαι ότι η απουσία της κάνει πολλούς ανθρώπους λειψούς, δεν μπορώ να δεχθώ τη θεολογία ουδεμιάς από τις γνωστές θρησκείες και τείνω να πιστέψω ότι οι περισσότερες Εκκλησίες ως επί το πλείστον έχουν κάνει περισσότερο κακό παρά καλό»**

Η άποψή μου για τη θρησκεία είναι ίδια μ’ αυτή του Λουκρήτιου. Τη θεωρώ ως μια ασθένεια που γεννήθηκε από τον φόβο και ως πηγή ανείπωτης δυστυχίας στην ανθρώπινη φυλή. Δεν μπορώ, ωστόσο, ν’ αρνηθώ ότι έχει κάνει κάποιες συνεισφορές στον πολιτισμό. Βοήθησε τον πρώτο καιρό για τον καθορισμό του ημερολογίου, και αυτό προκάλεσε τους Αιγύπτιους ιερείς στο να καταγράψουν τις εκλείψεις με τόση προσοχή, ώστε με την πάροδο του χρόνου έγιναν ικανοί να τις προβλέπουν. Αυτές τις υπηρεσίες, είμαι έτοιμος να τις αναγνωρίσω, αλλά δεν ξέρω οποιεσδήποτε άλλες.

Η λέξη «θρησκεία» χρησιμοποιείται σήμερα με μια πολύ χαλαρή αίσθηση. Μερικοί άνθρωποι, κάτω από την επίδραση του ακραίου Προτεσταντισμού, χρησιμοποιούν τη λέξη για να υποδηλώσουν οποιεσδήποτε σοβαρές, προσωπικές πεποιθήσεις ως προς το ήθος ή τη φύση του σύμπαντος. Αυτή η χρήση της λέξης είναι μάλλον ανιστόρητη. Η θρησκεία είναι πρωτίστως ένα κοινωνικό φαινόμενο. Οι εκκλησίες μπορούν να έχουν την καταγωγή τους σε διδασκάλους με ισχυρές ατομικές πεποιθήσεις, αλλά πολύ σπάνια αυτοί είχαν επηρεάσει τις εκκλησίες που είχαν ιδρύσει, ενώ οι εκκλησίες είχαν τεράστια επιρροή επί των κοινοτήτων στις οποίες άνθησαν.

Να πάρουμε την περίπτωση που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα μέλη του δυτικού πολιτισμού: Η διδασκαλία του Ιησού, όπως εμφανίζεται στα Ευαγγέλια, έχει εξαιρετικά μικρή σχέση με την ηθική των χριστιανών. Το πιο σημαντικό πράγμα για τον Χριστιανισμό, από κοινωνικής και ιστορικής απόψεως, δεν είναι ο Χριστός, αλλά η Εκκλησία, και αν κρίνουμε τον Χριστιανισμό ως μια κοινωνική δύναμη, δεν πρέπει να πάμε στα Ευαγγέλια για το υλικό μας. Ο Χριστός δίδαξε ότι πρέπει να δώσετε τα αγαθά σας στους φτωχούς, ότι δεν θα πρέπει να αγωνίζεστε, ότι δεν θα πρέπει να πηγαίνετε στην εκκλησία, και ότι δεν θα πρέπει να τιμωρείτε τη μοιχεία.

Ούτε οι καθολικοί, ούτε οι προτεστάντες έχουν δείξει κάποια ισχυρή επιθυμία να ακολουθούν τη διδασκαλία του σε οποιαδήποτε από αυτές τις απόψεις. Μερικοί από τους φραγκισκανούς, είναι η αλήθεια, προσπάθησαν να διδάξουν το δόγμα της αποστολικής φτώχειας, αλλά ο πάπας τους καταδίκασε και το δόγμα τους θεωρήθηκε αιρετικό. Ή, πάλι, λάβετε υπόψιν ότι ένα τέτοιο κείμενο, όπως το «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε» και αναρωτηθείτε τι επιρροή είχε, πάνω στην Ιερά Εξέταση και στην Κου Κλουξ Κλαν.

Ό,τι είναι η αλήθεια για τον Χριστιανισμό είναι εξίσου αλήθεια και για τον Βουδισμό. Ο Βούδας ήταν αξιαγάπητος και φωτισμένος· στο νεκροκρέβατό του, γέλασε με τους μαθητές του, που υποστήριζαν την άποψη ότι ήταν αθάνατος. Αλλά η βουδιστική ιεροσύνη -όπως υπάρχει, για παράδειγμα, στο Θιβέτ- έχει γίνει σκοταδιστική, τυραννική, και σκληρή στον μέγιστο βαθμό.

Δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο, σε σχέση μ’ αυτή τη διαφορά, μεταξύ μιας εκκλησίας και του ιδρυτή της. Κοντά στην απόλυτη αλήθεια, που υποτίθεται ότι πρέπει να περιέχεται στα λεγόμενα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, υπάρχει ένα σώμα εμπειρογνωμόνων για να ερμηνεύσει τα λόγια του, και αυτοί οι εμπειρογνώμονες αποκτούν την δύναμη του αλάνθαστου, δεδομένου ότι κρατούν το κλειδί για την αλήθεια. Όπως και κάθε άλλη προνομιούχα κάστα, χρησιμοποιούν τη δύναμή τους προς όφελός τους. Είναι όμως, από μια άποψη, χειρότερη από οποιαδήποτε άλλη προνομιακή κάστα, δεδομένου ότι η δική τους δουλειά είναι να αναπτύξουν μια αναλλοίωτη αλήθεια, που αποκαλύπτεται μια για πάντα με απόλυτη τελειότητα, έτσι ώστε να γίνονται αναγκαστικά αντίπαλοι σε κάθε πνευματική και ηθική πρόοδο.

Η Εκκλησία αντιτέθηκε στον Γαλιλαίο και στον Δαρβίνο. Στις ημέρες μας αντιτίθεται στον Φρόιντ. Στις μέρες του απόγειου της εξουσίας της, πήγε σε περαιτέρω αντίθεση με την πνευματική ζωή. Ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας, έγραψε σε έναν συγκεκριμένο επίσκοπο, μια επιστολή, η οποία άρχιζε ως εξής: «Μια αναφορά έφτασε σ’ εμάς, την οποία δεν μπορούμε να αναφέρουμε, χωρίς να σημειώσουμε με κόκκινο χρώμα, ότι εσύ δίδαξες γραμματική σε ορισμένους φίλους». Ο επίσκοπος ήταν υποχρεωμένος, από την αρχιερατική αρχή, να απόσχει από αυτήν την κακή εργασία, και η λατινικότητα δεν ανέκαμψε μέχρι την Αναγέννηση. Όχι μόνο πνευματικώς, αλλά και ηθικώς, η θρησκεία είναι ολέθρια. Εννοώ με αυτό, ότι διδάσκει τους ηθικούς κώδικες που δεν είναι ευνοϊκοί για την ανθρώπινη ευτυχία.

Όταν τέθηκε ένα δημοψήφισμα στη Γερμανία, με το ερώτημα, εάν οι έκπτωτοι των βασιλικών οίκων θα έπρεπε ακόμη να μπορούν να απολαμβάνουν την περιουσία τους, οι εκκλησίες στη Γερμανία δήλωσαν επίσημα ότι ενδεχόμενη στέρηση, θα ήταν αντίθετη προς την διδασκαλία του Χριστιανισμού. Η Εκκλησία, όπως όλοι γνωρίζουν, αντιτάχθηκε στην κατάργηση της δουλείας και σε όσους τολμούσαν να την θίξουν, όπως επίσης και στις μέρες μας, αντιτίθεται σε κάθε κίνηση προς την οικονομική δικαιοσύνη, πέραν μερικών, καλά διαφημιζόμενων, εξαιρέσεων. Ο πάπας καταδίκασε επισήμως τον Σοσιαλισμό.

Χριστιανισμός και σεξ

Οπωσδήποτε, το χειρότερο χαρακτηριστικό της χριστιανικής θρησκείας είναι η στάση της απέναντι στο σεξ –μια στάση τόσο μακάβρια και αφύσικη, που μπορεί να κατανοηθεί μόνο όταν λαμβάνεται υπόψιν σε σχέση με την αρρώστια του πολιτισμένου κόσμου την εποχή της παρακμής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ακούμε μερικές φορές, να λέγεται ότι ο Χριστιανισμός βελτίωσε την κατάσταση της γυναίκας. Αυτή είναι μία απ’ τις πιο εξώφθαλμες διαστροφές της ιστορίας, που θα μπορούσαν να γίνουν. Είναι αδύνατον, οι γυναίκες να απολαμβάνουν μια ανεκτή θέση σε μια κοινωνία όπου θεωρείται μεγίστης σημασίας η συμμόρφωσή τους με έναν πολύ αυστηρό κώδικα ηθικής. Οι μοναχοί πάντα θεωρούσαν την γυναίκα ως πειρασμό και εμπνευστή βρόμικων επιθυμιών. Η διδασκαλία της Εκκλησίας ήταν -και ακόμα είναι- ότι η παρθενία είναι καλύτερη, αλλά για όσους την βρίσκουν αδύνατη, ο γάμος είναι επιτρεπτός. «Είναι καλύτερα να παντρευτείς απ’ το να καείς», όπως το θέτει ο απόστολος Παύλος. Κάνοντας τον γάμο αιώνιο και θέτοντας την σφραγίδα της γνώσης τής «ars amandi» (τέχνη της αγάπης), η Εκκλησία έκανε ότι μπορούσε για να εξασφαλίσει ότι η μόνη μορφή σεξ που θα επιτρεπόταν, θα περιλάμβανε πολύ λίγη ευχαρίστηση αλλά πολύ πόνο. Η εναντίωση στον έλεγχο των γεννήσεων (άμβλωση και αντισύλληψη) έχει στην πραγματικότητα το ίδιο κίνητρο: Εάν μια γυναίκα γεννά ένα παιδί τον χρόνο, μέχρι να πεθάνει εξουθενωμένη, δεν θα αντλεί πολλή ευχαρίστηση απ’ τον έγγαμο βίο της· ως εκ τούτου, ο έλεγχος των γεννήσεων πρέπει ν’ αποθαρρύνεται.

Η αντίληψη της αμαρτίας, η οποία συνδέεται με τη χριστιανική ηθική, κάνει υπερβολικά μεγάλη ζημιά, δεδομένου ότι παρέχει στους ανθρώπους μια διέξοδο για τον σαδισμό τους, για τον οποίον πιστεύουν ότι είναι θεμιτός, ακόμη και ευγενής. Πάρτε για παράδειγμα το ζήτημα της πρόληψης της σύφιλης. Είναι γνωστό ότι εάν ληφθούν κατάλληλα μέτρα εκ των προτέρων, ο κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας μπορεί να γίνει αμελητέος. Οι χριστιανοί όμως εναντιώνονται στη διάδοση αυτής της γνώσης, επειδή θεωρούν καλό οι αμαρτωλοί να τιμωρούνται. Είναι τόσο ισχυρή αυτή η πίστη, που επιθυμούν να δουν την τιμωρία των αμαρτωλών να επεκτείνεται στις γυναίκες και τα παιδιά τους. Στις μέρες μας, υπάρχουν στον κόσμο πολλές χιλιάδες παιδιά που υποφέρουν από εγγενή κληρονομική σύφιλη, τα οποία δεν θα είχαν γεννηθεί εάν δεν υπήρχε η επιθυμία των χριστιανών να τιμωρηθούν οι αμαρτωλοί. Δεν μπορώ να καταλάβω, πως δόγματα τα οποία μας οδηγούν σε τέτοια διαβολική σκληρότητα, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν καλή επίδραση στην ηθική.

Δεν είναι μόνο η στάση των χριστιανών απέναντι στην σεξουαλική συμπεριφορά, αλλά και η αντιμετώπιση της γνώσης των σεξουαλικών θεμάτων, που είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη ευημερία. Καθένας που έχει κάνει τον κόπο να μελετήσει το θέμα με αμερόληπτο πνεύμα, ξέρει ότι η τεχνητή άγνοια που προσπαθούν να επιβάλλουν στα παιδιά οι ορθόδοξοι χριστιανοί, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη σωματική και την ψυχική υγεία, και προκαλεί σε όσους αντλούν τη γνώση τους μέσα από «ακατάλληλες» συζητήσεις, όπως κάνουν τα περισσότερα παιδιά, μία αντίληψη που θεωρεί το σεξ, απρεπές και γελοίο. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει κάποια άμυνα, απέναντι στη θέση, ότι η γνώση είναι ανεπιθύμητη. Δεν θα έβαζα εμπόδια στον τρόπο αύξησης της γνώσης σε οποιονδήποτε και σε οποιαδήποτε ηλικία. Αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση της σεξουαλικής γνώσης, υπάρχουν πολύ πιο σημαντικά επιχειρήματα και με βαρύνουσα σημασία υπέρ της, παρά για οποιαδήποτε άλλη γνώση. Ένα άτομο είναι πολύ πιο απίθανο να συμπεριφερθεί συνετά όταν είναι ανίδεο για κάτι, παρά όταν καθοδηγείται, και είναι γελοίο να αποδίδουμε στους νέους μια αίσθηση αμαρτίας, επειδή έχουν μια φυσική περιέργεια για ένα σημαντικό ζήτημα.

Κάθε αγόρι δείχνει ενδιαφέρον για τα τρένα. Ας υποθέσουμε, ότι του λέγαμε πως το ενδιαφέρον για τα τρένα είναι κακό· ας υποθέσουμε, ότι κρατούσαμε δεμένα τα μάτια του όποτε βρισκόταν μέσα σε τρένο ή σιδηροδρομικό σταθμό· ας υποθέσουμε, ότι δεν επιτρέπαμε ποτέ να αναφερθεί η λέξη «τρένο» όταν ήταν μπροστά και διατηρούσαμε ένα αδιαπέραστο μυστήριο, ως προς τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Το αποτέλεσμα δε θα ήταν ότι θα πάψει να ενδιαφέρεται για τα τρένα· αντιθέτως, θα ενδιαφερθεί περισσότερο από ποτέ, αλλά θα έχει μια νοσηρή αίσθηση αμαρτίας, επειδή το ενδιαφέρον του, τού έχει παρουσιαστεί ως κάτι ακατάλληλο. Κάθε αγόρι θα μπορούσε με αυτόν τον τρόπο να γίνει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, νευρασθενικό. Αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει με το ζήτημα του σεξ, αλλά δεδομένου ότι το σεξ είναι πιο ενδιαφέρον απ’ τα τρένα, τα αποτελέσματα είναι χειρότερα. Σχεδόν κάθε ενήλικος, σε μια χριστιανική κοινότητα, είναι λίγο ή πολύ νευρικά ασθενής, ως αποτέλεσμα του ταμπού για την σεξουαλική γνώση κατά τα νεανικά του χρόνια. Και η αίσθηση της αμαρτίας που εμφυτεύεται, έτσι τεχνητά, είναι μια από τις αιτίες της σκληρότητας, δειλίας και βλακείας, στην μετέπειτα ζωή του. Δεν υπάρχει καμιά λογική βάση, κανενός είδους ή φύσεως, για να κρατάμε ένα παιδί στην άγνοια για οτιδήποτε επιθυμεί να γνωρίζει, είτε για το σεξ είτε για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Και ποτέ δεν θα έχουμε έναν πνευματικώς υγιή πληθυσμό, μέχρι να αναγνωριστεί αυτό το γεγονός κι εφαρμοστεί στην προσχολική εκπαίδευση των παιδιών, πράγμα το οποίο είναι αδύνατον, όσο η Εκκλησία είναι σε θέση να ελέγχει την εκπαιδευτική πολιτική.

Αφήνοντας αυτές τις, σχετικά λεπτομερείς, ενστάσεις κατά μέρος, είναι σαφές ότι οι τα θεμελιώδη δόγματα του Χριστιανισμού απαιτούν μια μεγάλου βαθμού ηθική διαστροφή, προκειμένου να τα αποδεχτεί κάποιος. Ο κόσμος, μας λένε, δημιουργήθηκε από έναν Θεό που είναι και καλός και παντοδύναμος. Πριν δημιουργήσει τον κόσμο, προέβλεψε όλον τον πόνο και τη δυστυχία που θα περιείχε. Ως εκ τούτου, είναι υπεύθυνος για όλα αυτά. Είναι ανώφελο να υποστηρίζεται ότι ο πόνος σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχει εξαιτίας της αμαρτίας. Κατ’ αρχάς, αυτό δεν είναι αληθές. Δεν είναι η αμαρτία που προκαλεί την υπερχείλιση των ποταμών ή τις εκρήξεις των ηφαιστείων. Αλλά ακόμα και εάν ήταν αληθές, δεν θα έκανε καμμία διαφορά. Εάν επρόκειτο να κάνω ένα παιδί, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι το παιδί θα γίνει ένας μανιακός ανθρωποκτόνος, τότε θα ήμουν υπεύθυνος για τα εγκλήματά του. Εάν ο Θεός γνώριζε εκ των προτέρων τις αμαρτίες για τις οποίες θα ήταν ένοχος ο άνθρωπος, τότε θα ήταν σαφώς υπεύθυνος για όλες τις συνέπειες αυτών των αμαρτιών, από τη στιγμή που αποφάσισε να δημιουργήσει τον άνθρωπο.
Το συνηθισμένο χριστιανικό επιχείρημα είναι ότι ο πόνος στον κόσμο, αποτελεί κάθαρση για την αμαρτία κι ως εκ τούτου είναι καλό πράγμα. Φυσικά, αυτό το επιχείρημα, είναι ένας εξορθολογισμός του σαδισμού, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι ένα πολύ φτωχό επιχείρημα. Θα προσκαλούσα οποιονδήποτε χριστιανό να με συνοδεύσει στους θαλάμους παίδων οποιουδήποτε νοσοκομείου, για να παρακολουθήσει τον πόνο που βιώνουν εκεί και τότε να συνεχίσει στηρίζει τον ισχυρισμό του, ότι τα εν λόγω παιδιά είναι τόσο ηθικά εγκαταλειμμένα, ώστε να αξίζουν αυτά που υποφέρουν. Για να πει ένας άνθρωπος κάτι τέτοιο, θα πρέπει να έχει καταστρέψει μέσα του, κάθε συναίσθημα ελέους και συμπόνιας. Θα πρέπει, εν ολίγοις, να γίνει τόσο κακός, όσο κι ο Θεός στον οποίον πιστεύει. Κανένας άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει ότι αξίζει να πάσχει ο κόσμος, δεν μπορεί να κρατήσει τις ηθικές του αξίες αλώβητες, αφού πάντα θα πρέπει να βρίσκει δικαιολογίες για τον πόνο και την δυστυχία.

Οι ενστάσεις για τη θρησκεία

Οι ενστάσεις για τη θρησκεία είναι δύο ειδών: Πνευματική και ηθική. Η πνευματική ένσταση συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε πως η οποιαδήποτε θρησκεία πρεσβεύει την αλήθεια· η ηθική αντίρρηση έγκειται στο ότι οι θρησκευτικοί κανόνες χρονολογούνται από την εποχή που οι άνθρωποι ήταν πιο σκληροί από ότι είναι τώρα, και ως εκ τούτου, τείνουν να διαιωνίζουν απανθρωπιές, τις οποίες η ηθική συνείδηση της εποχής θα ξεπερνούσε διαφορετικά.

Να πάρουμε την πνευματική ένσταση πρώτα: Υπάρχει κάποια τάση στην πρακτική εποχή μας, να θεωρείται ότι δεν έχει σημασία εάν η θρησκευτική διδασκαλία εκφράζει την αλήθεια ή όχι, δεδομένου ότι το σημαντικό ερώτημα είναι το κατά πόσον είναι χρήσιμη. Ένα ερώτημα δεν μπορεί, ωστόσο, να κριθεί χωρίς το άλλο. Εάν πιστεύουμε την χριστιανική θρησκεία, οι αντιλήψεις μας για το τι είναι καλό, θα είναι διαφορετικές από ό,τι θα είναι εάν δεν την πιστεύουμε. Ως εκ τούτου, για τους χριστιανούς, οι επιδράσεις του Χριστιανισμού μπορεί να φαίνονται καλές, ενώ για τους άπιστους μπορεί να φαίνονται κακές. Επιπλέον, η στάση που θα έπρεπε κανείς να πιστέψει, όπως και μια τέτοια πρόταση, ανεξάρτητα από το κατά πόσον υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ της, είναι μια στάση η οποία παράγει εχθρότητα για τις αποδείξεις και μας αναγκάζει να κλείσουμε το μυαλό μας σε κάθε γεγονός που δεν ταιριάζει στις προκαταλήψεις μας.

Ένας βέβαιος τύπος επιστημονικής ειλικρίνειας, είναι μια πολύ σημαντική ποιότητα, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να υπάρχει σχεδόν σε κανέναν άνθρωπο που φαντάζεται ότι υπάρχουν πράγματα που είναι καθήκον του να τα πιστέψει. Δεν μπορούμε, επομένως, πραγματικά ν’ αποφασίσουμε αν η θρησκεία κάνει καλό, χωρίς να ερευνήσουμε το ζήτημα, του κατά πόσον η θρησκεία είναι αληθινή. Για τους χριστιανούς, τους μουσουλμάνους και τους Εβραίους, το πιο θεμελιώδες ερώτημα που εμπλέκεται στην αλήθεια της θρησκείας, είναι η ύπαρξη του Θεού. Κατά τις ημέρες, όπου η θρησκεία θριάμβευε, η λέξη «Θεός» είχε μια απόλυτα σαφή έννοια, αλλά ως αποτέλεσμα των επιθέσεων των ορθολογιστών, η λέξη γίνεται όλο και πιο χλωμή, σε σημείο που να είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοούν, όταν ισχυρίζονται ότι πιστεύουν στον Θεό. Ας λάβουμε όμως υπόψιν, για τον σκοπό του επιχειρήματος, τον ορισμό του Μάθιου Άρνολντ: «Μία αιώνια δύναμη, όχι εμείς, που αποδίδει δικαιοσύνη». Ίσως μπορούμε να το κάνουμε ακόμα πιο ασαφές, εάν ρωτήσουμε από τους εαυτούς μας, αν έχουμε κανένα αποδεικτικό στοιχείο του σκοπού σε αυτό το σύμπαν, εκτός από τους σκοπούς των έμβιων όντων στην επιφάνεια αυτού του πλανήτη.

Το σύνηθες επιχείρημα των θρήσκων ανθρώπων για το θέμα αυτό, έχει περίπου ως εξής: «Εγώ και οι φίλοι μου, είμαστε άτομα εκπληκτικής νοημοσύνης και αρετής. Είναι μάλλον απίθανο, ότι τόση πολύ νοημοσύνη και αρετή, θα μπορούσαν να προκύψουν κατά τύχην. Επομένως, πρέπει να υπάρχει κάποιος, τουλάχιστον τόσο έξυπνος και ενάρετος, όπως είμαστε εμείς, ο οποίος έθεσε την κοσμικό μηχανισμό σε κίνηση, με σκοπό την παραγωγή μας».

Λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν θεωρώ αυτό το επιχείρημα τόσο εντυπωσιακό, όσο εκείνοι που το χρησιμοποιούν. Το σύμπαν είναι μεγάλο· ακόμη κι αν θέλουμε να
πιστέψουμε τον Έντινγκτον, πιθανώς να μην υπάρχουν πουθενά αλλού στο σύμπαν, όντα τόσο ευφυή, όσο οι άνθρωποι. Αν λάβετε υπόψιν το συνολικό ποσό της ύλης στον κόσμο και το συγκρίνετε με το ποσό που σχηματίζει τα σώματα των νοημόνων όντων, θα δείτε ότι αυτά φέρουν ένα σχεδόν απειροελάχιστο ποσοστό από την πρώτη. Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν είναι εξαιρετικά απίθανο, ότι οι νόμοι των πιθανοτήτων θα παράγουν έναν οργανισμό με ικανή νοημοσύνη, πέρα από μια περιστασιακή επιλογή των ατόμων, ωστόσο, είναι πιθανόν ότι θα υπάρξει στο σύμπαν, ένας πολύ μικρός αριθμός τέτοιων οργανισμών που μπορούμε πράγματι να βρούμε.

Έπειτα πάλι, θεωρείται ως το αποκορύφωμα σε μια τέτοια μεγάλη διαδικασία, που πραγματικά δεν μου φαινόμαστε αρκετά θαυμάσιοι. Φυσικά, γνωρίζω ότι πολλοί ιερωμένοι είναι πολύ πιο θαυμάσιοι από ό,τι είμαι εγώ, και ότι δεν μπορώ να εκτιμήσω πλήρως, μέχρι τώρα, την αξία τους που ξεπερνά τη δική μου. Παρ ‘όλα αυτά, ακόμη και μετά την πραγματοποίηση παραχωρήσεων στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ, ότι η Παντοδυναμία λειτουργώντας μέσω της αιωνιότητας, θα μπορούσε να παράξει κάτι καλύτερο. Και τότε θα πρέπει να συλλογιστούμε το γεγονός, ότι ακόμη και το αποτέλεσμα αυτό είναι μόνο ένα πυροτέχνημα. Η γη δεν θα παραμένει πάντα κατοικήσιμη· η ανθρώπινη φυλή θα εκλείψει, και αν η κοσμική διαδικασία δικαιολογείται, το ίδιο στη συνέχεια θα πρέπει να το πράξει αλλού, εκτός από την επιφάνεια του πλανήτη μας. Ακόμα όμως κι αν αυτό θα συμβεί, πρέπει να σταματήσει αργά ή γρήγορα. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής καθιστά σχεδόν αδύνατον να αμφιβάλλει κάποιος, ότι το σύμπαν υπολειτουργεί, και ότι τελικά τίποτα, με ελάχιστο ενδιαφέρον, θα είναι δυνατόν οπουδήποτε.

Φυσικά, είναι ανοιχτό σε μας να πούμε, ότι όταν έρθει εκείνη η ώρα, ο Θεός θα επανεκκινήσει τον μηχανισμό και πάλι· αλλά αν δεν το πούμε αυτό, μπορούμε να βασίσουμε τον ισχυρισμό μας μόνο στην πίστη, και όχι επάνω σ’ ένα ίχνος επιστημονικών στοιχείων. Μέχρι στιγμής, όπως τα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν, το σύμπαν πορεύεται με αργές φάσεις σε ένα κάπως θλιβερό αποτέλεσμα σε αυτή τη γη και θα πορευθεί με ακόμη πιο θλιβερές φάσεις, σε μια κατάσταση καθολικού θανάτου. Αν αυτό το θεωρήσουμε ως ένδειξη ενός σκοπού, το μόνο που μπορώ να πω, είναι ότι ο σκοπός αυτός, είναι ένας σκοπός που δεν μου κάνει αίσθηση. Δεν βλέπω κανέναν λόγο, ως εκ τούτου, να πιστεύουν σε οποιοδήποτε είδος θεού, οπωσδήποτε ασαφή και κυρίως εξασθενημένο. Αφήνω στη άκρη τα παλιά μεταφυσικά επιχειρήματα, αφού οι ίδιοι οι θρησκευτικοί απολογητές τα έχουν εγκαταλείψει.

Η ψυχή και η αθανασία

Η χριστιανική έμφαση στην ατομική ψυχή είχε μια βαθιά επίδραση πάνω στην δεοντολογία των χριστιανικών κοινοτήτων. Είναι ένα δόγμα, ουσιαστικά παρόμοιο με εκείνο των στωικών, που προέκυψε στις δικές τους κοινότητες, οι οποίοι δεν μπορούσαν πλέον να τρέφουν πολιτικές ελπίδες. Η φυσική ώθηση του δραστήριου προσώπου, αξιοπρεπούς χαρακτήρα, είναι να προσπαθήσει να κάνει το καλό, αλλά αν έχει στερηθεί κάθε πολιτική δύναμη και κάθε δυνατότητα να επηρεάζει τα γεγονότα, θα εκτρέπεται από τη φυσική πορεία του και θα αποφασίσει ότι το σημαντικό είναι να είναι καλός. Αυτό είναι που συνέβη στους πρώτους χριστιανούς. Οδήγησε σε μια αντίληψη της προσωπικής αγιότητας, ως κάτι τελείως ανεξάρτητο από την ευεργετική δράση, δεδομένου ότι αγιότητα έπρεπε να είναι κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί από ανθρώπους που ήταν ανίκανοι να δράσουν. Επομένως, η κοινωνική αρετή ήρθε ως εξαίρεση από την χριστιανική ηθική.

Στις μέρες μας, οι συμβατικοί χριστιανοί πιστεύουν, ότι ο μοιχός είναι περισσότερο κακός, από έναν πολιτικό που παίρνει μίζες, αν και ο τελευταίος, κατά πάσα πιθανότητα, κάνει χίλιες φορές περισσότερο κακό. Η μεσαιωνική αντίληψη της αρετής, όπως βλέπει κανείς σε φωτογραφίες τους, ήταν κάτι άνοστο, αδύναμο, και συναισθηματικό. Ο πιο ενάρετος άνθρωπος, ήταν ο άνθρωπος ο οποίος αποσύρθηκε από τον κόσμο· μόνο οι άνθρωποι της δράσης, που θεωρήθηκαν ως άγιοι, ήταν αυτοί που σπατάλησαν τη ζωή και την ουσία των ζητημάτων τους πολεμώντας τους Τούρκους, όπως ο άγιος Λουδοβίκος. Η Εκκλησία ποτέ δεν θα θεωρούσε έναν άνθρωπο ως άγιο, επειδή μεταρρύθμισε τα οικονομικά, ή το ποινικό δίκαιο, ή το δικαστικό σώμα. Τέτοιες απλές συνεισφορές στην ευημερία του ανθρώπου, θα έπρεπε να θεωρούνται ως άνευ σημασίας. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένας άγιος, σε ολόκληρο το ημερολόγιο, του οποίου η αγιότητα οφείλεται στην εργασία για την κοινή ωφέλεια. Με αυτό τον διαχωρισμό, ανάμεσα στο κοινωνικό και στο ηθικό πρόσωπο, οδηγήθηκαν σε έναν αυξανόμενο διαχωρισμό μεταξύ ψυχής και του σώματος, κάτι το οποίο έχει επιβιώσει στη χριστιανική μεταφυσική και στα συστήματα που προέρχονται από τον Καρτέσιο.

Μπορεί κάποιος να πει, σε γενικές γραμμές, ότι το σώμα αποτελεί το κοινωνικό και δημόσιο μέρος ενός ανθρώπου, ενώ η ψυχή αποτελεί το ιδιωτικό κομμάτι. Δίνοντας έμφαση στην ψυχή, η χριστιανική ηθική έχει γίνει, η ίδια, τελείως ατομικιστική. Νομίζω ότι είναι σαφές, ότι το τελικό αποτέλεσμα όλων των αιώνων του Χριστιανισμού ήταν να κάνουν τους ανθρώπους πιο εγωιστικούς, πιο κλειστούς στους εαυτούς τους, απ’ ότι τους έκανε η φύση. Τα ερεθίσματα που φέρνουν φυσικά έναν άνθρωπο έξω από τα τείχη του Εγώ του, είναι αυτά του ερωτισμού, της μητρότητας, του πατριωτισμού ή το ένστικτο της αγέλης. Το σεξ, η Εκκλησία έκανε ό,τι μπορούσε για να το επικρίνει και να το υποβαθμίσει· την οικογενειακή στοργή την επέκρινε ο ίδιος ο Χριστός και ο κύριος όγκος των οπαδών του· ο πατριωτισμός δεν μπόρεσε να βρει θέση μεταξύ των πληθυσμών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας· και η πολεμική εναντίον της οικογένειας στα Ευαγγέλια είναι ένα θέμα που δεν έχει λάβει την προσοχή που αξίζει.

Η Εκκλησία αντιμετωπίζει τη μητέρα του Ιησού με ευλάβεια, αλλά ο ίδιος επέδειξε μικρό μέρος αυτής της στάσης. «Τί κοινό υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσένα, γυναίκα;» (Κατά Ιωάννην, 2: 4)· αυτός είναι ο τρόπος του μιλώντας γι ‘αυτήν. Λέει επίσης, ότι έχει έρθει για να θέσει τον άνδρα ενάντια στον πατέρα του, την κόρη ενάντια στη μητέρα της, και την νύφη εναντίον της πεθεράς, και ότι αυτοί που αγαπούν τον πατέρα και τη μητέρα τους περισσότερο απ’ αυτόν, δεν είναι άξιοι γι’ αυτόν (Κατά Ματθαίον, 10: 35-37). Όλα αυτά σημαίνουν τη διάλυση του βιολογικού συγγενικού δεσμού για το καλό της πίστης -μία στάση, η οποία είχε μεγάλη σχέση με τη μισαλλοδοξία που ήρθε στον κόσμο με την εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Αυτό ο ατομικισμός κορυφώθηκε με το δόγμα της αθανασίας της ψυχής του ατόμου, που στο εξής απολαμβάνει ατελείωτη ευτυχία, ανάλογα με τις περιστάσεις. Η διαφορά της σημασίας αυτών των περιστάσεων, ήταν κάπως περίεργη. Για παράδειγμα, αν πεθάνετε, αμέσως μετά ένας ιερέας ραντίζει νερό επάνω σας, ενώ προφέρει ορισμένες λέξεις, που θα σας κληρονομήσουν αιώνια ευδαιμονία. Ενώ, αν μετά από μια μακρά και ενάρετη ζωή, σας έτυχε να πληγείτε από κεραυνό σε μια στιγμή που χρησιμοποιούσατε χυδαία γλώσσα, επειδή είχαν κοπεί τα κορδόνια σας, θα κληρονομούσατε αιώνια βάσανα. Δεν λέω ότι οι σύγχρονοι προτεστάντες χριστιανοί πιστεύουν αυτό, ούτε ίσως και οι σύγχρονοι καθολικοί χριστιανοί, που δεν έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση στη Θεολογία· αλλά θα πω ότι αυτό είναι το ορθόδοξο δόγμα, το οποίο σταθερά πίστευαν μέχρι πρόσφατα. Οι Ισπανοί σε Μεξικό και Περού, συνήθιζαν να βαφτίζουν τα βρέφη των Ινδιάνων και στη συνέχεια συνέτριβαν τα κεφάλια τους. Αυτό σήμαινε, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλιζόταν πως αυτά τα βρέφη θα πήγαιναν στον Παράδεισο. Κανένας ορθόδοξος χριστιανός δεν μπορεί να βρει, μια οποιαδήποτε λογική αιτία για την καταδίκη της δράσης τους, αν και όλοι το κάνουν σήμερα. Με άπειρους τρόπους, το δόγμα της προσωπικής αθανασίας στη χριστιανική μορφή της, είχε καταστροφικές συνέπειες πάνω στην ηθική, και ο μεταφυσικός χωρισμός της ψυχής και του σώματος, είχε καταστροφικές συνέπειες πάνω στη φιλοσοφία.

Οι πηγές της μισαλλοδοξίας

Η μισαλλοδοξία που εξαπλώθηκε σ’ όλον τον κόσμο με την έλευση του Χριστιανισμού, είναι ένα από τα πιο περίεργα χαρακτηριστικά, λόγω, νομίζω, της εβραϊκής πίστης στην δικαιοσύνη και στην αποκλειστική αλήθεια του εβραϊκού Θεού. Το γιατί οι Εβραίοι θα έπρεπε να είχαν αυτές τις ιδιαιτερότητες, δεν το ξέρω. Μοιάζουν να έχουν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας, ως αντίδραση εναντίον της προσπάθειας απορρόφησης των Εβραίων σε αλλοδαπούς πληθυσμούς. Ωστόσο, μπορεί να είναι και το ότι οι Εβραίοι, και ειδικότερα οι προφήτες, έδωσαν έμφαση στην προσωπική δικαιοσύνη και την ιδέα ότι είναι κακό να ανεχθούν οποιαδήποτε θρησκεία, εκτός από μία. Οι δύο αυτές ιδέες είχαν μια εξαιρετικά καταστροφική συνέπεια στην δυτική ιστορία. Η Εκκλησία δημιουργήθηκε, κατά ένα μεγάλο μέρος, εξ αιτίας του διωγμού των χριστιανών από το ρωμαϊκό κράτος, πριν από την εποχή του Κωνσταντίνου. Αυτές οι διώξεις, όμως, ήταν ασήμαντες, διαλείπουσες και εντελώς πολιτικές. Διαχρονικά, από την εποχή του Κωνσταντίνου μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα, οι χριστιανοί ήταν πολύ πιο έντονα διωκόμενοι από άλλους χριστιανούς, από ότι ήταν από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες.

Πριν από την άνοδο του Χριστιανισμού, αυτή η διάθεση καταδίωξης ήταν άγνωστη στον αρχαίο κόσμο, πλην των Ιουδαίων. Αν διαβάσετε, για παράδειγμα, τον Ηρόδοτο, θα βρείτε μια μειλίχια και ανεκτική παρουσίαση των συνηθειών των ξένων εθνών που επισκέφθηκε. Μερικές φορές, είναι αλήθεια, ένα παράδοξο βάρβαρο έθιμο μπορεί να τον εκπλήσσει, αλλά σε γενικές γραμμές είναι δεκτικός στους ξένους θεούς και τα ξένα έθιμα. Δεν έχει το άγχος να αποδείξει ότι οι άνθρωποι που αποκαλούν τον Δία με άλλο όνομα, θα υποφέρουν με αιώνια τιμωρία και θα έπρεπε να καταδικαστούν σε θάνατο, προκειμένου η τιμωρία τους να μπορεί να αρχίσει το συντομότερο δυνατόν. Αυτή η στάση δεσμεύτηκε από τους χριστιανούς. Είναι αλήθεια, ότι οι σύγχρονοι χριστιανοί είναι λιγότερο ισχυροί, αλλά αυτό δεν οφείλεται στον Χριστιανισμό· οφείλεται στις γενιές των ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων, οι οποίοι από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, έχουν κάνει τους χριστιανούς να ντρέπονται για πολλές από τις παραδοσιακές πεποιθήσεις τους. Είναι διασκεδαστικό να ακούς τους σύγχρονους χριστιανούς να σου λένε, πόσο πράος και ορθολογικός είναι ο Χριστιανισμός, αγνοώντας το γεγονός, ότι αυτή η πραότητα και ο ορθολογισμός της, οφείλεται στη διδασκαλία των ανθρώπων, που κατά τις ημέρες τους, εκδιώχθηκαν από όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς.

Κανείς δεν πιστεύει σήμερα, ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε το 4004 π.Χ., αλλά όχι πολύ καιρό πριν, ο σκεπτικισμός σε αυτό το σημείο θεωρήθηκε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Ο προ-προ-παππούς μου, αφού παρατήρησε το βάθος της λάβας στις πλαγιές της Αίτνας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος πρέπει να είναι μεγαλύτερος, ηλικιακά, απ’ ότι οι ορθόδοξοι χριστιανοί υποστήριζαν και δημοσίευσε την άποψή του σε ένα βιβλίο. Γι’ αυτό το αδίκημα, απομονώθηκε από την κομητεία και εξοστρακίστηκε από την κοινωνία. Αν αυτός ο άνθρωπος, βρισκόταν σε πιο ταπεινές περιστάσεις, η τιμωρία του θα ήταν αναμφίβολα πιο σοβαρή. Δεν αποτελεί εύσημο για τους ορθόδοξους χριστιανούς, το ότι δεν πιστεύουν πλέον όλες τις ανοησίες που πίστευαν 150 χρόνια πριν. Ο βαθμιαίος ευνουχισμός του χριστιανικού δόγματος έχει πραγματοποιηθεί, παρά την σθεναρή αντίσταση, και μόνο ως αποτέλεσμα των επιθέσεων από τους ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους.

Το δόγμα της ελεύθερης βούλησης

Η στάση των χριστιανών σχετικά με το θέμα του φυσικού νόμου έχει καταστεί, περιέργως, αμφιταλαντεύσιμη και αβέβαιη. Υπήρχε, αφ’ ενός, το δόγμα της ελεύθερης βούλησης, στο οποίο πίστευε, η μεγάλη πλειοψηφία των χριστιανών· και το δόγμα αυτό απαιτούσε, ότι οι πράξεις των ανθρώπων, τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να υπόκεινται στους φυσικούς νόμους. Υπήρξε, αφ’ ετέρου, ιδιαίτερα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, μια πίστη στον Θεό, ως Νομοθέτη και του φυσικού νόμου, ως ένα από τα βασικά αποδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης ενός Δημιουργού.

Στην εποχή μας, η αντίρρηση ως προς τη κυριαρχία του νόμου προς όφελος της ελεύθερης βούλησης έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή εντονότερα, από την πίστη στον φυσικό νόμο που παρέχει απόδειξη για την ύπαρξη ενός Νομοθέτη. Οι υλιστές, χρησιμοποίησαν τους νόμους της Φυσικής για να αποδείξουν ή να επιχειρήσουν να δείξουν, ότι οι κινήσεις των ανθρώπινων σωμάτων καθορίζονται μηχανικά, και ότι, συνεπώς, όλα όσα λέμε και κάθε αλλαγή θέσης που επηρεάζουμε, εμπίπτουν στη σφαίρα της ενδεχόμενης ελεύθερης βούλησης. Εάν αυτό είναι έτσι, οτιδήποτε μπορεί να παραμείνει για την απρόσκοπτη θέλησή μας, έχει μικρή αξία. Εάν, όταν ένας άνθρωπος γράφει ένα ποίημα ή διαπράττει φόνο, οι σωματικές κινήσεις περιλαμβάνονται στην πράξη του, αποτέλεσμα καθαρά από φυσικά αίτια, θα φαινόταν παράλογο να του στήσουμε ένα άγαλμα στη μία περίπτωση, και να τον κρεμάσουμε στην άλλη. Μπορεί σε ορισμένα μεταφυσικά συστήματα να παραμένει μια περιοχή της καθαρής σκέψης, στην οποία η βούληση θα είναι ελεύθερη, αλλά, εφόσον μπορεί να επικοινωνούν με άλλα, μόνο μέσω της σωματικής κίνησης, η κυριαρχία της ελευθερίας θα είναι κάτι που δεν θα μπορούσε να είναι το θέμα της επικοινωνίας και ποτέ δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε σημασία από κοινωνική άποψη.

Στη συνέχεια, και πάλι, η εξέλιξη είχε μια σημαντική επιρροή επάνω στους χριστιανούς, που το έχουν αποδεχτεί. Έχουν δει, ότι δεν θα κάνουν αξιώσεις εκ μέρους του ανθρώπου, που είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες που γίνονται για λογαριασμό των άλλων μορφών ζωής. Ως εκ τούτου, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο, έχουν αντιταχθεί σε κάθε προσπάθεια εξήγησης της συμπεριφοράς της ζώσας ύλης, από την άποψη των φυσικών και χημικών νόμων. Η θέση του Καρτέσιου, υπό την έννοια ότι όλα τα κατώτερα ζώα είναι αυτόματα, δεν βρίσκει πλέον την εύνοια των φιλελεύθερων θεολόγων. Το δόγμα της συνέχειας, τους καθιστά διατεθειμένους να πάνε ένα βήμα παραπέρα ακόμα και να υποστηρίζουν ότι ακόμη και αυτό που ονομάζεται νεκρή ύλη, δεν είναι σταθερή για να διέπεται η συμπεριφορά της από αναλλοίωτους νόμους. Φαίνονται να έχουν παραβλέψει το γεγονός ότι, αν καταργηθεί η κυριαρχία του νόμου, θα καταργηθεί επίσης, η δυνατότητα των θαυμάτων, δεδομένου ότι τα θαύματα είναι πράξεις του Θεού, που αντιβαίνουν στους νόμους που διέπουν τα συνηθισμένα φαινόμενα. Μπορώ, όμως, να φανταστώ την σύγχρονη φιλελεύθερη Θεολογία, να υποστηρίζει με έναν αέρα εμβρίθειας, ότι όλη η δημιουργία είναι ένα θαύμα, έτσι ώστε δεν χρειάζεται πλέον να πιαστεί από ορισμένα περιστατικά, ως εξαιρετικές αποδείξεις της θείας επέμβασης.

Υπό την επίδραση αυτής της αντίδρασης, έναντι των φυσικών νόμων, ορισμένοι χριστιανοί απολογητές εποφθαλμιούν τις τελευταίες θεωρίες του ατόμου, οι οποίες τείνουν να αποδείξουν ότι οι φυσικοί νόμοι, που έχουμε μέχρι τώρα πιστέψει, έχουν μόνο κατά προσέγγιση και μέσο όρο αλήθειας, όπως εφαρμόστηκαν σε μεγάλο αριθμό ατόμων, ενώ το ατομικό ηλεκτρόνιο συμπεριφέρεται, λίγο πολύ, όπως θέλει. Δική μου πεποίθηση είναι, ότι αυτή είναι μια προσωρινή φάση, και ότι οι φυσικοί εγκαίρως θ’ ανακαλύψουν νόμους που θα διέπουν μικροσκοπικά φαινόμενα, αν και αυτοί οι νόμοι ενδέχεται να διαφέρουν σημαντικά από εκείνους των παραδοσιακών φυσικών. Ωστόσο, αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε, είναι ότι για τα σύγχρονα δόγματα, τα μικροσκοπικά φαινόμενα δεν έχουν καμία σχέση με οτιδήποτε είναι πρακτικής σημασίας. Ορατές κινήσεις, και μάλιστα όλες οι κινήσεις που κάνουν οποιαδήποτε διαφορά για τον καθέναν, περιλαμβάνουν τόσο μεγάλο αριθμό ατόμων που έρχονται, το ίδιο καλά, και στο πεδίο εφαρμογής των παλαιών νόμων. Για να γράψουμε ένα ποίημα ή να διαπράξουμε έναν φόνο (επιστροφή στην προηγούμενη υπόθεσή μας), είναι απαραίτητο να μετακινήσουμε μια αξιόλογη μάζα μελανιού ή μολύβδου. Τα ηλεκτρόνια που συνθέτουν το μελάνι, μπορεί να χορεύουν ελεύθερα γύρω από την αίθουσα χορού τους, αλλά η αίθουσα χορού ως ακέραιη που είναι, κινείται σύμφωνα με τους παλιούς νόμους της Φυσικής, και αυτό από μόνο του είναι ό,τι αφορά τον ποιητή και τον εκδότη του. Τα σύγχρονα δόγματα, ως εκ τούτου, δεν έχουν αξιόλογη σχέση με τα οποιαδήποτε προβλήματα του ανθρώπινου ενδιαφέροντος, με τα οποία ο θεολόγος ανησυχεί.

Κατά συνέπεια, το ερώτημα της ελεύθερης βούλησης, παραμένει ακριβώς εκεί που ήταν. Ό,τι μπορεί να θεωρηθεί σχετικά μ’ αυτό, ως θέμα έσχατης μεταφυσικής, είναι αρκετά σαφές ότι κανείς δεν το πιστεύει στην πράξη. Ο καθένας πίστευε πάντα, ότι είναι δυνατόν να εκπαιδεύσει τον χαρακτήρα· ο καθένας ήξερε πάντοτε ότι το αλκοόλ ή το όπιο θα έχουν κάποια συγκεκριμένη επίπτωση στη συμπεριφορά. Ο απόστολος της ελεύθερης βούλησης, υποστηρίζει ότι ένας άνθρωπος μπορεί με την δύναμη της θέλησης να αποφεύγει τη μέθη, αλλά δεν υποστηρίζει ότι, ένας μεθυσμένος άνθρωπος μπορεί να πει «άσπρη πέτρα ξέξασπρη», το ίδιο καθαρά, όπως εάν ήταν νηφάλιος. Και όλοι όσοι έχουν κάνει ποτέ με παιδιά, γνωρίζουν ότι μια κατάλληλη διατροφή βοηθά περισσότερο στο να τα κάνει ενάρετα, από το πλέον εύγλωττο κήρυγμα στον κόσμο. Το ένα αποτέλεσμα που έχει το δόγμα της ελεύθερης βούλησης στην πράξη, είναι να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να ακολουθήσουν την γνώση της κοινής λογικής, στο ορθολογικό συμπεράσμά τους. Όταν ένας άνθρωπος ενεργεί με τρόπους που μας ενοχλούν, τον θεωρούμε κακοήθη, και αρνούμαστε να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι η ενοχλητική του συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα προγενέστερων αιτίων που, αν τα ακολουθήσετε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, θα σας πάνε πέρα από τη στιγμή της γέννησής του και, συνεπώς, σε συμβάντα για τα οποία δεν μπορεί να ευθύνεται, όπως κι αν βάλουμε να δουλέψει η φαντασία.

Κανένας άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει ένα αυτοκίνητο, τόσο ανόητα όπως ο ίδιος αντιμετωπίζει ένα άλλο ανθρώπινο ον. Όταν το αυτοκίνητο δεν προχωρά, δεν αποδίδει την ενοχλητική συμπεριφορά του στην αμαρτία· δεν λέει: «Είσαι ένα κακό αυτοκίνητο, και δεν θα σου βάλω βενζίνη, μέχρι να προχωρήσεις». Προσπαθεί ν’ ανακαλύψει ποιο είναι το λάθος και να το διορθώσει. Ένας ανάλογος τρόπος αντιμετώπισης των ανθρώπων, ωστόσο, θεωρείται ότι είναι αντίθετος προς τις αλήθειες της άγιας θρησκείας μας. Και αυτό ισχύει ακόμη και στη θεραπεία των μικρών παιδιών. Πολλά παιδιά έχουν κακές συνήθειες οι οποίες διαιωνίζονται από τιμωρία, αλλά μάλλον θα τις προσπερνούσαν αν έμεναν απαρατήρητες. Παρ ‘όλα αυτά, οι νοσηλεύτριες, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, θεωρούν ότι είναι σωστό να επιβάλουν τιμωρία, αν και με τον τρόπο αυτόν, διατρέχουν τον κίνδυνο να προκαλέσουν παραφροσύνη. Όταν έχει προκληθεί παραφροσύνη, αυτό αναφέρεται στα δικαστήρια ως απόδειξη της βλαπτικότητας της συνήθειας -όχι για τιμωρία. (Αναφέρομαι σε μια πρόσφατη ποινική δίωξη για βωμολοχία στην πόλη της Νέας Υόρκης).

Οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης, έχουν έρθει σε πολύ μεγάλο βαθμό, μέσα από τα σχέδια παραφρόνων και διανοητικά καθυστερημένων, επειδή δεν έχουν κριθεί ηθικά υπεύθυνοι για τις αποτυχίες τους και, ως εκ τούτου, αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη επιστημονικότητα από τα φυσιολογικά παιδιά. Μέχρι πολύ πρόσφατα κρίνονταν ότι, εάν ένα παιδί δεν μπορούσε να μάθει το μάθημά του, η κατάλληλη θεραπεία ήταν ραβδισμός ή μαστίγωμα. Αυτή η άποψη, έχει σχεδόν εξαφανιστεί στη θεραπεία των παιδιών, αλλά επιβιώνει στο ποινικό δίκαιο. Είναι προφανές, ότι ένας άνθρωπος με μια ροπή προς το έγκλημα πρέπει να σταματήσει, αλλά έτσι πρέπει κι ένας άνθρωπος που λύσσα έχει και θέλει να δαγκώσει τους ανθρώπους, αν και κανείς δεν τον θεωρεί ηθικά υπεύθυνο. Ένας άνθρωπος που υποφέρει από πανούκλα πρέπει να απομονώνεται μέχρι να θεραπευθεί, αν και κανείς δεν τον θεωρεί κακό. Το ίδιο πράγμα πρέπει να γίνει με έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει μια τάση για την πλαστογραφία, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει περισσότερη ιδέα περί ενοχής την μία περίπτωση σε σχέση με την άλλη. Και αυτό είναι μόνο η κοινή λογική, αν και είναι μια μορφή κοινής λογικής, στην οποία αντιτίθενται η χριστιανική ηθική και η μεταφυσική.

Για να κρίνουμε την ηθική επιρροή ενός θεσμού σε μια κοινότητα, πρέπει να εξετάσουμε το είδος της δυναμικής που ενσωματώνεται στον θεσμό και τον βαθμό στον οποίο ο θεσμός αυξάνει την αποτελεσματικότητα της δυναμικής στην εν λόγω κοινότητα. Μερικές φορές αυτή η δυναμική είναι προφανής, μερικές φορές είναι πιο κρυφή. Μια λέσχη ορειβατών, για παράδειγμα, προφανώς ενσωματώνει την τάση για περιπέτεια, και ωθεί την κοινωνία να ενσαρκώνει την τάση προς τη γνώση. Η οικογένεια, ως θεσμός, ενσαρκώνει τη ζήλια και το γονική συναίσθημα· μια ομάδα ποδοσφαίρου ή ένα πολιτικό κόμμα εκφράζει την τάση προς την κατεύθυνση του ανταγωνισμού, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι κοινωνικοί θεσμοί -δηλαδή, η Εκκλησία και το κράτος- είναι πιο πολύπλοκοι στα ψυχολογικά κίνητρά τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του κράτους, είναι σαφώς η ασφάλεια, εναντίον αμφότερων, τόσο των εγχώριων εγκληματιών, όσο και των εξωτερικών εχθρών. Είναι ριζωμένο στην τάση των παιδιών να κουλουριάζονται όταν φοβούνται και να αναζητούν ένα ενήλικο πρόσωπο που θα τους δώσει μια αίσθηση ασφάλειας.

Η Εκκλησία έχει πιο σύνθετη προέλευση. Αναμφίβολα, η σημαντικότερη πηγή της θρησκείας είναι ο φόβος. Αυτό μπορεί να το δει κάποιος στις μέρες μας, δεδομένου πως οτιδήποτε προκαλεί συναγερμό κινδύνου, είναι ικανό να στρέψει τις σκέψεις των ανθρώπων στον Θεό. Μάχη, λοιμός και ναυάγιο, όλα τείνουν να κάνουν τους ανθρώπους θρήσκους. Η θρησκεία έχει, ωστόσο, κι άλλες εφέσεις πλην της τρομοκρατίας· απευθύνεται ειδικά στον ανθρώπινο αυτοσεβασμό μας. Εάν ο Χριστιανισμός είναι η αλήθεια, οι άνθρωποι δεν είναι θλιβεροί, σαν τα σκουλήκια, όπως φαίνονται να είναι· παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τον Δημιουργό του σύμπαντος, ο οποίος μένει ικανοποιημένος με αυτούς όταν συμπεριφέρονται καλά και δυσαρεστείται όταν συμπεριφέρονται άσχημα. Αυτό είναι μια μεγάλη φιλοφρόνηση. Δεν πρέπει ν’ ασχολούμαστε με τη μελέτη μιας φωλιάς μυρμηγκιών, για να μάθουμε ποια από τα μυρμήγκια εκτελούν το καθήκον τους, και δεν θα πρέπει να σκεφτόμαστε, βεβαίως, να διαχωρίσουμε τα μεμονωμένα μυρμήγκια που ήταν απρόσεκτα και να τα βάλουμε στη φωτιά. Αν ο Θεός το κάνει αυτό για εμάς, είναι μια φιλοφρόνηση για την σημασία μας· και είναι ακόμη μια ευχάριστη φιλοφρόνηση αν απονέμει, για το καλό μας, αιώνια ευτυχία στον Παράδεισο. Στη συνέχεια, υπάρχει η συγκριτική σύγχρονη αντίληψη, ότι η κοσμική εξέλιξη είναι σχεδιασμένη για να επιφέρει το είδος των αποτελεσμάτων που αποκαλούμε «καλό» -δηλαδή, το είδος των αποτελεσμάτων που μας δίνουν ευχαρίστηση. Εδώ πάλι, είναι κολακευτικό να υποθέσουμε ότι το σύμπαν ελέγχεται από ένα ον που συμμερίζεται τις προτιμήσεις και τις προκαταλήψεις μας.

Η ιδέα της δικαιοσύνης

Η τρίτη ψυχολογική τάση που είναι ενσωματωμένη στη θρησκεία, είναι αυτή που έχει οδηγήσει στην αντίληψη της δικαιοσύνης. Γνωρίζω ότι πολλοί ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, αντιμετωπίζουν αυτή την αντίληψη με μεγάλο σεβασμό και υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να διατηρηθεί, παρά την παρακμή της δογματικής θρησκείας. Δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί τους σε αυτό το σημείο. Η ψυχολογική ανάλυση της ιδέας της δικαιοσύνης, μου φαίνεται ότι δείχνει, πως έχει τις ρίζες της σε ανεπιθύμητα πάθη και δεν θα έπρεπε να ενισχυθεί από την επίσημη έγκριση της λογικής. Δικαιοσύνη και αδικία πρέπει να να λαμβάνονται υπόψιν μαζί· είναι αδύνατον να τονιστεί το ένα χωρίς να τονιστεί και το άλλο επίσης. Τώρα, τι είναι «αδικία» στην πράξη; Είναι, στην πράξη, η συμπεριφορά του είδους, που είναι δυσάρεστη στην αγέλη. Αποκαλώντας την, «αδικία», και με την διευθέτηση ενός πολύπλοκου συστήματος της ηθικής γύρω από αυτή την αντίληψη, η αγέλη δικαιολογεί την επιβολή τιμωρίας πάνω στα διάφορα πράγματα που αντιπαθεί η ίδια, ενώ την ίδια στιγμή, δεδομένου ότι η αγέλη είναι δίκαιη εξ ορισμού, ενισχύει την δική της αυτοεκτίμηση, την ίδια στιγμή, όταν αφήνει χαλαρή την τάση της στην σκληρότητα. Αυτή είναι η ψυχολογία του λιντσαρίσματος, και των άλλων τρόπων με τους οποίους οι εγκληματίες τιμωρούνται. Η ουσία της αντίληψης της δικαιοσύνης, λοιπόν, είναι να προσφέρει μια διέξοδο για τον σαδισμό υπό τον σκληρό μανδύα της δικαιοσύνης.

Αλλά, θα ειπωθεί, ο απολογισμός που δόθηκε για τη δικαιοσύνη είναι εξ ολοκλήρου ανεφάρμοστος στους Εβραίους προφήτες, ο οποίοι, τέλος πάντων, κατά την άποψή σας, εφηύραν την ιδέα. Υπάρχει αλήθεια σε αυτό: Η δικαιοσύνη στο στόμα των Εβραίων προφητών σημαίνει ό,τι εγκρίθηκε από αυτούς και τον Γιαχβέ. Βρίσκει κανείς την ίδια στάση που εκφράζεται στην «Πράξεις των αποστόλων», όπου οι απόστολοι γράφουν: «Φάνηκε εύλογο στο Άγιο Πνεύμα και σε μας…» (Πράξεις, 15: 28). Αυτό το είδος της προσωπικής βεβαιότητας ως προς τις προτιμήσεις και τις απόψεις του Θεού δεν μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει τη βάση του οποιουδήποτε θεσμού. Αυτή ήταν πάντα η δυσκολία, με την οποία ο Προτεσταντισμός έπρεπε να αγωνισθεί: Ένας νέος προφήτης μπορούσε να υποστηρίζει ότι η αποκάλυψή του ήταν πιο αυθεντική από αυτές των προκατόχων του, και δεν υπήρχε τίποτα στη γενική θεώρηση του Προτεσταντισμού να δείξει ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν άκυρος. Ως εκ τούτου, ο Προτεσταντισμός χωρίζεται σε αναρίθμητες αιρέσεις, που αποδυναμώνει η μία την άλλη· και υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι σε εκατό χρόνια, ο Καθολικισμός θα είναι ο μόνος μάχιμος εκπρόσωπος της χριστιανικής πίστης. Στην Καθολική Εκκλησία, η έμπνευση, όπως αυτή που απολάμβαναν οι προφήτες, έχει τη θέση της· αλλά αναγνωρίζεται ότι φαινόμενα που μοιάζουν μάλλον σαν γνήσια θεϊκή έμπνευση, μπορεί να είναι εμπνευσμένα από τον Διάβολο, και είναι δουλειά της Εκκλησίας να τα ξεχωρίσει, όπως είναι δουλειά των ειδημόνων της τέχνης να διακρίνουν έναν αυθεντικό Λεονάρντο Ντα Βίντσι, από μια πλαστογραφία. Με τον τρόπο αυτό, ταυτοχρόνως, θεσμοθετείται η αποκάλυψη. Δικαιοσύνη, είναι αυτό που η Εκκλησία εγκρίνει, και αδικία είναι αυτό που αποδοκιμάζει. Έτσι, το ουσιαστικό μέρος της αντίληψης της δικαιοσύνης είναι η αιτιολόγηση της αντιπάθειας της αγέλης.

Φαίνεται, επομένως, ότι οι τρεις ανθρώπινες παρορμήσεις που ενσωματώνονται στη θρησκεία, είναι ο φόβος, η έπαρση και το μίσος. Ο σκοπός της θρησκείας, μπορεί κανείς να πει κάποιος, είναι να δώσει έναν αέρα σεβασμού σε αυτά τα πάθη, με την προϋπόθεση ότι λειτουργούν σε ορισμένα κανάλια. Είναι επειδή, αυτά τα πάθη καθιστούν, στο σύνολό τους, για την ανθρώπινη δυστυχία, τη θρησκεία μια δύναμη για το κακό, δεδομένου ότι επιτρέπει στους ανθρώπους να επιδοθούν στα πάθη, χωρίς αυτοσυγκράτηση, αλλά όπου για την κύρωσή τους μπορούν, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό, να τα ελέγχουν.

Μπορώ να φανταστώ σε αυτό το σημείο μια ένσταση, όχι απαραίτητα από ορθόδοξους πιστούς, αλλά παρ ‘όλα αυτά, αξίζει να εξεταστεί. Το μίσος και ο φόβος, μπορεί να ειπωθεί, είναι ουσιώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπου· η ανθρωπότητα πάντα τα αισθάνονταν και πάντοτε θα τα αισθάνεται. Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε μ’ αυτά, μπορώ να πω, είναι να τα κατευθύνετε σε ορισμένα κανάλια τα οποία είναι λιγότερο επιβλαβή, από ορισμένα άλλα κανάλια. Ένας χριστιανός θεολόγος, μπορεί να πει ότι η θεραπεία τους από την Εκκλησία, είναι ανάλογη με τη θεραπεία της ερωτικής παρόρμησης, την οποία αποδοκιμάζει. Επιχειρεί να καταστήσει αβλαβή την λαγνεία, περιορίζοντάς την μέσα στα όρια του γάμου. Έτσι, μπορεί να ειπωθεί, πως εάν οι άνθρωποι θα πρέπει αναπόφευκτα να αισθάνονται μίσος, είναι καλύτερα να κατευθύνεται αυτό το μίσος ενάντια σε εκείνους που είναι πραγματικά επιβλαβείς, και αυτό είναι ό,τι ακριβώς κάνει η Εκκλησία με την αντίληψη που έχει για την δικαιοσύνη.

Σ’ αυτόν τον ισχυρισμό υπάρχουν δύο απαντήσεις: Μία σχετικά επιφανειακή και μία που οδηγεί στην ρίζα του ζητήματος. Η επιφανειακή απάντηση είναι ότι η αντίληψη της Εκκλησίας για την δικαιοσύνη δεν είναι η καλύτερη δυνατή· η βασική απάντηση είναι ότι το μίσος και ο φόβος μπορούν, με την σημερινή ψυχολογική γνώση μας και την βιομηχανική τεχνική μας, να εξαλειφθούν τελείως από την ανθρώπινη ζωή.

Να πάρουμε την πρώτη περίπτωση, πρώτα. Η αντίληψη της Εκκλησίας για την δικαιοσύνη, είναι κοινωνικά ανεπιθύμητη για διάφορους λόγους -πρώτον και κύριον, για την απαξίωση της νοημοσύνης και της επιστήμης. Αυτό το ελάττωμα κληρονομείται από τα Ευαγγέλια. Ο Χριστός μάς λέει να γίνουμε σαν τα μικρά παιδιά, αλλά τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν τον διαφορικό λογισμό, ή τις αρχές της οικονομίας, ή τις σύγχρονες μεθόδους για την καταπολέμηση ασθενειών. Η απόκτηση τέτοιων γνώσεων, δεν εντάσσεται στο καθήκον μας, σύμφωνα με την Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν ισχυρίζεται πλέον ότι η γνώση είναι από μόνη της αμαρτωλή -αν και το έπραξε στις μέρες της παντοδυναμίας της-, αλλά η απόκτηση της γνώσης, ακόμη και αν δεν είναι αμαρτωλή, είναι επικίνδυνη, διότι μπορεί να οδηγήσει στην υπεροψία του νου, και ως εκ τούτου στην αμφισβήτηση του χριστιανικού δόγματος.
Πάρτε, για παράδειγμα, δύο ανθρώπους, όπου ο ένας εκ των οποίων έχει εξαλείψει τον κίτρινο πυρετό, σε κάποια τροπική περιοχή, αλλά στην πορεία της εργασίας του, έχει περιστασιακές σχέσεις με γυναίκες με τις οποίες δεν είναι παντρεμένος· ενώ ο άλλος είναι αργόσχολος και οκνηρός, γεννώντας ένα παιδί κάθε χρόνο, ώσπου η γυναίκα του πεθαίνει από την εξάντληση και αναλαμβάνει ο ίδιος την φροντίδα των παιδιών του, απ’ τα οποία, τα μισά πεθαίνουν από αίτια που είναι αδύνατον να προληφθούν, αλλά αυτός όμως ποτέ δεν επιδίδεται σε παράνομη ερωτική επαφή. Κάθε καλός χριστιανός θα πρέπει να υποστηρίξει ότι ο δεύτερος από αυτούς τους άνδρες είναι πιο ενάρετος από τον πρώτο. Μια τέτοια στάση είναι, φυσικά, δεισιδαιμονική και σε πλήρη αντίθεση με την λογική. Κάτι ακόμη αναπόφευκτο αυτού του παραλογισμού, είναι το ότι η αποφυγή της αμαρτίας θεωρείται πιο σημαντική από τις θετικές αξίες, και η σημασία της γνώσης ως μια βοήθεια για μια ωφέλιμη ζωή δεν αναγνωρίζεται.

Η δεύτερη και πιο ουσιαστική ένσταση, που ασκείται στην αξιοποίηση του φόβου και του μίσους από την Εκκλησία, είναι ότι αυτά τα συναισθήματα μπορεί τώρα να εξαλειφθούν, σχεδόν εξ ολοκλήρου, από την ανθρώπινη φύση, με εκπαιδευτικές, οικονομικές, και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι η βάση, αφού οι άνθρωποι που νιώθουν μίσος και φόβος, θαυμάζουν, επίσης, αυτά τα συναισθήματα και επιθυμούν να τα διαιωνίζουν, αν και αυτός ο θαυμασμός και η επιθυμία πιθανότατα είναι ασυναίσθητα, όπως είναι στους κοινούς χριστιανούς.

Μια εκπαίδευση σχεδιασμένη για την εξάλειψη του φόβου δεν είναι καθόλου δύσκολο να δημιουργηθεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μεταχειριζόμαστε το παιδί με ευγένεια, να το βάλουμε σε ένα περιβάλλον, όπου η πρωτοβουλία είναι δυνατή χωρίς καταστροφικά αποτελέσματα, και να το σώσουμε από την επαφή με ενήλικες που έχουν παράλογες φοβίες, όπως το σκοτάδι, τα ποντίκια, ή την κοινωνική επανάσταση. Ένα παιδί, επίσης, θα πρέπει να μην υπόκειται σε αυστηρή τιμωρία, ή σε απειλές, ή σε σοβαρές και υπέρμετρες επιπλήξεις. Για να σώσουμε ένα παιδί από το μίσος, είναι ένα κάπως πιο πολύπλοκο εγχείρημα. Οι καταστάσεις που προκαλούν τη ζήλοτυπία πρέπει, πολύ προσεκτικά, να αποφεύγονται μέσω της ευσυνείδητης και ακριβούς δικαιοσύνης, μεταξύ διαφορετικών παιδιών. Ένα παιδί πρέπει να αισθάνεται το ίδιο, το αντικείμενο της ένθερμης στοργής εκ μέρους ορισμένων, τουλάχιστον, ενηλίκων με τους οποίους έχει να κάνει, και δεν πρέπει να αποθαρρύνεται να επιδίδεται σε φυσικές δραστηριότητες και να εκφράζει τις απορίες του, εκτός όταν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του ή τίθεται θέμα υγείας. Ειδικότερα, δεν πρέπει να υπάρχουν προκαταλήψεις για την γνώση ερωτικών θεμάτων, ή για συζητήσεις θεμάτων, που οι παραδοσιακοί άνθρωποι θεωρούν ακατάλληλες. Αν αυτοί οι απλοί κανόνες εφαρμόζονται από την αρχή, το παιδί θα είναι άφοβο και φιλικό.

Οπωσδήποτε, με την είσοδο στην ενήλικη ζωή, ένα νεαρό άτομο, τόσο μορφωμένο, θα βρει τον εαυτό του βυθισμένο σε έναν κόσμο γεμάτον αδικία, γεμάτον σκληρότητα, γεμάτον εξαθλίωση που μπορεί να προληφθεί. Η αδικία, η σκληρότητα και η δυστυχία που υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο είναι μια κληρονομιά από το παρελθόν, και βασική πηγή τους είναι οι οικονομικές συνθήκες, αφού ο ανταγωνισμός ζωής και θανάτου για τα μέσα διαβίωσης, ήταν στο παρελθόν αναπόφευκτος. Δεν είναι όμως αναπόφευκτος στην εποχή μας. Με την παρούσα βιομηχανική τεχνική μας, μπορούμε, αν θέλουμε, να παρέχουμε μια ανεκτή διαβίωση για όλους. Θα μπορούσαμε επίσης να εξασφαλίσουμε, ότι ο πληθυσμός του πλανήτη θα πρέπει να είναι στάσιμος, αν δεν παρεμποδιζόμασταν από την πολιτική επιρροή των εκκλησιών που προτιμούν πόλεμο, επιδημία και έλλειψη αντισύλληψης. Η γνώση υπάρχει, με την οποία η καθολική ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί· το βασικό εμπόδιο για τη χρησιμοποίησή της για τον σκοπό αυτό, είναι η διδασκαλία της θρησκείας. Η θρησκεία αποτρέπει τα παιδιά μας από το να έχουν μια ορθολογιστική εκπαίδευση· η θρησκεία μάς εμποδίζει από την απομάκρυνση των βασικών αιτιών του πολέμου· η θρησκεία μάς αποτρέπει από την ηθικό δίδαγμα της επιστημονικής συνεργασίας, σε αντικατάσταση των παλαιών άγριων δογμάτων της αμαρτίας και της τιμωρίας. Είναι πιθανόν ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στο κατώφλι μιας χρυσής εποχής, αλλά, αν είναι έτσι, θα πρέπει πρώτα να σκοτώσει τον δράκο που φυλάει την πόρτα, κι αυτός ο δράκος είναι η θρησκεία.


Γιατί δεν είμαι χριστιανός

Το θέμα για το οποίο θα σας μιλήσω, είναι το «Γιατί δεν είμαι χριστιανός»*. Ίσως θα ήταν καλό, πρώτα απ’ όλα να προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω τι εννοεί κανείς με τη λέξη «χριστιανός». Χρησιμοποιείται στις μέρες μας με ένα ευρύ νόημα από πολλούς ανθρώπους. Μερικοί άνθρωποι δεν εννοούν τίποτα περισσότερο με αυτή από ένα πρόσωπο που προσπαθεί να ζήσει μια καλή ζωή. Υπό αυτή την άποψη θα πρέπει να υπάρχουν χριστιανοί σε όλες τις σέκτες και τα δόγματα? όμως δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το πραγματικό νόημα της λέξης, διότι θα προϋπέθετε όλους τους ανθρώπους που δεν είναι χριστιανοί -όλους τους βουδιστές, κομφουκιανούς, μωαμεθανούς κ.λπ.- να μη ζουν μια καλή ζωή.

Δεν εννοώ ως χριστιανό κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να ζήσει μια αξιοσέβαστη ζωή σύμφωνα με τα φώτα του. Νομίζω ότι πρέπει να έχεις μια ορισμένη ποσότητα καθορισμένης πίστεως πριν να έχεις το δικαίωμα να αποκαλείς τον εαυτό σου χριστιανό. Η λέξη δεν έχει ένα τόσο καθαρόαιμο νόημα όπως είχε τον καιρό του Αγίου Αυγουστίνου και του Αγίου Θωμά του Ακινάτη. Σε εκείνες τις μέρες, αν ένας άνθρωπος έλεγε πως ήταν χριστιανός, όλοι καταλάβαιναν τι εννοούσε. Αποδεχόσουν μια σειρά από δόγματα που ήταν διατυπωμένα με μεγάλη ακρίβεια, και κάθε μία συλλαβή αυτών των δογμάτων την πίστευες με όλη τη δύναμη των πεποιθήσεών σου.

Τί είναι ένας χριστιανός;


Στις μέρες δεν είναι ακριβώς αυτό. Πρέπει να γίνουμε λίγο περισσότερο γενικόλογοι για το νόημα του Χριστιανισμού. Σκέφτομαι, πάντως, ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά στοιχεία που είναι αρκετά θεμελιώδη για κάθε ένα που αποκαλεί τον εαυτό του χριστιανό. Το πρώτο είναι δογματικής φύσης -και για να το κατονομάσουμε θα πούμε ότι πρέπει να πιστεύεις στον Θεό και την αθανασία. Αν δεν πιστεύεις σε αυτά τα δύο πράγματα, δεν νομίζω ότι μπορείς ουσιαστικά να καλείς τον εαυτό σου χριστιανό. Μετά, και κατόπιν τούτου, όπως απαιτεί και η ονομασία, πρέπει να έχεις μια κάποιου είδους πίστη στον Χριστό. Οι μωαμεθανοί, για παράδειγμα, το ίδιο πιστεύουν στον Θεό και την αθανασία, αλλά δεν καλούν τους εαυτούς τους χριστιανούς. Νομίζω πως πρέπει να έχεις τουλάχιστον την πίστη ότι ο Χριστός ήταν, αν όχι Θεός, τουλάχιστον ο καλύτερος κι ο σοφότερος άνθρωπος. Αν δεν πιστεύεις αυτά τα ελάχιστα για τον Χριστό, δεν νομίζω ότι έχεις κάποιο δικαίωμα να αποκαλείς τον εαυτό σου χριστιανό. Φυσικά, υπάρχει και ένα άλλο νόημα που βρίσκει κανείς στον Αλμανάκ του Γουάιτέικερ και σε γεωγραφικά βιβλία, όπου ο πληθυσμός του κόσμου διαιρείται σε χριστιανούς, μωαμεθανούς, βουδιστές, λάτρεις φετίχ, κ.ο.κ. μα με αυτή τη λογική είμαστε όλοι χριστιανοί. Τα γεωγραφικά βιβλία μάς καταμετρούν όλους, αλλά αυτή είναι μια γεωγραφική αντίληψη, την οποία θαρρώ ότι μπορούμε να παραβλέψουμε.
Εκ τούτων, εξηγώντας σας το γιατί δεν είμαι χριστιανός, θα πρέπει, να δηλώσω δύο διαφορετικά πράγματα: Πρώτον, γιατί δεν πιστεύω στον Θεό και την αθανασία και δεύτερον, γιατί δεν πιστεύω ότι ο Χριστός ήταν ο καλύτερος και ο σοφότερος άνθρωπος, αν και του αποδίδω ένα μεγάλο βαθμό ηθικής καλοσύνης.

Όμως για τις επιτυχείς προσπάθειες των απίστων του παρελθόντος, δεν μπορώ να λάβω ένα τόσο ελαστικό ορισμό του Χριστιανισμού ως αυτόν. Όπως είπα πιο πριν, στις παλιές ημέρες είχε ένα πιο καθαρόαιμο νόημα. Για παράδειγμα, συμπεριέλαβε την πίστη στην Κόλαση. Η πίστη στην αιώνια Κόλαση του πυρός ήταν μια βασική χριστιανική πίστη μέχρι πρόσφατα. Σε αυτήν τη χώρα, όπως γνωρίζετε, σταμάτησε να είναι μια βασική πίστη εξ αιτίας της αποφάσεως του συμβουλίου του Privy, και από αυτή την απόφαση διαφώνησαν οι αρχιεπίσκοποι του Καρτέρμπουρι και της Υόρκης. 'Ομως σ’ αυτή τη χώρα η θρησκεία μας καθορίζεται από κοινοβουλευτική πράξη, ως εκ τούτου, το συμβούλιο του Privy μπόρεσε και ξεπέρασε τις προσευχές τους κι η Κόλαση δεν ήταν πλέον απαραίτητη για έναν χριστιανό. Κατά συνέπεια, δεν θα επιμείνω στο ότι ένας χριστιανός πρέπει να πιστεύει στην Κόλαση.

Η ύπαρξη του Θεού


Το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού, είναι ένα μεγάλο και σοβαρό ερώτημα, κι αν δοκιμάσω να το αντιμετωπίσω με κάποιο κατάλληλο τρόπο θα πρέπει να σας κρατήσω εδώ μέχρι την έλευση της βασιλείας (σ.σ.: του Θεού), γι’ αυτό θα πρέπει να με συγχωρέσετε αν το αντιμετωπίσω με έναν μάλλον περιληπτικό τρόπο. Γνωρίζετε, ασφαλώς, ότι η Καθολική Εκκλησία το έθεσε επί τάπητος ως ένα δόγμα όπου η ύπαρξη του Θεού μπορεί να αποδειχθεί από την αναίτια αιτία. Αυτό είναι ένα κάπως σοβαρό δόγμα, αλλά είναι ένα από τα δόγματά τους. Έπρεπε να το εισάγουν, γιατί κάποια στιγμή οι ελευθερόφρονες απέκτησαν τη συνήθεια να λένε ότι υπάρχουν αυτά και εκείνα τα ζητήματα που η κοινή λογική μπορεί να σηκώσει ενάντια στην ύπαρξη του Θεού, αλλά βέβαια γνώριζαν ως ζήτημα της πίστης ότι ο Θεός υπάρχει. Τα επιχειρήματα και οι αιτίες τέθηκαν σε μεγάλη κλίμακα, κι η Καθολική Εκκλησία ένιωσε ότι έπρεπε αυτό να σταματήσει. Εκ τούτου το έθεσαν κάτω, πως η ύπαρξη του Θεού μπορεί να αποδειχθεί από την αναίτια αιτία, και συνέθεσαν ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιχειρήματα περί της αποδείξεώς της. Υπάρχουν, φυσικά, μια σειρά από αυτά, αλλά θα λάβω υπ’ όψιν μου λίγα.

Το επιχείρημα της πρώτης αιτίας

Ίσως το πιο απλό και πιο εύκολο να εννοηθεί είναι το επιχείρημα της πρώτης αιτίας. Θεωρείται ότι καθετί που βλέπουμε σ’ αυτόν τον κόσμο έχει μιαν αιτία, κι όσο προχωράμε προς τα πίσω στην αλυσίδα των αιτιών όλο και περισσότερο, πρέπει να φτάσουμε σε κάποιο πρώτο αίτιο, και σ’ αυτό το πρώτο αίτιο αποδίδουμε το όνομα του Θεού. Αυτό το επιχείρημα, υποθέτω, δεν έχει πολύ βαρύτητα στις μέρες μας, επειδή, κατ’ αρχάς, δεν είναι ότι ακριβώς ήταν άλλοτε.
Οι φιλόσοφοι κι οι άνθρωποι της επιστήμης χρησιμοποιούσαν το αίτιο, αλλά δεν έχει σήμερα τίποτα από τη ζωτικότητα που είχε άλλοτε. Εκτός όμως από αυτό, μπορείς να δεις πως το επιχείρημα ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο πρώτο αίτιο είναι ένα επιχείρημα που δεν έχει αξία. Ίσως πρέπει να πω ότι, όταν ήμουν νέος, και σκεφτόμουν αυτές τις ερωτήσεις σοβαρά στο μυαλό μου, εγώ ο ίδιος για πολύ καιρό δεχόμουν αυτό το επιχείρημα της πρώτης αιτίας, μέχρι που μιαν ημέρα, στην ηλικία των δεκαοκτώ, διάβασα την αυτοβιογραφία του Τζον Στιούαρτ Μιλ κι εκεί βρήκα αυτή την πρόταση:
«Ο πατέρας μου με έμαθε ότι η ερώτηση, ποιός με έφτιαξε, δεν μπορεί να απαντηθεί, επειδή αμέσως επιφέρει την ακόλουθη ερώτηση: Ποιός έφτιαξε τον Θεό;». 

Αυτή η απλή πρόταση μου έδειξε, όπως ακόμη σκέφτομαι, το σφάλμα στο επιχείρημα του πρώτου αιτίου. Αν καθετί πρέπει να έχει μιαν αιτία, τότε κι ο Θεός πρέπει να έχει μιαν αιτία. Αν μπορεί να υπάρχει κάτι χωρίς καμιά αιτία, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο κόσμος-θεός, έτσι δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αξία σ’ αυτό το επιχείρημα. Είναι ακριβώς της ίδιας φύσης με την προοπτική των ινδουιστών, ότι ο κόσμος στηρίζονταν πάνω σ’ έναν ελέφαντα, κι ότι ο ελέφαντας στηρίζονταν πάνω σε μια χελώνα κι όταν ρώτησαν: «Και η χελώνα; (πού στηρίζονταν;)», ο Ινδός απάντησε: «Ας αλλάξουμε θέμα». Πράγματι το επιχείρημα της πρώτης αιτίας δεν είναι καλύτερο από αυτό. Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο κόσμος είχε μιαν απαρχή. Η ιδέα ότι τα πράγματα θα πρέπει να έχουν μιαν απαρχή οφείλεται στην έλλειψη της φαντασίας μας. Εκ τούτου, ίσως, δεν χρειάζεται να χάσω άλλο χρόνο πάνω στο επιχείρημα της πρώτης αιτίας.

Το επιχείρημα του φυσικού νόμου

Μετά υπάρχει ένα πολύ κοινό επιχείρημα εκ του φυσικού νόμου. Αυτό ήταν ένα αγαπημένο επιχείρημα κατά τη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα, ιδίως κάτω από την επίδραση του σερ Ισαάκ Νιούτον και της κοσμογονίας του. Οι άνθρωποι παρατηρούσαν τους πλανήτες που περιστρέφονταν γύρω από τον ήλιο σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας, και πίστευαν ότι ο Θεός είχε δώσει μια διαταγή σ’ αυτούς τους πλανήτες ώστε να κινούνται σύμφωνα με κάποιον τρόπο. Κι αυτός ήταν ο λόγος που αυτό γίνονταν. Αυτή ήταν, φυσικά, μια συμφέρουσα κι απλή εξήγηση που τους έσωζε από το πρόβλημα της περαιτέρω εξέτασης για την ερμηνεία του νόμου της βαρύτητας. Σήμερα εξηγούμε τον νόμο της βαρύτητας με κάποιο σύνθετο τρόπο που εισήγαγε ο Αϊνστάιν. Δεν διατίθεμαι να σας δώσω διάλεξη για τον νόμο της βαρύτητας, όπως ερμηνεύτηκε από τον Αϊνστάιν, διότι αυτό ξανά θα μας έπαιρνε κάποιο χρόνο? από κάθε άποψη, δεν έχουμε πλέον το είδος του φυσικού νόμου που είχαμε στο Νευτώνειο Σύστημα, όπου, για κάποιο λόγο που κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει, η φύση συμπεριφέρονταν κατά κάποιον ομοιόμορφο τρόπο.

Τώρα ανακαλύπτουμε πως πολλά πράγματα που πιστεύαμε ότι ήταν φυσικοί νόμοι είναι στην πραγματικότητα ανθρώπινες συμβάσεις. Γνωρίζετε πως ακόμη και στο πιο απόμακρο βάθος του αστρικού διαστήματος χρειάζονται τρία πόδια για να συμπληρωθεί μια γιάρδα μήκους. Αυτό είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα αξιοσημείωτο γεγονός, αλλά πολύ δύσκολα θα το βάπτιζες φυσικό νόμο. Και πολλά πράγματα που θεωρήθηκαν φυσικοί νόμοι είναι στην πραγματικότητα τέτοιου είδους. Από την άλλη μεριά, εκεί που μπορείς να βρεις τη γνώση για το τι κάνουν πραγματικά τα άτομα, θα δεις ότι υπόκεινται λιγότερο στους νόμους, από όσο οι άνθρωποι νόμιζαν, κι ότι οι νόμοι στους οποίους θα φτάσεις είναι στατιστικές πιθανότητες οι οποίες προκύπτουν τυχαία.

Υπάρχει, όπως όλοι γνωρίζουμε, ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο σαν πετάξεις μια ζαριά θα πετύχεις εξάρες μόνο μια φορά στις τριάντα έξι φορές, κι αυτό δεν το εκλαμβάνουμε ως απόδειξη της ρύθμισης της πτώσης του ζαριού από κάποιο σχεδιασμό? αντίθετα, αν κάθε φορά λαμβάναμε εξάρες θα σκεπτόμασταν ότι υπάρχει κάποιο σχέδιο. Οι περισσότεροι νόμοι της φύσης είναι του αυτού ιδίου είδους. Είναι στατιστικές πιθανότητες τέτοιες όπως προκύπτουν από τους νόμους της τύχης? κι αυτό μας λέει πως όλη αυτή η ιστορία του φυσικού νόμου είναι πάρα πολύ λιγότερο εντυπωσιακή από ότι ήταν πριν. Εκτός από αυτό, που αναπαριστά την παρούσα κατάσταση της επιστήμης που μπορεί να αλλάξει αύριο, η όλη ιδέα πως οι φυσικοί νόμοι απαιτούν κάποιον νομοθέτη είναι μια σύγχυση μεταξύ φυσικού κι ανθρώπινου νόμου.
Οι ανθρώπινοι νόμοι αποδίδονται για να συμπεριφέρεσαι σύμφωνα με κάποιον τρόπο, στον οποίο τρόπο επιλέγεις να συμμορφωθείς ή δεν επιλέγεις να συμμορφωθείς? αλλά οι φυσικοί νόμοι είναι μια περιγραφή για το πως τα πράγματα συμπεριφέρονται στην πραγματικότητα, και, αφού δεν είναι τίποτα άλλο παρά η περιγραφή του πως πράγματι είναι, δεν μπορείς να επιχειρηματολογείς ότι κάποιος τους είπε να είναι έτσι, διότι ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι τους είπε, τότε είσαι αντιμέτωπος με την ερώτηση: Γιατί ο Θεός διέταξε μόνο αυτούς τους φυσικούς νόμους και όχι άλλους;

Αν υποστηρίξεις πως το έκανε απλά από την καλή του συμπεριφορά, και χωρίς κανέναν λόγο, τότε θα ανακαλύψεις ότι υπάρχει κάτι που δεν υπόκεινται στο νόμο και έτσι το τρένο του φυσικού νόμου διακόπτεται. Αν πεις, όπως λένε οι περισσότεροι θεολόγοι, ότι ο Θεός είχε κάποιο λόγο για τον οποίο διέταξε τους νόμους να είναι έτσι κι όχι αλλιώς -ο λόγος, φυσικά, είναι η κατασκευή του καλύτερου σύμπαντος, αν και δεν θα σκεφτόσουν ποτέ να το κοιτάξεις, αν υπήρχε κάποιος λόγος για τους νόμους που ο Θεός έδωσε, τότε ο Θεός ο ίδιος υπόκεινται στον νόμο, και συνεπώς δεν κερδίζεις τίποτα εισάγοντας τον Θεό ως διαμεσολαβητή. Έχεις πράγματι έναν νόμο εκτός και προηγούμενο των θεϊκών εντολών, κι ο Θεός δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς σου, αφού δεν είναι ο απώτατος νομοθέτης.

Εν συντομία, όλο αυτό το επιχείρημα του φυσικού νόμου δεν έχει καμιά δύναμη από όση είχε παλαιότερα. Ταξιδεύω στον χρόνο κατά την εξέταση αυτών των επιχειρημάτων. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την ύπαρξη του Θεού αλλάζουν το χαρακτήρα τους καθώς περνά ο χρόνος. Ήταν στην αρχή διαλεκτικά επιχειρήματα που ενσωμάτωναν ορισμένες καθοριστικές σοφιστείες. Καθώς ερχόμαστε στην εποχή μας γίνονται λιγότερο σεβαστά κι όλο και περισσότερο επηρεάζονται από μια ηθική ασάφεια.

Το επιχείρημα του σχεδίου

Το επόμενο βήμα μας φέρνει στο επιχείρημα του σχεδίου. Όλοι σας γνωρίζετε το επιχείρημα του σχεδίου: Καθετί στον κόσμο κατασκευάστηκε έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε στον κόσμο, κι αν ο κόσμος ήταν ελάχιστα διαφορετικός δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε σ’ αυτόν. Αυτό είναι το επιχείρημα του σχεδίου. Μερικές φορές λαμβάνει μια παράξενη μορφή. Για παράδειγμα, λέγεται πως οι λαγοί έχουν άσπρες ουρές, ώστε να είναι εύκολο να τους πυροβολήσεις. Δεν γνωρίζω πως θα αντιλαμβάνονταν αυτή την εφαρμογή οι λαγοί. Είναι ένα επιχείρημα το οποίο εύκολα γίνεται παρωδία.
Όλοι σας γνωρίζετε τη σημείωση του Βολταίρου, ότι η μύτη σχεδιάστηκε έτσι ώστε να ταιριάζει στα θεάματα. Αυτή η μορφή της παρωδίας δεν είναι τόσο επιτυχημένη όπως ήταν το δέκατο όγδοο αιώνα, εξαιτίας τού ότι από την εποχή του Δαρβίνου καταλαβαίνουμε πολύ καλύτερα γιατί τα ζωντανά πλάσματα προσαρμόστηκαν στο περιβάλλον τους. Δεν είναι το ότι το περιβάλλον κατασκευάστηκε ώστε να είναι κατάλληλο γι’ αυτά, κι αυτή είναι η βάση της προσαρμογής. Δεν υπάρχει απόδειξη του σχεδιασμού.

Όταν εξετάζεις αυτό το επιχείρημα του σχεδίου, είναι πολύ εκπληκτικό το ότι οι άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν πως αυτός ο κόσμος, με όλα τα πράγματα μέσα του, με όλα τα ελαττώματά του, πρέπει να είναι το καλύτερο που ο παντοδύναμος κι ο παντογνώστης ήταν ικανός να κατασκευάσει σε εκατομμύρια χρόνια. Πραγματικά δεν μπορώ να το πιστέψω. Πιστεύεις ότι, αν σου δίνονταν παντοδυναμία και παντογνωσία κι εκατομμύρια έτη στα οποία θα τελειοποιούσες τον κόσμο, εσύ δεν θα κατασκεύαζες τίποτα περισσότερο από Κου Κλουξ Κλαν, τους φασίστες και τον κ. Ουίνστον Τσόρτσιλ; Πραγματικά δεν είμαι τόσο εντυπωσιασμένος με τους ανθρώπους που λένε: «Κοίταξέ με! είμαι ένα τόσο τέλειο προϊόν που πρέπει να υπάρχει κάποιο σχέδιο στο σύμπαν.» Δεν είμαι τόσο πολύ εντυπωσιασμένος από την λάμψη αυτών των ανθρώπων.
Επιπλέον, αν δεχθείς τους νόμους της επιστήμης, θα πρέπει να υποθέσεις ότι η ανθρώπινη ζωή κι η ζωή γενικά σ’ αυτόν τον πλανήτη θα τερματίσει κάποτε. Είναι σαν μια σαπουνόφουσκα, ένα στάδιο στην παρακμή του ηλιακού συστήματος. Σε ένα στάδιο της παρακμής θα υπάρχει εκείνη η κατάσταση συνθηκών και θερμοκρασίας κ.ο.κ. που είναι ιδανικές για το πρωτόπλασμα και που υπάρχει ζωή για ένα μικρό διάστημα στην ζωή ολάκερου του ηλιακού συστήματος. Βλέπεις στο φεγγάρι το είδος των πραγμάτων στα οποία η γη τείνει -κάτι νεκρό, κρύο και άνευ ζωής.

Μου λένε ότι αυτή η άποψη των πραγμάτων είναι μελαγχολική κι οι άνθρωποι μερικές φορές λένε πως αν πίστευαν σε κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσαν να συνεχίζουν να ζουν. Μην το πιστεύετε? είναι όλα ανοησίες. Κανένας στην πραγματικότητα δεν ανησυχεί πολύ για το τι πρόκειται να γίνει εκατομμύρια χρόνια μετά από τώρα. Ακόμη κι όταν νομίζουν ότι ανησυχούν πολύ γι’ αυτό, στην πραγματικότητα εξαπατούν τους εαυτούς τους. Ανησυχούν για κάτι πολύ περισσότερο εγκόσμιο όπως για μια δυσπεψία? αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν γίνεται δυστυχής από τη σκέψη ότι κάτι πρόκειται να γίνει σ’ αυτόν τον κόσμο, εκατομμύρια χρόνια μετά. Γι’ αυτό, αν κι είναι μια διαδικασία σκοτεινής οπτικής να υποθέσει κανείς ότι η ζωή θα εκλείψει -τουλάχιστον υποθέτω ότι μπορούμε να το πούμε, αν και μερικές φορές όταν ατενίζω τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωή τους, το θεωρώ ως παρηγοριά- δεν είναι τόσο ώστε να καταστεί η ζωή ελεεινή. Απλά και μόνο σε κάνεις να στρέφεις την προσοχή σου σε άλλα πράγματα.

Τα ηθικά επιχειρήματα για την θεότητα

Τώρα πάμε ένα στάδιο μακρύτερα· σε εκείνο που θα αποκαλούσα διανοητικό κατήφορο που οι θεϊστές έκαναν στα επιχειρήματά τους και φτάνουμε σε αυτά που ονομάζονται ηθικά επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού. Όλοι σας γνωρίζετε, φυσικά, ότι υπήρχαν στις παλαιές ημέρες τρία επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού, τα οποία όλα αναφέρθηκαν από τον Εμμανουήλ Καντ στην «Κριτική της αγνής λογικής»· και μόλις εξέθεσε αυτά τα επιχειρήματα ανακάλυψε ακόμη ένα· ένα ηθικό επιχείρημα κι αυτό σχεδόν τον έπεισε. Ήταν σαν πολλούς ανθρώπους· στα ζητήματα λογικής ήταν σκεπτικιστής, αλλά στα ζητήματα της ηθικής πίστευε απεριόριστα στα γνωμικά που εμποτίστηκε στα γόνατα της μητέρας του. Αυτό δείχνει αυτό που οι ψυχαναλυτές τόσο πολύ επισημαίνουν -στα απεριόριστα προπύργια που οι αρχικές μας σχέσεις έχουν σε εκείνες τις επόμενες.

Ο Καντ, όπως είπα, ανακάλυψε ένα καινούργιο ηθικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού και στις διάφορες μορφές ήταν εξαιρετικά δημοφιλές κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μια μορφή λέει πως δεν θα υπήρχε λάθος ή σωστό αν ο Θεός δεν υπήρχε. Προς στιγμή δεν ενδιαφέρομαι για το αν υπάρχει μια διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους, ή αν δεν υπάρχει καν? αυτή είναι ακόμη μια ερώτηση. Το σημείο που με ενδιαφέρει είναι, αν είσαι αρκετά σίγουρος ότι υπάρχει μια διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους, γιατί τότε βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση: Εξαρτάται αυτό από τα διατάγματα του Θεού ή όχι; Αν εξαρτάται από τις διατάξεις του Θεού, τότε για τον Θεό τον ίδιο δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους και δεν είναι λοιπόν μια σημαντική αναφορά να λέγεται πως ο Θεός είναι καλός. Αν πρόκειται να πεις, όπως κάνουν οι θεολόγοι, ότι ο Θεός είναι καλός, θα πρέπει μετά να πεις ότι το ορθό και το λάθος έχουν κάποιο νόημα που είναι ανεξάρτητο από τα διατάγματα του Θεού, επειδή τα διατάγματα του Θεού είναι καλά κι όχι κακά, ανεξάρτητα από το απλό γεγονός ότι αυτός τα έφτιαξε. Αν πρόκειται να παραδεχθείς αυτό, τότε πρέπει να πεις ότι όχι μόνο δια μέσω του Θεού το σωστό και το λάθος υπάρχουν, αλλά το ότι είναι στην ύπαρξή τους λογικά πριν του Θεού. Θα μπορούσες, φυσικά, αν σου αρέσει, να πεις ότι υπήρχε μια ανώτερη θεότητα που έδινε οδηγίες στο Θεό που κατασκεύασε αυτό τον κόσμο ή θα μπορούσες να ακολουθήσεις τη γραμμή που μερικοί αγνωστικιστές ακολούθησαν -μια γραμμή την οποία συχνά θεωρούσα εύλογη- ότι στην πραγματικότητα αυτός ο κόσμος που γνωρίζουμε κατασκευάστηκε από τον Διάβολο κάποια στιγμή που ο Θεός δεν κοιτούσε. Υπάρχουν πολλά καλά να λεχθούν γι’ αυτή και δεν με ενδιαφέρει να την απορρίψω.

Η αποκατάσταση της δικαιοσύνης

Υπάρχει ακόμη μια πολύ παράξενη μορφή ηθικού επιχειρήματος, που είναι η εξής: Λένε πως, η ύπαρξη του Θεού χρειάζεται για να έρθει η δικαιοσύνη στον κόσμο. Στην μεριά του σύμπαντος που γνωρίζουμε υπάρχει μεγάλη αδικία, και συχνά ο καλός υποφέρει, και συχνά ο κακός προοδεύει, και κανείς δύσκολα γνωρίζει ποιο από τα δύο είναι το πιο ενοχλητικό? αλλά αν πρόκειται να έχεις δικαιοσύνη στον κόσμο στο σύνολο θα πρέπει να υποθέσεις ότι μια μελλοντική ζωή θα αποκαταστήσει την ισορροπία της ζωής εδώ στη γη κι έτσι όλοι λένε πως πρέπει να υπάρχει ένας Θεός, κι ότι πρέπει να υπάρχει Παράδεισος και Κόλαση ώστε στο τέλος να υπάρξει δικαιοσύνη.

Αυτό είναι ένα πολύ παράξενο επιχείρημα. Αν κοίταζες το ζήτημα από μια επιστημονική άποψη, θα έλεγες: «Ούτως ή άλλως, γνωρίζω μόνο αυτόν τον κόσμο. Δεν ξέρω για το υπόλοιπο σύμπαν, αλλά μέχρι τώρα, όσο μπορεί κανείς να υποστηρίζει όλες τις πιθανότητες, ένας θα μπορούσε να πει ότι πιθανώς αυτός ο κόσμος είναι ένα καλό παράδειγμα· κι αν υπάρχει αδικία εδώ τότε υπάρχουν οιωνοί πως θα υπάρχει κι αδικία κι αλλού επίσης». Ας υποθέσουμε ότι έχεις ένα καφάσι με πορτοκάλια που είναι ανοικτό κι ανακαλύπτεις όλα τα πορτοκάλια της πάνω σειράς σάπια, δεν θα επιχειρηματολογούσες: «Η κάτω σειρά πρέπει να είναι γερή, για να αποκατασταθεί η ισορροπία». Θα έλεγες: «Πιθανώς όλα τα πορτοκάλια είναι σάπια»· κι αυτό είναι πράγματι ότι ένας επιστήμονας θα επιχειρηματολογούσε γύρω από το σύμπαν. Θα έλεγε: «Εδώ σ’ αυτό τον κόσμο βρίσκουμε μια μεγάλη αδικία κι άρα υπάρχει ένας λόγος να υποθέσουμε ότι το δίκαιο δεν κυβερνά τον κόσμο· επομένως. αυτό συνιστά ένα ηθικό επιχείρημα ενάντια στον Θεό κι όχι υπέρ του».

Φυσικά, γνωρίζω πως τα είδη των πνευματικών επιχειρημάτων για τα οποία σας συζητώ δεν είναι πράγματι ότι πείθει τον κόσμο. Αυτό που πείθει τον κόσμο να πιστεύει στον Θεό, δεν είναι κάποιο πνευματικό επιχείρημα εξ άλλου. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό εξαιτίας του ότι το διδάχτηκαν από την παιδική ηλικία, κι αυτός είναι ο κύριος λόγος. Μετά σκέφτομαι ότι ο επόμενος πιο δυνατός λόγος είναι η επιθυμία για ασφάλεια, ένα είδος συναισθήματος όπου ένας μεγάλος αδελφός υπάρχει για να σε φροντίζει. Αυτό παίζει ένα βαθύ μέρος επηρεάζοντας τους ανθρώπους να πιστέψουν στον Θεό.

Ο χαρακτήρας τού Ιησού

Θέλω τώρα να πω, λίγες λέξεις γύρω από ένα θέμα που νομίζω συχνά που δεν νομίζω ότι έχει αρκετά ικανοποιητικά αντιμετωπισθεί από τους ορθολογιστές κι αυτό είναι το ερώτημα για το αν ο Χριστός ήταν ο καλύτερος κι ο σοφότερος των ανδρών. Συχνά θεωρείται δεδομένο ότι όλοι πρέπει να συμφωνούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Εγώ δεν συμφωνώ. Νομίζω ότι υπάρχουν ένα σωρό ζητήματα με τα οποία συμφωνώ με τον Χριστό περισσότερο από τους επαγγελματίες χριστιανούς. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Χριστό σε όλα, αλλά θα μπορούσα να συμφωνήσω μαζί του, πολύ περισσότερο από ότι οι περισσότεροι επαγγελματίες χριστιανοί μπορούν. Θα θυμάστε ότι είπε:.  
«39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ' ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·» (Κατά Ματθαίον, κεφ. Ε΄).

Αυτή δεν είναι μια νέα παραίνεση ή ένας νέος κανόνας. Χρησιμοποιήθηκε από το Λάο Τσε και τον Βούδα περίπου 500 ή 600 χρόνια πριν τον Χριστό, αλλά δεν είναι ένας κανόνας που στην πραγματικότητα οι χριστιανοί αποδέχονται. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο παρών πρωθυπουργός, για παράδειγμα, είναι ένας πολύ σοβαρός χριστιανός, αλλά δεν θα συμβούλευα κανέναν να πάει και να τον χαστουκίσει στο μάγουλο. Σκέφτομαι ότι ίσως βρίσκετε αυτό το κείμενο να εννοείται με ένα συμβολικό νόημα. Μετά υπάρχει ένα άλλο σημείο το οποίο θεωρώ εξαιρετικό. Θυμάστε πως ο Χριστός είπε, «37 Καὶ μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε·» (Κατά Λουκά, κεφ. Στ΄). Αυτός ο κανόνας δεν νομίζω ότι ήταν δημοφιλής στα δικαστήρια των χριστιανικών χωρών. Γνώρισα στην εποχή μου αρκετούς δικαστές που ήταν πολύ σοβαροί χριστιανοί και κανείς εξ αυτών δεν ένιωσε να κάνει κάτι αντίθετο με τις χριστιανικές αρχές. Έπειτα ο Χριστός είπε, «30 παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει» (Κατά Λουκά, κεφ. Στ΄).

Αυτός είναι ένας πολύ καλός κανόνας. Ο πρόεδρος σάς υπενθύμισε ότι δεν είμαστε εδώ για να συζητήσουμε για πολιτική, αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι τελευταίες γενικές εκλογές κρίθηκαν από το πόσο επιθυμητό ήταν το να «ἀπαιτείς τὰ σὰ τοῦ αἴροντος», ώστε κανείς να μπορεί να υποθέσει, ότι οι φιλελεύθεροι κι οι συντηρητικοί αυτής της χώρας αποτελούνται από ανθρώπους που δεν συμφωνούν με τη διδασκαλία του Χριστού, διότι βεβαίως απομακρύνθηκαν με έμφαση σ’ αυτή την περίπτωση.
Έπειτα υπάρχει ακόμη μια εντολή του Χριστού που νομίζω έχει πολύ ενδιαφέρον, μα δε νομίζω ότι είναι πολύ δημοφιλείς ανάμεσα στους χριστιανούς φίλους. Λέει:

«21 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς...» (Κατά Ματθαίον, κεφ. Ιθ΄).

Αυτή είναι μια εξαιρετική εντολή, αλλά, όπως είπα, δεν εφαρμόζεται αρκετά. Όλα αυτά είναι, νομίζω, καλά γνωμικά, αν κι είναι λίγο δύσκολο να ζήσεις σύμφωνα με αυτά. Δεν επαγγέλλομαι ότι θα ζούσα εγώ σύμφωνα με αυτά· αλλά, εξάλλου, δεν είμαι εγώ αυτός που θα ’πρεπε να τα εφαρμόσει, ενώ δεν είναι ακριβώς το ίδιο για έναν χριστιανό.

Λάθη στην διδασκαλία τού Ιησού

Αποδίδοντας τον έπαινο σ’ αυτά τα γνωμικά, έρχομαι σε ορισμένα σημεία στα οποία δεν πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να αποδώσει τη μέγιστη σοφία ή τη μέγιστη καλοσύνη στον Χριστό όπως αυτή περιγράφεται στα Ευαγγέλια· κι εδώ θα μπορούσα να πω ότι δεν ανησυχεί για το ιστορικό ερώτημα. Ιστορικά, είναι αρκετά αμφίβολο αν ο Χριστός υπήρξε πράγματι, κι αν υπήρξε δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν, προς τούτο δεν με απασχολεί το ιστορικό ερώτημα, που είναι πολύ δύσκολο. Με ενδιαφέρει ο Χριστός όπως εμφανίζεται στα Ευαγγέλια, λαμβάνοντας την ευαγγελική περιγραφή ως αυτή έχει κι εδώ κάποιος βρίσκει ορισμένα πράγματα τα οποία δεν φαίνονται πολύ σοφά. Κατ’ αρχής, αναμφίβολα νόμιζε ότι η Δευτέρα Παρουσία του θα ελάμβανε χώρα σε σύννεφα δόξας προτού τον θάνατο των ανθρώπων που ζούσαν στην εποχή του. Υπάρχουν μια σειρά από κείμενα που το αποδεικνύουν αυτό. Λέει για παράδειγμα:

 «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.» (Ματθαίος, κεφ. Ι΄ )·

κι υπάρχουν αρκετά σημεία όπου είναι ξεκάθαρο ότι πίστευε ότι η Δευτέρα Παρουσία του θα συνέβαινε ενώ ορισμένοι από τους τότε ζώντες δεν θα είχαν πεθάνει. Αυτή ήταν η πίστη των πρώτων του μαθητών κι ήταν η βάση της ηθικής του διδασκαλίας.
Όταν είπε, «34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον» (Ματθαίος, Στ΄), κι άλλα τέτοια, αυτό συνέβαινε διότι πίστευε ότι η Δευτέρα Παρουσία θα έρχονταν πολύ γρήγορα κι όλες οι συνηθισμένες ασχολίες δεν είχαν σημασία.
Έχω, στη πραγματικότητα, γνωρίσει κάποιους χριστιανούς που πίστευαν ότι η Δευτέρα Παρουσία ήταν επικείμενη. Γνώριζα έναν άνθρωπο που τρόμαζε το εκκλησίασμά του τραγικά λέγοντας του ότι η Δευτέρα Παρουσία ήταν πράγματι επικείμενη, αλλά που παρηγορήθηκε (σ.σ.: το εκκλησίασμα) όταν ανακάλυψε πως αυτός φύτευε δένδρα στο κήπο του. Οι πρώτοι χριστιανοί πραγματικά πίστευαν σ’ αυτήν κι απείχαν από τέτοια πράγματα, όπως το φύτεμα των δένδρων στους κήπους τους, γιατί αποδέχθηκαν από τον Χριστό, την πίστη πως η Δευτέρα Παρουσία ήταν επικείμενη. Από αυτή την άποψη δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα σοφός όπως ήταν άλλοι άνθρωποι, και βεβαίως δεν ήταν άνθρωπος ασύγκριτης σοφίας.

Το ηθικό πρόβλημα

Μετά καταλήγεις σε ερωτήσεις περί ηθικής. Υπάρχει ένα πολύ σοβαρό μειονέκτημα στο μυαλό μου για τον ηθικό χαρακτήρα του Ιησού κι αυτό ήταν ότι πίστευε στην Κόλαση. Δεν νιώθω ο ίδιος πως οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι βαθιά ανθρώπινο μπορεί να πιστεύει στην ατέρμονη τιμωρία.
Ο Χριστός σίγουρα όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια πίστευε στην αιώνια τιμωρία και κάποιος βρίσκει επανειλημμένα μια εκδικητική μανία ενάντια σε εκείνους τους ανθρώπους που δεν άκουγαν το κήρυγμά του -μια συμπεριφορά που δεν είναι ασυνήθιστη στους ιερείς, αλλά που μειώνει την υπέρτατη υπεροχή. Για παράδειγμα δεν βρίσκεις αυτή τη συμπεριφορά στον Σωκράτη. Τον βρίσκεις αρκετά ήπιο κι ευγενικό προς τους ανθρώπους που δεν τον άκουγαν· κι είναι, για το μυαλό μου, πολύ πιο άξιο για έναν σοφό να ακολουθήσει εκείνη τη γραμμή, παρά τη γραμμή της αγανάκτησης.
Πιθανόν όλοι θα θυμάστε αυτά που ο Σωκράτης έλεγε, καθώς πέθαινε και για αυτά που γενικότερα έλεγε στους ανθρώπους, που δεν συμφωνούσαν μαζί του.Θα δείτε τον Χριστό στα Ευαγγέλια να λέγει

 «Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;» (Ματθαίος, κεφ. Γ΄ 7).

Αυτό λέγονταν σε εκείνους που δεν άρεσε το κήρυγμα του. Δεν είναι, κατά την άποψή μου, ο καταλληλότερος τόνος κι υπάρχουν πολλά τέτοια γύρω από την Κόλαση. Υπάρχει, φυσικά, το γνωστό κείμενο για το Άγιο Πνεύμα:  

«29 ὃς δ' ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ' ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως» (Κατά Μάρκον, κεφ. Γ΄).

Αυτό το κείμενο προκάλεσε μια απερίγραπτη δυστυχία στον κόσμο, για όλους εκείνους τους ανθρώπους που έπραξαν την αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος και που νόμιζαν ότι δεν θα τους συγχωρηθεί ούτε στον παρόντα ούτε στον επόμενο αιώνα. Πραγματικά δεν νομίζω ότι ένας άνθρωπος με έναν ορθό βαθμό καλοσύνης στη φύση του, θα μπορούσε να βάλει τέτοιου είδους φοβίες και τρόμους στον κόσμο.

Μετά λέει ο Χριστός: «41 ἀποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ συλλέξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν, 42 καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.» (Κατά Ματθαίος, κεφ. Ιγ΄)·

και συνεχίζει για τον κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων. Συνεχίζει στο ένα εδάφιο μετά στο άλλο κι είναι πρόδηλο στον αναγνώστη ότι υπάρχει ενός είδους ευχαρίστηση στην ενατένιση του κλαυθμού και του τριγμού των οδόντων, ειδάλλως δε θα επαναλαμβάνονταν τόσο συχνά. Έπειτα όλοι σας, φυσικά, θα θυμάστε για τα πρόβατα και τα κατσίκια· πως στην Δευτέρα Παρουσία θα μοιράσει τα πρόβατα από τα κατσίκια και θα πει στα κατσίκια:  

«πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον» (Ματθαίος, κεφ. Κε΄).

Συνεχίζει «46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον». 

Μετά ξαναλέει «43 καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν σοί ἐστι κυλλὸν εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, 44 ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται.».

Το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά επίσης. Πρέπει να πω ότι πιστεύω ότι όλο αυτό το δόγμα, της Κόλασης ως τιμωρία για την αμαρτία, είναι ένα απάνθρωπο δόγμα. Είναι ένα δόγμα που έφερε απανθρωπιά στον κόσμο κι έδωσε στον κόσμο γενιές από απάνθρωπα βασανιστήρια· κι ο Χριστός των Ευαγγελίων, αν τον λάβεις όπως τα χρονικά τον εξιστορούν, πρέπει βεβαίως να θεωρηθεί μερικά υπεύθυνος γι’ αυτό.
Υπάρχουν άλλα πράγματα μικρότερης σημασίας. Υπάρχει το παράδειγμα των γουρουνιών των Γαδαρηνών, όπου δεν ήταν τόσο καλός προς τα γουρούνια βάζοντας τους δαίμονες μέσα τους και κάνοντάς τα να τρέξουν κάτω στον λόφο και μέσα στη θάλασσα. Πρέπει να θυμηθείτε πως ήταν παντοδύναμος και πως μπορούσε να διώξει απλώς τα δαιμόνια· αλλά διάλεξε να τα στείλει μέσα στα γουρούνια. Μετά υπάρχει η παράξενη ιστορία με τη συκιά που πάντοτε με μπέρδευε. Θα θυμάστε τι έγινε με τη συκιά.  

«12 Καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας ἐπείνασε· 13 καὶ ἰδὼν συκῆν ἀπὸ μακρόθεν ἔχουσαν φύλλα, ἦλθεν εἰ ἄρα τι εὑρήσει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐλθὼν ἐπ' αὐτὴν οὐδὲν εὗρεν εἰ μὴ φύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων. 14 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μηδεὶς καρπὸν φάγοι.» και του είπε ο Πέτρος: «Ραββί, ἴδε ἡ συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται». 

Αυτή είναι μια πολύ παράξενη ιστορία γιατί δεν ήταν η κατάλληλη περίοδος του έτους για σύκα και στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσες να κατηγορήσεις το δέντρο. Δεν νιώθω πως είτε από μεριάς σοφίας είτε από μεριάς αρετής ο Χριστός στέκεται τόσο ψηλά όσο μερικοί άλλοι άνθρωποι γνωστοί από την Ιστορία. Πιστεύω πως πρέπει να βάλω τον Βούδα και τον Σωκράτη πάνω από αυτόν, υπό από αυτές τις απόψεις.

Ο συναισθηματικός παράγοντας

Όπως είπα προηγουμένως, δεν νομίζω ότι ο πραγματικός λόγος που ο κόσμος δέχεται τη θρησκεία δεν έχει να κάνει με την επιχειρηματολογία. Αποδέχεται τη θρησκεία συναισθηματικά. Συχνά λέγεται πως είναι ένα πολύ κακό πράγμα η επίθεση κατά της θρησκείας, επειδή η θρησκεία κάνει τους ανθρώπους ενάρετους. Έτσι μου λένε, δεν το παρατήρησα.
Γνωρίζετε, φυσικά, την παρωδία αυτού του επιχειρήματος στο βιβλίο του Σαμουήλ Μπάτλερ, «Erewhom Revisited». Θα θυμάστε ότι στο «Erewhom» υπάρχει κάποιος Χιγκς που φτάνει σε μια απόμακρη χώρα, και μετά από κάποιο διάστημα παραμονής του εκεί το σκάει μ’ ένα αερόστατο. Μετά από 20 χρόνια επιστρέφει σ’ εκείνη τη χώρα και βρίσκει μια νέα θρησκεία, όπου αυτός λατρεύεται υπό το όνομα του «Υιού του Ηλίου» κι όπου λέγονταν ότι αναλήφθηκε στους ουρανούς. Μαθαίνει ότι η εορτή της Ανάληψης είναι προ των θυρών και ακούει τους καθηγητές Χάνκι και Πάνκι να λένε πως δεν είδαν ποτέ τον Χίγκς κι ελπίζουν αυτό να μη συμβεί ποτέ, αλλά αυτοί είναι οι ανώτατοι ιερείς της θρησκεία του Υιού του Ηλίου. Είναι πολύ αγανακτισμένος, κατευθύνεται προς αυτούς και λέει: «Θα εκθέσω όλη αυτή την απάτη και θα πω στους ανθρώπους του "Erewhom" ότι εγώ είμαι μόνο, ο άνθρωπος Χιγκς, που πήγα ψηλά με αερόστατο». Του απάντησαν: «Πρέπει να μην το κάνεις γιατί όλη η ηθική αυτής της χώρας είναι συνδεδεμένη με αυτό τον μύθο κι αν μάθουν ότι δεν αναλήφθηκες στους ουρανούς θα γίνουν όλοι τους μοχθηροί»· έτσι πείσθηκε με αυτό κι έφυγε ήσυχα.

Αυτή είναι η ιδέα, ότι όλοι μας θα γίνουμε μοχθηροί αν δεν κρατηθούμε εις τη χριστιανική θρησκεία. Εμένα μου φαίνεται πως οι άνθρωποι που έμειναν σ’ αυτή ήταν κατά την πλειοψηφία τους εξαιρετικά μοχθηροί. Βλέπετε, αυτό το παράξενο γεγονός, του όσο περισσότερο έντονη ήταν η θρησκεία σε μια περίοδο κι όσο βαθύτερο το δογματικό πιστεύω, τόσο περισσότερη ήταν η απανθρωπιά και τόσο χειρότερη η κατάσταση των πραγμάτων.

Στην λεγόμενη εποχή της πίστης, όταν οι άνθρωποι πραγματικά πίστευαν τη χριστιανική θρησκεία σε όλα της την πληρότητα, εκεί ήταν η Ιερά Εξέταση με όλα της τα βασανιστήρια, εκεί ήταν εκατομμύρια άτυχες γυναίκες που κάηκαν ως μάγισσες, κι εκεί βρίσκονταν κάθε είδος απανθρωπιάς που εφαρμόσθηκε σε κάθε είδος ανθρώπου στο όνομα της θρησκείας.

Βρίσκεις καθώς κοιτάς τον κόσμο τριγύρω, ότι κάθε μικρή πρόοδο στα ανθρώπινα συναισθήματα, κάθε πρόοδος στην εγκληματική νομοθεσία, κάθε βήμα προς την μείωση του πολέμου, κάθε βήμα προς την καλύτερη συμπεριφορά προς τους έγχρωμους ή κάθε μετριασμός της δουλείας, κάθε ηθική πρόοδος που πραγματοποιήθηκε στον κόσμο, εναντιώθηκε από τις οργανωμένες εκκλησίες του κόσμου. Το λέγω αρκετά σκόπιμα ότι η χριστιανική θρησκεία, όπως είναι οργανωμένη στις εκκλησίες της, υπήρξε κι ακόμη είναι ο κύριος εχθρός στην ηθική πρόοδο του κόσμου.

Πως οι εκκλησίες καθυστέρησαν την πρόοδο

Ίσως να νομίζετε ότι υπερβάλλω όταν λέω πως οι εκκλησίες καθυστέρησαν την πρόοδο κι εξακολουθούν να το κάνουν, αλλά δεν υπερβάλλω. Πάρτε ένα παράδειγμα. Θα με υποστηρίξετε αν το αναφέρω. Δεν είναι ένα ευχάριστο γεγονός αλλά οι εκκλησίες επιβάλλουν σε κάποιον να αναφέρει γεγονότα που δεν είναι ευχάριστα.

Ας υποθέσουμε ότι σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε σήμερα, ένα άπειρο κορίτσι παντρεύεται ένα συφιλιδικό άνδρα, σ’ αυτή την περίπτωση η Καθολική Εκκλησία λέγει: «Αυτό είναι ένα αδιάλυτο μυστήριο. Πρέπει να μείνετε μαζί για όλη σας τη ζωή» και κανένα είδους βήμα δεν πρέπει να γίνει από εκείνη τη γυναίκα για να προστατευτεί από τη γέννηση ενός συφιλιδικού παιδιού. Αυτό είναι όσα λέει η Καθολική Εκκλησία. Κι υποστηρίζω ότι είναι σατανική απανθρωπιά και κανενός οι φυσικές συμπόνιες, οι οποίες δεν έχουν διαστρεβλωθεί από το δόγμα, ή εκείνοι που η ηθική φύση τους δεν είναι πλήρως νεκρή σε όλα τα είδη πόνου, μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι σωστό και κατάλληλο να παραμείνει εκείνη η κατάσταση ως έχει. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα.
Υπάρχουν πολλά πράγματα αυτή τη στιγμή στα οποία η Εκκλησία, με το πείσμα της  καλεί τις δικές της επιλογές ηθικής, επιφέρει πάνω σε όλα τα είδη ανθρώπων άδικη και μη απαραίτητη δυστυχία. Και φυσικά, όπως γνωρίζουμε, είναι αντίπαλος κατά ένα μεγάλο μέρος  στην πρόοδο και στην καλυτέρευση όλων εκείνων των οδών, που μειώνουν τη δυστυχία στον κόσμο, επειδή διάλεξε να βαπτίσει ως ηθική ένα σχετικά στενό σύνολο κανόνων συμπεριφοράς, που δεν έχουν καμία σχέση με την ανθρώπινη ευτυχία και όταν λες, πρέπει να γίνουν εκείνο ή το άλλο, διότι κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους, νομίζουν πως δεν έχει καμία σχέση με τα πράγματα. Τί σχέση έχει η ανθρώπινη ευτυχία με την ηθική; Ο σκοπός της ηθικής δεν είναι να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους.

Ο φόβος, θεμέλιο της θρησκείας

Η θρησκεία στηρίζεται, πιστεύω, πρωταρχικά και κυρίως στον φόβο. Είναι κατά μέρος ο φόβος για το άγνωστο και μερικά, όπως έχω πει, η ευχή να νιώθει κανείς ότι έχει ένα είδος μεγαλύτερου αδελφού που του συμπαραστέκεται σε όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες.
Ο φόβος είναι η βάση όλου του πράγματος, φόβος για το μυστήριο, φόβος για την ήττα, φόβος για τον θάνατο. Ο φόβος είναι ο συγγενής της απανθρωπιάς, και γι’ αυτό το λόγο δεν είναι θαύμα που η απανθρωπιά κι η θρησκεία πάνε χέρι χέρι. Είναι γιατί ο φόβος είναι η βάση και για τα δύο αυτά πράγματα. Σε αυτόν τον κόσμο μπορούμε τώρα να αρχίσουμε λιγάκι να καταλαβαίνουμε τα πράγματα και  να τα ελέγχουμε λίγο  με τη βοήθεια της επιστήμης, που εκβίασε το δρόμο της βήμα βήμα κατά της χριστιανικής θρησκείας, ενάντια στις εκκλησίες κι ενάντια στην αντίθεση όλων των παλαιών παραινέσεων. Η επιστήμη μπορεί να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε αυτό το δειλό φόβο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος έζησε για τόσες γενιές. Η επιστήμη μπορεί να μας διδάξει, και νομίζω πως κι οι καρδιές μπορούν να μας διδάξουν, να μη ψάχνουμε γύρω μας για φανταστικά στηρίγματα, να μην εφευρίσκουμε εξωγήινους στους ουρανούς, αλλά αντίθετα να κοιτάξουμε τις δικές μας προσπάθειες εδώ κάτω και να φτιάξουμε αυτόν τον κόσμο κατάλληλο να μένουμε ενάντια στο είδος του κόσμου που οι εκκλησίες σε όλους τους αιώνες έφτιαξαν.

Τι πρέπει να κάνουμε

Θέλουμε να σταθούμε πάνω στα δικά μας πόδια και να δούμε δίκαια και τετράγωνα τον κόσμο, τα καλά του, τα κακά του, τις ομορφιές του και τις ασχήμιες του, να δούμε τον κόσμο όπως είναι και να μην το φοβόμαστε. Να κατακτήσουμε τον κόσμο με την λογική κι όχι απλώς επειδή σκλαβωθήκαμε υποδουλωμένοι στον τρόμο που έρχεται από αυτόν.
Η όλη σύλληψη του Θεού είναι μια ιδέα που προέρχεται από τις αρχαίες ανατολικές δεσποτείες. Είναι μια ιδέα εντελώς ανάξια του ελεύθερου ανθρώπου. Όταν ακούς στην Εκκλησία ανθρώπους να εξευτελίζουν τους εαυτούς τους και να λένε ότι είναι δυστυχείς αμαρτωλοί, κι όλα τα υπόλοιπα, μοιάζει άξιο περιφρονήσεως κι ανάξιο της αυτοεκτίμησης ανθρωπίνων πλασμάτων.
Πρέπει να σταθούμε και να δούμε τον κόσμο ειλικρινά στο πρόσωπο. Πρέπει να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για τον κόσμο, κι αν δεν είναι τόσο καλό όσο ελπίζουμε, όπως και να έχει θα εξακολουθεί να είναι καλύτερος από ότι όλοι οι άλλοι έπραξαν όλες τις άλλες εποχές.

Ένας καλός κόσμος χρειάζεται γνώση, καλοσύνη και κουράγιο. Δεν χρειάζεται λαχτάρα μετάνοιας για το παρελθόν ή τα δεσμά της ελεύθερης λογικής από τα λόγια που εκστομίστηκαν πολύ παλιά από αμόρφωτους ανθρώπους. Χρειάζεται μια άφοβη προοπτική και μια ελεύθερη νοημοσύνη. Χρειάζεται ελπίδα για το μέλλον, χωρίς να κοιτάμε πίσω σε ένα παρελθόν που έχει πεθάνει, ότι εμπιστευόμαστε θα προσπεραστεί από το μέλλον που η νοημοσύνη μας μπορεί να δημιουργήσει.


Σημειώσεις

 Το εισαγωγικό σημείωμα είναι από την αυτοβιογραφία του Μπέρτραντ Ράσσελ, που έγραψε το 1956

*Αυτή ήταν ουσιαστικά και η ιδέα της επιχειρηματολογίας του μεγάλου Άγγλου διανοητή και φιλοσόφου Bertrand Russell, προδρόμου της αναλυτικής φιλοσοφίας, όταν σε μια ομιλία  του στις 6 Μαρτίου 1927 στο Battersea Town Hall του Λονδίνου, εκλήθη να εξηγήσει στο ακροατήριο γιατί δεν ήταν χριστιανός.

** Bertrand Russell: «Κείμενα για τη θρησκεία». Επιμέλεια - επιλογή κειμένων: Louis Greenspan και Stefan Andersson. Μετάφραση: Αρης Μπερλής. Εκδόσεις «Scripta», Αθήνα 2006, σελ. 346.

 *** Τί κάναμε για την ειρήνη,1967- Επιστολή στην εφημερίδα «Independent», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 1/3/2003



Πηγές

Γιάννης Μοσχονάς, Μεγάλοι Μαθηματικοί
Why I am not a Christian”, pdf
Στέλιος Φραγκόπουλος, Οι σημαντικότεροι άνθρωποι
Τα πάθη της ζωής μου – Μπέρτραντ Ράσσελ, Γυμνάσιο Πάργας
CND August 1959, Campaign for Nuclear Disarmament Bulletin
 The Bertrand Russell Gallery
Αγνωστικισμός, Wikipedia
Τί κάναμε για την ειρήνη, ΤΕΙ Αθήνας





Έργογραφία στα Ελληνικά

  • Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, εκδ. Αρσενίδης
  • Στις συμπληγάδες των ιδεών, εκδ. Αρσενίδης, 1963
  • Η επιστήμη και ο άνθρωπος, εκδ. Αρσενίδης, 1963
  • Έχει μέλλον ο άνθρωπος;, εκδ. Αρσενίδης, 1963
  • Η αξία της ελεύθερης σκέψης, εκδ. Αρσενίδης, 1963
  • Το μέλλον της ανθρωπότητας, εκδ. Αρσενίδης, 1963
  • Μετά τη Γνώση, εκδ. Αρσενίδης, 1963
  • Η κατάκτηση της ευτυχίας, εκδ. Επίκουρος, 1975
  • Η εκπαίδευση του παιδιού, εκδ. Ζαχαρόπουλος Σ.Ι., 1977
  • Εκπαίδευση και κοινωνική τάξη, εκδ. Ζαχαρόπουλος Σ.Ι.,1980
  • Αντιδημοφιλή δοκίμια, εκδ. Ζαχαρόπουλος Σ.Ι., 1980
  • Αντιρρήσεις στην Αστρολογία (συμμετοχή), εκδ. Σύναλμα, 1998
  • Η θεωρία των τύπων, εκδ. Στάχυ, 2000
  • Ισχύς, Μια νέα κοινωνική ανάλυση, εκδ. Ευρασία, 2001
  • Κείμενα για τη Θρησκεία, εκδ. Scripta, 2006
  • Η φιλοσοφική μου εξέλιξη, εκδ. Αρσενίδης, 2007
  • Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας, εκδ. Αρσενίδης, 2008
Δείτε επίσης

(2010)     Ανατροφή και εκπαίδευση των παιδιών, Αρσενίδης
(2010)     Μετά τη γνώση, Ημερησία
(2008)     Τα προβλήματα της φιλοσοφίας, Αρσενίδης
(2007)     Η φιλοσοφική μου εξέλιξη, Αρσενίδης
(2006)     Κείμενα για τη θρησκεία, Scripta
(2001)     Ισχύς, Ευρασία
(2000)     Η θεωρία των τύπων, Στάχυ
(1985)     Ανατροφή και εκπαίδευση των παιδιών, Αρσενίδης
(1980)     Αντιδημοφιλή δοκίμια, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1980)     Εκπαίδευση και κοινωνική τάξη, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1977)     Έχει μέλλον ο άνθρωπος;, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1977)     Η εκπαίδευση του παιδιού, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1975)     Επιστήμη και κοινωνία, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1975)     Η εξουσία και το άτομο, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1975)     Η κατάκτηση της ευτυχίας, Επίκουρος
(1975)     Πολιτικά ιδεώδη, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1963)     Έχει μέλλον ο άνθρωπος;, Αρσενίδης
(1963)     Η αξία της ελεύθερης σκέψης, Αρσενίδης
(1963)     Η επιστήμη και ο άνθρωπος, Αρσενίδης
(1963)     Μετά τη γνώση, Αρσενίδης
(1963)     Στις συμπληγάδες των ιδεών, Αρσενίδης
(1963)     Τι πιστεύω, Αρσενίδης
(1963)     Το μέλλον της ανθρωπότητας, Αρσενίδης
    Γάμος και ηθική, Αρσενίδης

    Η κατάκτηση της ευτυχίας, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: από την Αναγέννηση στο Χιούμ, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Από το Ρουσσώ ως σήμερα, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η αρχαία φιλοσοφία μετά τον Αριστοτέλη, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η αρχαία φιλοσοφία, η καθολική φιλοσοφία, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Η καθολική φιλοσοφία, η νεότερη φιλοσοφία, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι Πατέρες και η συμβολή τους στη διερεύνηση του προβλήματος της υπάρξεως, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι προσωκρατικοί, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: οι σχολαστικοί, Αρσενίδης
    Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας: Σωκράτης, Πλάτων και Αριστοτέλης, Αρσενίδης
    Τα προβλήματα της φιλοσοφίας, Αρσενίδης

Δείτε αναλυτικά στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ,  βιβλιοΝΕΤ 


Selected bibliography, Wikipedia

Books about Russell's philosophy

Bertrand Russell: Critical Assessments, edited by A. D. Irvine, 4 volumes, London: Routledge, 1999. Consists of essays on Russell's work by many distinguished philosophers.
    Bertrand Russell, by John Slater, Bristol: Thoemmes Press, 1994.
    Bertrand Russell's Ethics. by Michael K. Potter, Bristol: Thoemmes Continuum, 2006. A clear and accessible explanation of Russell's moral philosophy.
    The Philosophy of Bertrand Russell, edited by P.A. Schilpp, Evanston and Chicago: Northwestern University, 1944.
    Russell, by A. J. Ayer, London: Fontana, 1972. ISBN 0-00-632965-9. A lucid summary exposition of Russell's thought.
    The Lost Cause: Causation and the Mind-Body Problem, by Celia Green. Oxford: Oxford Forum, 2003. ISBN 0-9536772-1-4 Contains a sympathetic analysis of Russell's views on causality.
    Russell's Idealist Apprenticeship, by Nicholas Griffin. Oxford: Oxford University Press, 1991.
    Bertrand Russell’s Theory of Knowledge, by Elizabeth Ramsden Eames. London: George Allen and Unwin, 1969. A clear description of Russell’s philosophical development.

Biographical books

    Bertrand Russell: Philosopher and Humanist, by John Lewis (1968)
    Bertrand Russell, by A. J. Ayer (1972), reprint ed. 1988: ISBN 0-226-03343-0
    My father Bertrand Russell, by Katharine Tait (1975)
    The Life of Bertrand Russell, by Ronald W. Clark (1975) ISBN 0-394-49059-2
    Bertrand Russell and His World, by Ronald W. Clark (1981) ISBN 0-500-13070-1
    Bertrand Russell: Mathematics: Dreams and Nightmares by Ray Monk (1997) ISBN 0-7538-0190-6
    Bertrand Russell: 1872–1920 The Spirit of Solitude by Ray Monk (1997) ISBN 0-09-973131-2
    Bertrand Russell: 1921–1970 The Ghost of Madness by Ray Monk (2001) ISBN 0-09-927275-X
    Logicomix: An Epic Search for Truth by Apostolos Doxiadis, and Christos Papadimitriou (2009)
    'Bertrand Russell', by George Santayana in Selected Writings of George Santayana, ed. Norman Henfrey, Cambridge : Cambridge University Press, I, 1968 : 326–9
    Bertrand Russell The Passionate Sceptic by Alan Wood, London: George Allen and Unwin, 1957. Russell had a good opinion of this author
Russell Remembered by Rupert Crawshay-Williams, London: Oxford University Press, 1970. Written by a close friend of Russell's



Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν την πηγγή σεβόμενοι την προσωπική εργασία και τον κόπο που απαιτείται. Να μην παραλείπονται επίσης οι πηγές και η σχετική βιβλιογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου