Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Τιενανμέν 1989: Η εξέγερση των φοιτητών

Στις 13 Μαΐου του 1989, δύο μέρες πριν την πολυαναμενόμενη επίσκεψη του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Mikhail Gorbachev στην Κίνα, οι φοιτητές που διαδήλωναν στην πλατεία Tiananmen της κινεζικής πρωτεύουσας από τις 18 Απριλίου, αποφάσισαν την έναρξη απεργίας πείνας, με αίτημα την απόσυρση των κυβερνητικών κατηγοριών κατά της αρχισυνταξίας της εφημερίδας Καθημερινή του Λαού και την έναρξη συνομιλιών με τους εκπροσώπους των φοιτητών.


Τους εκατοντάδες φοιτητές ακολούθησαν σε απεργία πείνας χιλιάδες άλλοι διαμαρτυρόμενοι φοιτητές και μέρος του πληθυσμού του Πεκίνου για μία εβδομάδα. Η απόφαση για έναρξη απεργίας πείνας ήταν καθοριστική στον αγώνα που ξεκίνησαν σχεδόν ένα μήνα νωρίτερα, απαιτώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στην Κίνα. Με την απεργία πείνας, το κίνημα προσέλκυσε τη συμπάθεια εκατοντάδων χιλιάδων άλλων ατόμων σε ολόκληρη τη χώρα αλλά και θορύβησε την ηγεσία του κινεζικού Κομουνιστικού Κόμματος.

Παρά την λαϊκή υποστήριξη και τη μεγάλη συμμετοχή, το κίνημα στην πλατεία καταπνίγηκε Tiananmen στο αίμα, στις 4 Ιουνίου, όταν ο στρατός άνοιξε πυρ κατά των χιλιάδων διαδηλωτών, σκοτώνοντας 2.400 άτομα, σύμφωνα με τον Ερυθρό Σταυρό της Κίνας, ή 241 σύμφωνα με τις Αρχές.

Τη δεκαετία του ’80, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τα κομουνιστικά κράτη. Το φάντασμα της Περεστρόικα, του «εκσυγχρονισμού» των κομουνιστικών κρατών στα δυτικά πρότυπα. Βασικός εκφραστής αυτής της πολιτικής σκέψης ήταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης από το 1985, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Αυτός ο δυτικού τύπου «εκσυγχρονισμός» εξελίσσεται με βάση τη «θεωρία του ντόμινο». Ο κομουνιστικός κόσμος τίθεται αναπόφευκτα σε

σύγκριση με τον καπιταλισμό της αφθονίας υλικών αγαθών και των, εν μέρει, πολιτικών ελευθεριών. Οι κοινωνικές αναταράξεις στα κομουνιστικά κράτη ταυτίζονται συχνά με την αντεπανάσταση. Η κομουνιστική Κίνα δεν θα μπορούσε να απέχει από αυτή την πραγματικότητα της δεκαετίας του ’80. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις φαντάζουν επιτακτικές και ο Ζάο Ζιγιάνγκ πρωθυπουργός και Γενικός Γραμματέας του ΚΚΚ είναι το πρόσωπο που ταυτίζεται με τον εκσυγχρονισμό. Στο πλευρό του τάσσεται όλο το κομουνιστικό κόμμα με την προϋπόθεση να μην υπάρξει αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος.

Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής έχει δημιουργήσει μεγάλες οικονομικές αντιθέσεις και ανέχεια στο κινεζικό λαό. Αυτό όμως δεν αποτελεί το βασικό πρόβλημα. Ο λαός και κυρίως ο ασυμβίβαστος φοιτητικός κόσμος ασφυκτιούσε από την έλλειψη δημοκρατικών θεσμών και την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά κατέβηκαν να διεκδικήσουν οι φοιτητές  και ήταν αποφασισμένοι να τα αποκτήσουν.
Όλα ξεκίνησαν στις 15 Απριλίου του 1989 στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου. Στο σύμβολο του Μαοϊκού καθεστώτος. Στη «πύλη της ουράνιας Γαλήνης»


Το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο πριν την εξέγερση του 1989

1976: Η άνοδος των "εκσυγχρονιστών"


Ως επακόλουθο της Πολιτιστικής Επανάστασης η άρχουσα τάξη αντιμετώπισε δυο θεμελιώδη προβλήματα. Και τα δυο έθεταν υπό αμφισβήτηση την στρατηγική του Μάο για την ανάπτυξη της κινέζικης οικονομίας.
Το πρώτο ήταν το καθήκον για το ξαναχτίσιμο του κόμματος και της κρατικής μηχανής. Η αποκατά- σταση της θρυμματισμένης εμπιστοσύνης μέσα στην στρατιά των κατωτέρων αξιωματούχων που στελέχωναν τους δυο αυτούς μηχανισμούς ήταν ένα δύσκολο έργο.
Η στρατηγική του Μάο που μέχρι τότε ήταν να τους κρατάει σε ετοιμότητα μέσα από ένα πρόγραμμα από διαρκείς - και αντιφατικές- καμπάνιες θα απέβαινε σίγουρα αντιπαραγωγική. Αυτό που ήθελαν οι αξιωματούχοι που επέστρεφαν στα γραφεία τους ήταν ειρήνη και ησυχία και μια ηγεσία στο Πεκίνο που θα ήξερε τι της γίνεται τουλάχιστον για τα επόμενα δυο χρόνια.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν η οικονομία. Σε πολλούς γραφεικράτες ήταν προφανές ότι χρειαζόταν μια μεγάλη περίοδος φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής για να διορθωθεί απλά και μόνο η ζημιά που είχε γίνει τα λίγα τελευταία χρόνια, όπως ακριβώς είχε γίνει μετά από το "Μεγάλο Αλμα". Για ένα τμήμα της άρχουσας τάξης, το τμήμα που αντιπροσωπευόταν στην αρχή από τον Τσου Εν Λάι και μετά από τον Ντενγκ Ξιάο Πινγκ - αυτό που χρειαζόταν ήταν μια βαθύτερη αμφισβήτηση της ορθοδοξίας.

Ενα από τα σημαντικότερα θύματα της Πολιτιστικής Επανάστασης ήταν η κινέζικη επιστήμη και η τεχνολογία. Για τέσσερα χρόνια ούτε ένας φοιτητής δεν είχε αποφοιτήσει, ενώ οι περισσότεροι κινέζοι επιστήμονες είχαν περάσει εκείνα τα χρόνια καθαρίζοντας χοιροστάσια ή φυτεύοντας ρύζι. Η στρατηγική του Μάο να φτάσουν στα επίπεδα της διεθνούς οικονομίας με μια ανάπτυξη στα πλαίσια της "κλειστής οικονομίας" φαινόταν τώρα ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Ακόμη περισσότερο, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στη δεκαετία του '70 και την πραγματική απειλή για ένοπλη σύρραξη με την ΕΣΣΔ (η στρατιωτική ένταση στα βόρεια σύνορα αυξανόταν συνέχεια με σταθερό ρυθμό από τις συγκρούσεις του Μαρτίου του '69 και μετά), η πίεση για ανταγωνιστικότητα έγινε μεγαλύτερη από ποτέ. Τώρα ο Τσου Εν Λάϊ υποστήριζε ότι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν άνοιγαν οι πόρτες της οικονομίας στον Δυτικό καπιταλισμό, ειδικά στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία για να αποκτήσουν εξελιγμένα μηχανήματα και τεχνολογία. Μια τέτοια στρατηγική ήταν σίγουρο ότι θα ξεσήκωνε την αντίδραση αυτών που είχαν κυριαρχήσει στην εξουσία κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης.


Πάνω από όλες τις πτέρυγες στεκόταν η αινιγματική και προσωπικότητα του Μάο, που ήταν πια αρκετά γέρος, ικανός όμως ακόμη να βάζει την μια πτέρυγα να τσακώνεται με την άλλη, ώστε να μεγιστοποιεί τη δική του δύναμη. Ηταν φανερό στους αντιπάλους του, ότι ο Μάο δεν είχε καμιά συγκεκριμένη στρατηγική για την δεκαετία του '70. Ηταν όμως επίσης φανερό ότι καμμία πτέρυγα δεν θα μπορούσε να επιβάλει την θελησή της πάνω σ'ολόκληρη την άρχουσα τάξη πριν το θανατό του.
Τα επόμενα έξι χρόνια εμφανίζονται και αναπτύσσονται μια σειρά από εξαιρετικά σύνθετες και βίαιες φραξιονιστικές διαμάχες, καθώς η κάθε ομάδα μηχανορραφούσε προκειμένου να πετύχει έστω και μια προσωρινή επικράτηση πάνω στις άλλες. Ο Λιν Πιάο, ο εκλεκτός του Μάο για την διαδοχή, δολοφονήθηκε μαζί με τα μέλη της οικογενείας του. Ο Ντενγκ Ξιάο Πινγκ ανέβηκε στην εξουσία, έχασε τη θέση του και αναρριχήθηκε ξανά.
Τελικά το αποφασιστικό σπάσιμο αυτής της αλυσίδας ήρθε, όχι μέσα από την άρχουσα τάξη, αλλά από μια εξέγερση στους δρόμους, που ήταν η πιο σημαντική πρόκληση για το καθεστώς από την εγκαθίδρυσή του: από τις συγκρούσεις της Τιενανμέν τον Απρίλιο του '76: μόνο στο Πεκίνο, πάνω από 100.000 άνθρωποι πήραν μέρος σε άγριες μάχες με την αστυνομία, την πολιτοφυλακή και το στρατό.



Τιενανμέν 1976

Τον Απρίλιο του 1976,  200.000 άνθρωποι, στην πλειοψηφία τους φοιτητές, γιόρτασαν την «Ημέρα των νεκρών» με μια μεγάλη συγκέντρωση στην πλατεία της «Ουράνιας Γαλήνης», Τιεν Αν Μεν, προς τιμήν του πρωθυπουργού Τσου Εν Λάι, που είχε αποβιώσει τον Γενάρη του ίδιου έτους. Σε αντίθεση με την παράδοση, που θέλει τους ζωντανούς να αφήνουν μηνύματα και ποιήματα στους τάφους των αγαπημένων τους, τα μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας επέλεξαν μία διαφορετική εκδοχή του αρχαίου κινέζικου εθίμου της «Ημέρας των νεκρών», αφήνοντας επαναστατικά τετράστιχα όχι στα νεκροταφεία, αλλά στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου.

Ο σπινθήρας των συγκρούσεων άναψε όταν η αστυνομία απομάκρυνε από τη θέση τους τα στεφάνια που είχαν τοποθετηθεί στο μνημείο της πλατείας Τιενανμέν και είχαν τοποθετηθεί εκεί στη μνήμη του Τσου Εν Λάι. Ο Τσου Εν Λάι, που είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο, θεωρείτο ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να μετριάσει τις υπερβολές του Μάο.
 Η συγκέντρωση εξελίχθηκε γρήγορα σε διαδήλωση διαμαρτυρίας, όταν φοιτητές του Πανεπιστημίου Ξένων Γλωσσών του Πεκίνου άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα και να αφήνουν ποιήματα με «αντεπαναστατικό» περιεχόμενο και έντονη κριτική κατά της συζύγου του προέδρου Μάο.Τα μηνύματα αυτά έμειναν στην ιστορία ως τα «Ποιήματα της Τιεν Αν Μεν».

Αντιγράφοντας ποιήματα
4 Απριλίου 1976
 
Οταν η αστυνομία όρμησε για να διαλύσει τα πλήθη που είχαν μαζευτεί και απαιτούσαν να μπουν ξανά τα στεφάνια στη θέση τους, ξέσπασε η σύγκρουση. Γρήγορα απλώθηκε σ'όλη την πλατεία. Οι συγκρούσεις κράτησαν ολόκληρη τη μέρα. Κάηκαν περιπολικά και αστυνομικά τμήματα. Οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν καθώς δέχονταν καταιγισμό από πέτρες, ενώ

καταστράφηκαν και σταθμοί της πολιτοφυλακής. Σταμάτησαν μόνο αργά τη νύχτα πια, όταν εκατοντάδες άνθρωποι, οι οποίοι παρέμεναν στην πλατεία, ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου από την αστυνομία, που τελικά "αποκατέστησε την τάξη". Παρόμοιες εξεγέρσεις αναφέρθηκαν στις πόλεις Χανγκξού, Νανίνγκ, Τσενγκζού, Κουνμίνγκ και Κουιγιάνγκ καθώς και στις επαρχίες Ανχούι και Κουανγκξί .
Οι συγκρούσεις του Πεκίνου έγιναν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το περιχαρακωμένο κομμάτι της πόλης όπου ζούσαν οι ανώτατοι γραφειοκράτες και όπου ο Μάο βρισκόταν στο κρεββάτι ετοιμοθάνατος. Ενωσαν τις γραμμές τους αμέσως ενάντια σ'αυτή την απειλή που ερχόταν από τους δρόμους. Ο Ντενγκ Ξιάο Πινγκ θεωρήθηκε υπεύθυνος για τις εξεγέρσεις και αυτόματα έπεσε σε δυσμένεια. Ξέσπασε ένα μαζικό κύμα καταστολής και περισσότεροι από 120.000 συνελήφθησαν στο Πεκίνο μόνο.
Αλλά η αποπομπή του Ντενγκ κράτησε πολύ λίγο. Ανεξάρτητα από το αν είχε σχεδιάσει τις συγκρούσεις, ήταν φανερό ότι γίνονταν μαζικές διαδηλώσεις υποστήριξής του και ενάντια στους υποστηρικτές του Μάο, της ομάδας δηλαδή που έγινε γνωστή σαν "Συμμορία των Τεσσάρων" . Το συμπέρασμα που έβγαλαν οι περισσότεροι γραφειοκράτες ήταν ότι η "Συμμορία" έπρεπε να φύγει από την εξουσία. Οντας, τελείως αντιπαθείς ακόμη και ανάμεσα στους πιο σκληροπυρηνικούς οπαδούς του Μάο (που ήξεραν ν'αναγνωρίζουν ένα πλοίο που βυθίζεται), οι τέσσερις της "Συμμορίας" γαντζώθηκαν στην εξουσία μόνο χάρη στην υποστήριξη του Μάο. Μα το Σεπτέμβριο του '76 ο Μάο πέθανε.

''διώξτε την συμμορία των τεσσάρων''
4 Απριλίου 1976
Ενα μήνα μετά η "Συμμορία" συνελήφθη υπό την απειλή των όπλων και ακολούθησαν οι καθιερωμένες πια αποκηρύξεις: ότι ήταν για χρόνια πράκτορες του Δυτικού ιμπεριαλισμού, άσπονδοι εχθροί του Μάο και συνωμοτούσαν ενάντια σε αυτά για τα οποία ο ίδιος αγωνίστηκε και ακόμη ότι ήταν υπεύθυνοι για όλα τα εγκλήματα της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός που είχαν χτίσει κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης και τον οποίο είχαν χρησιμοποιήσει με τόση επιτυχία ενάντια στους εχθρούς τους, τώρα έστρεφε ακριβώς τον ίδιο χείμαρρο από βρισιές και ψέμματα ενάντια στους ίδιους.
Οπως παραδέχτηκε ένας Καναδός μαοϊκός που ήταν ήταν αντίθετος με την "Συμμορία των 4":

"...η επίσημη εφημερίδα του κόμματος, η Λαϊκή Ημερήσια χρησιμοποίησε την ίδια γλώσσα για να περιγράψει τους Τέσσερις και τα εγκλήματά τους σαν κι αυτή που είχε χρησιμοποιήσει για να καταδικάσει το Ντενγκ Ξιάο Πινγκ μερικούς μήνες νωρίτερα. Δεν θα έπεφτε έξω κάποιος, αν διαπίστωνε ότι μερικές φορές τα άρθρα είχαν απλώς ξαναγραφεί με τις κατάλληλες αλλαγές στα ονόματα για να ταιριάζουν με τις νέες περιστάσεις".

Με τον Μάο νεκρό και τους κοντινούς του υποστηρικτές στη φυλακή, το πεδίο ήταν ελεύθερο για την "εκσυγχρονιστική" πτέρυγα της άρχουσας τάξης, υπό την ηγεσία του Ντενγκ Ξιάο Πινγκ, για να επιβάλει την κυριαρχία της μέσα στην άρχουσα τάξη ως σύνολο. Ηδη από το 1978 ο Ντενγκ είχε κάμψει και την υπόλοιπη αντιπολίτευση και έβαλε πλώρη για τη συστηματική αποδιάρθρωση της μαοϊκής οικονομικής στρατηγικής. Η κλειστή οικονομία θα έδινε τη θέση της σε ένα άνοιγμα στο δυτικό και γιαπωνέζικο καπιταλισμό και ο "σοσιαλισμός της αγοράς" θα γινόταν πλέον ο μόνος στόχος της άρχουσας τάξης για να ξεκολλήσει η Κίνα από τη στασιμότητα και την φτώχεια, που ήταν η κληρονομιά του Μάο.

Μετά τον Μάο 


Μάο και Ντεγκ
Οι "εκσυγχρονιστές" ήρθαν στην εξουσία στα τέλη του '78, κυρίως επειδή καμιά άλλη πτέρυγα δεν είχε να προσφέρει μια συνεπή και συνεκτική στρατηγική στην άρχουσα τάξη. Η ακριβής στιγμή της επικράτησής τους όμως είχε να κάνει με ένα άλλο αντιπολιτευτικό κίνημα στους ανάβλυσε ξανά από τους δρόμους: το κίνημα της "Δημοκρατίας του Τοίχου".

Αυτό το κίνημα στηρίχτηκε σε μικρές ομάδες αντιφρονούντων που συσπειρώθηκαν μετά τις συγκρούσεις του '76. Μερικές απ'αυτές είχαν διασυνδέσεις με παλιότερες ομάδες πρώην ερυθροφρουρών. Επιδίωκαν να κερδίσουν μαζική υποστήριξη μέσα από τη νεολαία που είχε εξοριστεί στην ύπαιθρο την περίοδο 1969-74 και που από το 1977 και μετά είχε αρχίσει να επιστρέφει παράνομα στις πόλεις. Στα τέλη του '78 υπολογιζόταν ότι υπήρχαν 10.000 πρώην εξόριστοι στο Πεκίνο μόνο. Κοιμόντουσαν όπου έβρισκαν και ζούσαν από τη ζητιανιά, τη ληστεία ή την πορνεία.

Οι αγωνιστές του κινήματος δεν είχαν μια πλήρως αναπτυγμένη πολιτική ανάλυση και οι διαφορές μεταξύ τους ήταν μεγάλες - αν και σπάνια εκφράζονταν ανοικτά. Εκτισαν το κίνημα γύρω από μια σειρά βασικά αιτήματα: περισσότερη δημοκρατία, απελευθέρωση και αποκατάσταση όλων αυτών που φυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, απόλυση των υπευθύνων για την κατάπνιξη της εξέγερσης του '76 και τερματισμό της λογοκρισίας. Γι'αυτό υποστήριξαν χωρίς όρους τον Ντενγκ Ξιάο Πινγκ στη διαμάχη του ενάντια στους εναπομείναντες σκληροπυρηνικούς μαοϊκούς.

Αλλά ενώ υποστήριζαν τον Ντενγκ, δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν στην άκρη και να τον περιμένουν. Στις αρχές του 1978 ένας χείμμαρος από εφημερίδες τοίχου εμφανίστηκε στο Πεκίνο και σ'άλλες πόλεις βάζοντας τα αιτήματά τους, που πολλά από αυτά εναρμονίζονταν με την επίθεση που διεξάγανε οι "εκσυγχρονιστές". Μπορεί να ήταν αλήθεια ότι το κίνημα είχε την σιωπηρή τουλάχιστον υποστήριξη από μερικά μέλη της άρχουσας τάξης. Αλλά είναι επίσης αλήθεια, ότι πολλοί από τους αγωνιστές έβλεπαν τα αιτήματά τους σαν τα πρώτα βήματα μόνο ενός πλατύτερου μετασχηματισμού της κινέζικης κοινωνίας.

Στη σύσκεψη της ανώτατης ηγεσίας, που έκανε αποδεκτή την άνοδο των "εκσυγχρονιστών" στην εξουσία, ανακοινώθηκε και μια αλλαγή στην επίσημη άποψη για τις συγκρούσεις του 1976. Τώρα παρουσιάζονταν με θετικό τρόπο σαν μια γνήσια εκδήλωση του λαϊκού μίσους για τη "Συμμορία των Τεσσάρων". Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης φυσικά είχε πολλαπλασιαστεί ο αριθμός των εφημερίδων τοίχου και μετά από την ανακοίνωση οι αγωνιστές άρχισαν να συγκεντρώνονται ανοιχτά σε μια περιοχή του δυτικού Πεκίνου. Ο "Τοίχος της Δημοκρατίας" στο κέντρο αυτής της περιοχής έγινε ο χώρος για ασταμάτητες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις πάνω στη πολιτική, την τέχνη και τον πολιτισμό.

Η ελευθερία του να μιλάς χωρίς το φόβο της σύλληψης, η δίψα για ιδέες και η ανάγκη να ειπωθεί η αλήθεια για τα δέκα προηγούμενα χρόνια σύντομα έδειξε, ότι οι εφημερίδες τοίχου δεν έφταναν σαν μέσο επικοινωνίας. Την άνοιξη του '79 δεκάδες έντυπα τυπωμένα στο χέρι κυκλοφορούσαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Καθώς το κίνημα αναπτυσσόταν, οι αγωνιστές πέρασαν από τη συζήτηση στη δράση. Οργανώθηκαν διαδηλώσεις που απαιτούσαν να πάρει μέτρα το κράτος, ειδικά πάνω στο θέμα αυτών που είχαν εξοριστεί στην ύπαιθρο. Καθώς οι αρχές αγνόησαν τα αιτήματα, οι διαδηλώσεις μεγάλωναν, γίνονταν πιο μαχητικές και απλώνονταν και σ'άλλες πόλεις έξω από το Πεκίνο.

Η αντίδραση του Ντενγκ Ξιάο Πινγκ ήταν να απαιτήσει να πάψει το κίνημα να "δημιουργεί προβλήματα" και να αυτοπεριοριστεί στη συζήτηση πιο ανώδυνων θεμάτων. Σαν απάντηση, ο Βέι Τζινγκ Σένγκ εκδότης ενός από τα σημαντικότερα περιοδικά του κινήματος, έγραψε:

"Θέλει ο Ντενγκ Ξιάο Πινγκ δημοκρατία; Οχι, δεν θέλει. Είναι απρόθυμος να αντιληφθεί τη δυστυχία του απλού λαού. Θεωρεί την πάλη για δημοκρατικά δικαιώματα σαν πράξεις ταραχοποιών που πρέπει να κατασταλούν. Το να καταφεύγει σε τέτοια μέτρα για να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους που κριτικάρουν την λανθασμένη κοινωνική πολιτική και απαιτούν κοινωνική εξέλιξη, δείχνει ότι η κυβέρνηση φοβάται πάρα πολύ αυτό το λαϊκό κίνημα" .

Δυο βδομάδες αργότερα η κυβέρνηση απέδειξε πόσο δίκιο είχε ο Βέι: Τον συνέλαβε και αυτόν, καθώς και τα άλλα μέλη του κινήματος που πήγαν να ζητήσουν την απελευθέρωσή του. Η καταστολή, παρ'ότι μετριάστηκε κάπως, με δηλώσεις ότι το κίνημα θα γινόταν ανεκτό, αν λειτουργούσε μέσα στα όρια που θα έθετε το ίδιο το κράτος, δυνάμωσε περισσότερο μέσα στο 1979. Για τον Ντενγκ η "Δημοκρατία του Τοίχου" είχε εκπληρώσει το σκοπό της, αλλά ήταν απρόθυμος να χαλάσει το διεθνές του κύρος σως φιλελεύθερος, καταφεύγοντας στην ανοικτή καταστολή τόσο γρήγορα.

Ομως το κίνημα αρνήθηκε να φύγει απ' τη μέση και δεν δέχτηκε να του υπαγορεύουν τον τρόπο δράσης του. Στις αρχές του 1980 όλες οι εφημερίδες τοίχου και τα ανεπίσημα περιοδικά απαγορεύτηκαν. Παρόλα αυτά οι αγωνιστές, όχι μόνο έμαθαν πώς να επιβιώνουν στη παρανομία, αλλά επέκτειναν ακόμη περισσότερο την οργάνωση και την επιρροή τους. Το Σεπτέμβριο του 1980 έγινε στην πόλη Γκουριγκζό μια συνάντηση αντιπροσώπων από περισσότερα από πενήντα παράνομα περιοδικά. Τον επόμενο μήνα έγιναν δυο σημαντικές φοιτητικές διαδηλώσεις. Κάτω από την επίδραση της ανόδου της Αλληλεγγύης στην Πολωνία, κομμάτια του κινήματος στράφηκαν στην οργάνωση των εργοστασιακών εργατών. Φτάνοντας το 1981, υπήρχαν αναφορές για ύπαρξη ανεπίσημων συνδικάτων στις πόλεις Σανγκάη, Βουχάν και Ξιάν. Δεν επρόκειτο να κρατήσουν πολύ. Αρχισαν μεγάλης έκτασης εκκαθαρίσεις, οι οποίες τελικά διέλυσαν το κίνημα το 1983.

Οι διώξεις, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, στρέφονταν ενάντια στον "χουλιγκανισμό", έναν όρο που περιλάμβανε τα πάντα: από οποιασδήποτε μορφής αντιπολίτευση, μέχρι τους κοινούς εγκληματίες. Οι δημόσιες εκτελέσεις και οι μαζικές εκτοπίσεις νεαρών εργατών άρχισαν να πολλαπλαζιάζονται. Μόνο στο Πεκίνο τον Αύγουστο του 1983 γινόταν κατά μέσο όρο μια εκτέλεση τη μέρα. Κανένα στοιχείο δεν έχει δοθεί ποτέ για τον αριθμό των εκτελέσεων σε εθνικό επίπεδο, αλλά σίγουρα πρέπει να έφτασε σε επίπεδο δεκάδων χιλιάδων.

Οι καινούργοι ηγέτες της Κίνας μπορούσαν να διαλύσουν το κίνημα χρησιμοποιώντας φυσική βία, δε μπορούσαν όμως να εξαλείψουν τις συνθήκες της φτώχιας και της απελπισίας που το είχαν γεννήσει. Ούτε μπορούσαν να καταργήσουν τις εσωτερικές διασπάσεις τους, που έδιναν τη δυνατότητα στους αντιπολιτεύομενους να οργανώνονται. Το κίνημα της "Δημοκρατίας του Τοίχου" μπόρεσε να αναπτυχθεί το 1978 εξαιτίας των αντιπαραθέσεων μέσα στην άρχουσα τάξη μεταξύ των "εκσυγχρονιστών" και των οπαδών του Μάο. Το 1981 παρόμοιες αντιπαραθέσεις άνοιγαν και μεταξύ των ίδιων των "εκσυγχρονιστών", καθώς οι αντιφάσεις στην οικονομική πολιτική τους άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια.

Το 1978 οι "εκσυγχρονιστές" ξεκίνησαν ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μετασχηματισμού της κινέζικης οικονομίας με στόχο το διπλασιασμό της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής μέχρι το 2000. Υπήρχαν δυο βασικά στοιχεία σ'αυτή την στρατηγική. Το πρώτο ήταν η μαζική εισαγωγή βιομηχανικών μηχανημάτων και τεχνολογίας, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί γρήγορα το ζήτημα της τεχνολογικής καθυστέρησης της χώρας. Το δεύτερο ήταν μια γενική αναδιοργάνωση της εσωτερικής οικονομίας, με στόχο τη σταθερή ελλάτωση του κρατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή και τις επενδύσεις και τελικά την αντικατάστασή του από την λειτουργία των "δυνάμεων της αγοράς". Μ'αυτό τον τρόπο πίστευαν ότι η οικονομία θα γινόταν πραγματικά ανταγωνιστική σαν σύνολο.

Από τις αρχές του 1980 έπαψαν να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο πρώτο στοιχείο - τις βιομηχανικές εισαγωγές. Ο βασικός λόγος ήταν ότι η άρχουσα τάξη ανακάλυψε πολλές φορές ότι δεν μπορούσε να πληρώσει τις παραγγελίες που είχε κάνει στο εξωτερικό. Το 1979-80, το 1983 και το 1985 έγιναν μεγάλες περικοπές στις αγορές απ'το εξωτερικό. Κάθε γύρος περικοπών άφηνε πίσω του μια σειρά εργοστασίων μισοτελειωμένων και εγκαταλλειμένων. Από την άλλη, αυτό σήμαινε ότι οι Δυτικοί και Γιαπωνέζοι καπιταλιστές άρχισαν να γίνονται όλο και πιο επιφυλλακτικοί απέναντι σε τέτοια σχέδια.

Στο κέντρο της προσοχής μπήκε τώρα η ανάπτυξη του λεγόμενου "σοσιαλισμού της αγοράς". Αναμφίβολα αυτό οδήγησε σε μεγάλες αυξήσεις στην παραγωγή και στους μεγαλύτερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης που επιτεύχθηκαν ποτέ από το 1949.

Παρόλα αυτά, καθώς αυτή η στρατηγική προχώρησε, έγινε φανερό ότι η άρχουσα τάξη απλώς αντικατέστησε ένα σύνολο άλυτων οικονομικών προβλημάτων με ένα άλλο αντίστοιχο.

Αρχικά οι πιο εντυπωσιακές πρόοδοι καταγράφτηκαν στη γεωργία. Κάτω από το σύστημα της "υπευθυνότητας του νοικοκυριού" που πρωτοεφαρμόστηκε το 1978 και που τώρα καλύπτει όλη τη χώρα, τα παλιά κολλεκτιβοποιημένα αγροκτήματα καταργήθηκαν. Στη θέση τους κάθε οικογένεια παίρνει ένα κομμάτι γης, όπου καλλιεργεί οτιδήποτε αυτή επιλέξει. Συνάπτει συμφωνία με το κράτος να παραδίδει ένα ποσοστό υπό μορφή φόρων. Το υπόλοιπο της παραγωγής ανήκει στην οικογένεια, η οποία μπορεί να το καταναλώσει ή να το πουλήσει στην ελεύθερη αγορά.

Το αποτέλεσμα ήταν μια εντυπωσιακή αύξηση και της παραγωγής και της παραγωγικότητας. Από το 1978 εως το 1983 το αγροτικό προϊόν αυξήθηκε πάνω από 60%, ενώ το μέσο εισόδημα υπερδιπλασιάστηκε. Μεγάλο μέρος αυτού του αυξημένου εισοδήματος πήγαινε για την ανάπτυξη αγροτοβιομηχανικών επιχειρήσεων, οι οποίες απασχολούσαν όσους είχαν μείνει χωρίς γη.

Ομως οι αγρότες πλήρωσαν ακριβά τα κέρδη τους. Η πρόθεση του κράτους να μειώσει τα ποσά που το ίδιο έπρεπε να επενδύσει στη γεωργία, σήμαινε ότι τα αυξημένα εισοδήματα έπρεπε να επενδυθούν σε αγροτικά μηχανήματα, αρδευτικά έργα, λιπάσματα κλπ. Το μικρό όμως μέγεθος των περισσότερων οικογενειακών κτημάτων κάνει τέτοιου είδους επενδύσεις τελείως αντιοικονομικές. Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του '80, οργώνεται και σπέρνεται με μηχανικό τρόπο πολύ λιγότερη γη απ'ότι το 1978. Εχει επίσης μειωθεί η χρήση της άρδευσης και των χημικών λιπασμάτων.

Μ'άλλα λόγια η αύξηση του προϊόντος έχει προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από το γεγονός ότι οι αγρότες δούλευαν πολύ σκληρότερα απ'ότι στο παρελθόν. Αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης των αρχών της δεκαετίας του '80 δεν μπορούσαν να διατηρηθούν. Κι ακόμη, επειδή μειώνονταν συνεχώς εκτάσεις αγροτικής γης αφού χρησιμοποιούνταν για βιομηχανικούς λόγους, ήταν αναμενόμενο ότι με στάσιμους τους ρυθμούς ανάπτυξης, το παραγωγικό προϊόν σύντομα θα έπεφτε.

Το κοινωνικό κόστος είναι ακόμη μεγαλύτερο. Στα περισσότερα χωριά δεν υπάρχει κανενός είδους κοινωνική πρόνοια - οι γιατροί έχουν μετατραπεί σε ιδιώτες επιχειρηματίες. Η πτώση του μορφωτικού επιπέδου είναι ιλλιγιώδης, καθώς οι γονείς αναγκάζουν τα παιδιά να σταματήσουν το σχολείο για να δουλέψουν στο οικογενειακό αγρόκτημα. Μέσα σε πέντε χρόνια, από το 1978 ως το 1983 οι εγγραφές μαθητών στα γυμνάσια της υπαίθρου έπεσαν από το 46% στο 30% των παιδιών σχολικής ηλικίας. Και ας μην ξεχνάμε ότι ο αριθμός των εγγραφών είναι ψηλότερος από τον αριθμό αυτών που πραγματικά παρακολουθούν.

Η θέση των γυναικών στην ύπαιθρο έχει επίσης χειροτερέψει. Με το παλιό σύστημα της συλλογικής εργασίας στα αγροκτήματα, παρότι η γυναικεία εργασία αμοιβόταν μόνο στο 80-90% της ανδρικής, οι γυναίκες είχαν τουλάχιστον θεωρητικά ένα εισόδημα που τους εξασφάλιζε ανεξαρτησία (στη πράξη βέβαια ο μισθός της γυναίκας καταβαλόταν στο σύζυγο ή στο μεγαλύτερο γιό). Τώρα ούτε θεωρητικά δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
Τέλος το καινούργιο σύστημα έχει αυξήσει τρομακτικά το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών στα χωριά, επειδή βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη εντατικοποίηση της εργασίας και όχι σε νέες επενδύσεις. Οι περιοχές που επωφελήθηκαν ήταν αυτές που ξεκίνησαν έχοντας ευνοϊκές φυσικές συνθήκες και σχετικά ψηλό επίπεδο επενδεδυμένου κεφαλαίου. Ορισμένα τμήματα των επαρχιών του Ζεγιάνγκ και του Γιανγκσού είναι τώρα από τις πιο ευημερούσες περιοχές της Κίνας, με βιοτικό επίπεδο ψηλότερο κι απ'αυτό που υπάρχει στις πόλεις. Ομως, στις φτωχότερες και πιο καθυστερημένες περιοχές δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα. Αλλά, παρότι είναι γεγονός ότι σε μια φτωχή περιοχή όλοι είναι φτωχοί, το αντίθετο δεν ισχύει. Ακόμη και στις πιο πετυχημένες περιοχές εξακολουθούν να υπάρχουν μάζες χωρικών βουτηγμένες στη φτώχια.

Αυτές οι ανισότητες είναι οι πιο ανησυχητικές για το κράτος, επειδή είναι άμεσα ορατές από τον κόσμο. Η απάντηση της άρχουσας τάξης όμως σ'αυτή τη κατάσταση είναι κυνική. Ενας ανώτερος υπουργός υποστήριξε:

"Το να πετύχεις ευημερία για όλους δεν σημαίνει ότι όλοι ταυτόχρονα θα έχουν ψηλά εισοδήματα ή ότι θα απολαμβάνουν το ίδιο επίπεδο πλούτου. Τα ιστορικά διδάγματα μας λένε ότι η επιδίωξη ίσης ευημερίας για όλους γεννά μόνο ισοπέδωση και φτώχια για όλους."

Η ίδια η επιτυχία όμως του "συστήματος υπευθυνότητας" τους έχει αναγκάσει επανειλλημένα να υπαναχωρήσουν απ'αυτή τους τη στάση. Ακριβώς επειδή έχουν λειτουργήσει οι "δυνάμεις της αγοράς", οι τιμές των τροφίμων στις πόλεις αυξάνονται συνέχεια από το 1978 (με ρυθμό 20% περίπου το χρόνο), με αποτέλεσμα να ασκούν τεράστιες πιέσεις πάνω στους μισθούς. Η άρχουσα τάξη αναγκάστηκε να παραχωρήσει γενικές αυξήσεις μισθών απλώς και μόνο για να παρακολουθήσουν το ρυθμό του πληθωρισμού. Από την άλλη μπορεί να κάνει ελάχιστα ή και τίποτε για να ελέγξει τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, αφού τώρα τα περισσότερα από αυτά πουλιούνται στην ελεύθερη αγορά.

Επιπλέον, η προσφορά σταριού (που ακόμα είναι βασικό στοιχείο διατροφής των Κινέζων) έχει πέσει από το υψηλό επίπεδο που παρουσίασε το 1984. Επειδή οι τιμές των προϊόντων των άλλων καλλιεργειών (ειδικά των "βιομηχανικών" όπως το βαμβάκι, ο καπνός και η γιούτα) είναι μόνιμα ψηλότερες απ'αυτή του σταριού, οι αγρότες έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν την παραγωγή του. Το 1985 το κράτος αναγκάστηκε να εισάγει σύστημα μεγάλων επιδοτήσεων για τους παραγωγούς σταριού, χωρίς επιτυχία όμως, αφού την επόμενη χρονιά η έκταση της γης στην οποία καλλιεργείται σιτάρι μειώθηκε και πάλι σε δέκα επαρχίες. Το πρόβλημα μπορεί να λυθεί μόνο απορροφώντας κι άλλα κονδύλια από τα κρατικά ταμεία, με συνέπεια να μειώνονται τα διαθέσιμα ποσά για βιομηχανικές επενδύσεις. Το άκρο αντίθετο δηλαδή από αυτό στο οποίο υποτίθεται στόχευαν οι μεταρρυθμίσεις στη γεωργία. Αν το βασικό πρόβλημα της γεωργίας ήταν η στασιμότητα, στη βιομηχανία ήταν η υπερβολικά γρήγορη ανάπτυξη. Από τις αρχές της δεκαετίας του '80 επιτράπηκε σε πολλούς διευθυντές εργοστασίων να κρατάνε τα κέρδη τους και στη συνέχεια να τα επενδύουν όπως αυτοί νομίζουν καλύτερα. Το αποτέλεσμα ήταν ένας εντυπωσιακός και σταθερά αυξανόμενος ρυθμός βιομηχανικής ανάπτυξης. Ανάμεσα στο 1983 και το 1985 η αύξηση του προϊόντος ήταν ίση με το συνολικό εθνικό προϊόν της Κορέας εκείνες τις δυο χρονιές.

Αλλά αυτός ο εξωφρενικός ρυθμός ανάπτυξης ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια που είχε προβλέψει ο κρατικός σχεδιασμός, δημιουργώντας έτσι τεράστιες ελλείψεις στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των πρώτων υλών (και εξαιτίας αυτού βέβαια και τεράστιες σπατάλες). Το έλλειμα του ισοζυγίου πληρωμών έφτασε στα ύψη, καθώς οι εισαγωγές αυξάνονταν συνεχώς με ταχύτερο ρυθμό από ότι οι εξαγωγές. Το 1985 ο ρυθμός βιομηχανικής ανάπτυξης ήταν 18%, τη στιγμή που το τρέχον Πεντάχρονο Πλάνο είχε προϋπολογίσει ένα ρυθμό της τάξης του 8%. Η άρχουσα τάξη ξανάσφιξε τα λουριά επιβάλοντας ξανά πάνω στους διευθυντές τον έλεγχο που είχε πιο πριν αποσύρει και απαίτησε πιο ρεαλιστικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτή η στροφή έφερε αποτελέσματα για μερικούς μήνες μόνο. Τα επίσημα στοιχεία του 1986 έδειξαν ότι και η ανάπτυξη και οι επενδύσεις βρίσκονταν αρκετά ψηλότερα από τα επίπεδα που προβλέπανε τα πλάνα. Φυσικά το πρόβλημα παραμένει μέχρι σήμερα.

Ο βασικός λόγος γι'αυτή τη κατάσταση είναι ότι ο κεντρικός κρατικός μηχανισμός έχει χάσει τον έλεγχό του πάνω στη μάζα των κατώτερων γραφειοκρατών που διαχειρίζονται την καθημερινή οικονομική ρουτίνα. Οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνταν από τον κρατικό προϋπολογισμό κάλυπταν μόνο το 50% του συνόλου των επενδύσεων. Οι τοπικοί διευθυντές και οι γραφειοκράτες που έλεγχαν την πλειονότητα των επενδύσεων αποφάσιζαν κυρίως στη βάση των δικών τους ιδιαίτερων (και αντικρουόμενων) συμφερόντων και όχι τόσο στη βάση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης σαν σύνολο.

Αυτή η αντίθεση έβρισκε την πλήρη εκφρασή της σ'αυτό που λέγεται "οικονομικό έγκλημα", δηλαδή στις παράνομες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Κάποιες απ'αυτές τις περιπτώσεις είχαν να κάνουν με καθαρά προσωπική πλεονεξία, όπως π.χ. του διευθυντή της ηλεκτρικής εταιρείας που έκοψε το ρεύμα στο θέατρο της πόλης του, επειδή δεν του έδωσε δωρεάν εισητήρια ή τον διευθυντή της εταιρείας γκαζιού που διατηρούσε ιδιωτικά αποθέματα κλέβοντας από τους αγωγούς της εταιρείας. Η συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όμως ήταν απλώς λειτουργικές εφαρμογές της στρατηγικής του "σοσιαλισμού της αγοράς". Η πρωτοκαθεδρία του "κινήτρου" στη λογική της συνέπεια. Αν το ποσοστό του κέρδους που άφηναν οι λαθραία εισαγόμενες έγχρωμες τηλεοράσεις ήταν μεγαλύτερο απ'αυτό που άφηνε η παραγωγή ραδιοφώνων (και πράγματι έτσι ήταν), τότε οι διευθυντές που νόμιζαν ότι μπορούσαν να τα καταφέρουν διάλέγαν αυτό το δρόμο, παρακάμπτοντας τα "τεχνικά" ζητήματα, όπως ο νόμος (ή το "εθνικό συμφέρον"). Δεν υπήρχε τίποτε το ασυνεπές σ'αυτή τη λογική. Ηταν όμως μια λογική που ο κεντρικός μηχανισμός όφειλε να καταπολεμήσει, αν ήθελε να διατηρήσει τον έλεγχό του πάνω στην οικονομία.

Επειδή το πρόβλημα πήρε επιδημικές διαστάσεις, γύρω στο 1980 η άρχουσα τάξη πέρασε στην επίθεση με μια σειρά εκτελέσεων στις οποίες έδωσαν ευρύτερη δημοσιότητα. Οι διευθυντές των εργοστασίων τρομοκρατήθηκαν. Ομως αυτή η τρομοκρατία σήμαινε ότι φοβόνταν και οποιαδήποτε καινοτομία μήπως θεωρηθεί "οικονομικό έγκλημα". Μόλις χαλάρωσε αυτή η καμπάνια των εκτελέσεων το πρόβλημα ξαναεμφανίστηκε. Ακολούθησαν κι άλλες περίοδοι σφιχτής πολιτικής που δεν μπόρεσαν όμως να λύσουν το πρόβλημα. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν είναι να το συγκαλύπτουν κι αυτό για λίγο διάστημα. Γιατί παρότι η άρχουσα τάξη απ'τη μια δεν μπορούσε να εμπιστεύεται την τοπική γραφειοκρατία, απ'την άλλη δεν είχε και την πολυτέλεια να έρθει σε ρήξη μαζί της. Οι αλλαγές που απαιτούνταν για να γίνει η κινέζικη βιομηχανία ανταγωνιστική με την παγκόσμια οικονομία - κύρια η άνοδος της παραγωγικότητας και η μείωση του εργασιακού κόστους - μπορούσαν να υλοποιηθούν μόνο με την στήριξη αυτών των γραφειοκρατών.

Η διαδικασία της αλλαγής θα σημαίνε ένα τεράστιο κόστος για την κινέζικη εργατική τάξη. Το 1986, περίπου το 20% των επιχειρήσεων παρουσίαζε ζημιές. Υπήρχε συγκαλυμένη ανεργία καθώς σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα όλες οι επιχειρήσεις είχαν "πλεονάζον" προσωπικό. Για να φτάσουν στα απαιτούμενα επίπεδα η παραγωγικότητα και το κέρδος, χρειάστηκαν απολύσεις μαζικής κλίμακας.

Η επίθεση της άρχουσας τάξης προχώρησε πιο πέρα απ'τις μαζικές απολύσεις. Στόχευε σε μια θεμελιακή αλλαγή των εργασιακών συνθηκών. Την κατάργηση της κατοχυρωμένης μονιμότητας της εργασίας και την θεσμοθέτηση των "συμβάσεων υπευθυνότητας", όπου ο μισθός ήταν άμεσα δεμένος με την παραγωγικότητα και οι μη παραγωγικοί εργάτες απολύονταν. Ολα τα κοινωνικά επιδόματα, που μέχρι τότε καταβάλλονταν στους εργάτες απ'τις επιχειρήσεις που δούλευαν (και που ξεπερνούσαν το μέσο ετήσιο μισθό), καταργήθηκαν, επίσης και οι κρατικές επιδοτήσεις στις τιμές των τροφίμων και στις στεγαστικές δαπάνες. Ηταν μια επιτάχυνση της λεγόμενης προσπάθειας να "στηριχτούν στους εαυτούς τους και μόνο".

 Αλυτα διλήμματα

Το χάσμα όμως μεταξύ θεωρίας και πράξης ήταν μεγάλο. Παρ' ότι αυτές οι ιδέες κυκλοφορούσαν από το 1980 περίπου, η άρχουσα τάξη είχει προχωρήσει πάρα πολύ προσεκτικά γιατί γνώριζε τους κινδύνους που περικλείουν. Είχαν όμως ταυτόχρονα επίγνωση και των κινδύνων που θα προέκυπταν αν χρονοτριβούσαν κι άλλο. Το κλίμα στη παγκόσμια οικονομία, μέσα στην οποία έπρεπε να ανταγωνιστούν, χειροτέρευε συνέχεια. Οσο περισσότερο αργούσαν να εκδηλώσουν την επίθεσή τους ενάντια στην εργατική τάξη, τόσο περισσότερο πίσω θα έμεναν στον ανταγωνισμό και συνεπώς τόσο πιο συνολική θα ήταν η επιθετική πολιτική που θα χρειαζόταν.

Αυτά ακριβώς τα αποτελέσματα της στρατηγικής του "εκσυγχρονισμού", δημιούργησαν μια βαθειά διάσπαση μέσα στις γραμμές των εκσυγχρονιστών από το 1981.

Το σημείο τριβής ήταν η βαθειά διαφωνία γύρω από τη φύση, το ρυθμό και την κατεύθυνση της όλης στρατηγικής. Αλλά δεν επρόκειτο για μια διάσταση μεταξύ δυο αντιτιθεμένων και ξεκάθαρα προσδιορισμένων στρατηγικών προτάσεων. Ηταν πιο πολύ μια αντανάκλαση των βασικών διλημάτων που αντιμετώπιζε η άρχουσα τάξη.

Για τους "συντηρητικούς", όπως αποκαλούνταν οι αντίπαλοι του Ντενγκ, ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης έπρεπε να καθορίζεται από την καθυστερημένη φύση της Κίνας. Το κράτος έπρεπε να εστιάζει την προσοχή του στην ανάπτυξη τομέων - κλειδιών και η ταχύτητα της ανάπτυξης έπρεπε να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει στην άρχουσα τάξη να διατηρήσει τον έλεγχό της πάνω στη κατεύθυνση και την εξέλιξη της οικονομίας. Γιατί η εξουσία της βασιζόταν αποκλειστικά πάνω σ'αυτό τον έλεγχο. Αν τον έχανε ποιά θα είναι πλέον η δύναμή της;

Ηταν ένα καλό ερώτημα, στο οποίο οι αντίπαλοι τους δεν είχαν να δώσουν καμιά εύκολη απάντηση. Η επιχειρηματολογία των τελευταίων αντίθετα, έδινε έμφαση στην αναγκαιότητα του ανταγωνισμού μέσα στη διεθνή αγορά. Δεκάδες χρόνια συγκεντρωτικού κρατικού ελέγχου κάτω από τον Μάο άφησαν την Κίνα οικονομικά καθυστερημένη. Μόνο μια μεγαλύτερη δόση αποκέντρωσης και "σοσιαλισμού της αγοράς" μπορούσε να δώσει στην οικονομία τον δυναμισμό που χρειάζόταν για να γίνει ανταγωνιστική. Το να χάσουν ένα μέρος του ελέγχου πάνω στο ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης ήταν μια ανεπιθύμητη παρενέργεια. Αλλά οι εναλλακτικές λύσεις που υπήρχαν ήταν πολύ χειρότερες.

Οι "συντηρητικοί" υποστήριζαν ότι η κινέζικη οικονομία έπρεπε πρώτα να μάθει να περπατάει και μετά να τρέξει, έτσι ώστε να μπορέσει να ξανακερδίσει την ισορροπία της. Η αντίπαλη πτέρυγα απαντούσε λέγοντας ότι οι ανάγκες του διεθνούς ανταγωνισμού υπαγορεύουν στην οικονομία να τρέξει πριν μάθει καν να περπατάει, έστω και αν αυτό σημαίνει ότι θα σκοντάψει επανειλημένα. Η απόφαση ήταν δύσκολη, γιατί και οι δυο πλευρές υποδείκνυαν σωστά τις υλικές δεσμεύσεις που περιόριζαν την δράση τους. Η αντίφαση ανάμεσα στις δυνατότητες της κινέζικης οικονομίας και στις ανάγκες που της επιβάλονταν από τον διεθνή ανταγωνισμό ήταν άλυτη.

Ετσι από το 1982 και μετά, η έμφαση της οικονομικής πολιτικής μετατοπίστηκε από την αποκέντρωση στο κεντρικό σχεδιασμό και ξανά πίσω, ανάλογα με το αν η προτεραιότητα ήταν η διατήρηση του ελέγχου ή η προώθηση της ανάπτυξης. Αυτό το κόψε - ράψε υπονόμευσε ακόμη περισσότερο τη σταθερότητα της οικονομίας. Καθώς αδυνάτισε ο έλεγχος της άρχουσας τάξης πάνω στο ρυθμό της ανάπτυξης και καθώς οι αποφάσεις ήταν δύσκολες, οι διασπάσεις έγιναν ακόμα πιο βαθειές.

Στο τέλος του 1985 αυτές οι διαδικασίες βγήκαν στο φως της δημοσιότητας. Ο Ντενγκ Ξιάο Πινγκ δέχτηκε την δημόσια επίθεση του βετεράνου οικονομολόγου Τσεν Γιούν για την οικονομική διαχείριση, την άκρατη διαφθορά των κατώτερων γραφειοκρατών, την πλατιά δυσαρέσκεια των νεαρών εργατών και την αυξανόμενη οικονομική διείσδυση της Ιαπωνίας στην Κίνα. Οπως συνέβη και στο παρελθόν η δημόσια εμφάνιση των διασπάσεων μέσα στην άρχουσα τάξη δημιούργησε ρωγμή για την εμφάνιση ενός αντιπολιτευτικού κινήματος από τα κάτω. Το Σεπτέμβριο του 1985 χιλιάδες φοιτητές βγήκαν στους δρόμους του Πεκίνου, του Βουχάν και του Τσενγκντού ενάντια στη γιαπωνέζικη οικονομική κυριαρχία. Τέσσερις μήνες αργότερα οι φοιτητές του Ξινγιάνγκ έκαναν για πρώτη φορά διαδήλωση ενάντια στις κινέζικες πυρηνικές δοκιμές. Τα πανεπιστήμια βρίσκονταν σε μια κατάσταση έντονου πολιτικού αναβρασμού από το καλοκαίρι του 1984. Στις μεγάλες πόλεις είχαν γίνει διαδηλώσεις - διαμαρτυρίες για τις συνθήκες διαβίωσης. Ομως το 1985 αυτές ξεπέρασαν αυτό το επίπεδο βάζοντας άμεσα πολιτικά ζητήματα.

Η διάσπαση μέσα στην γραφειοκρατία έκλεισε γρήγορα και τα περιθώρια για αντιστάσεις εξαφανίστηκαν. Αλλά επειδή η άρχουσα τάξη δεν κατάφερε να φέρει την οικονομία κάτω από τον κρατικό έλεγχο, η διαφωνία οξύνθηκε την επόμενη χρονιά. Αυτή τη φορά το κίνημα που αναπτύχθηκε πάνω στο έδαφος της καινούργιας διάσπασης ήταν πολύ μεγαλύτερο και στρεφόταν ξεκάθαρα εναντίον της άρχουσας τάξης. Η κοινωνική του βάση εξαπλώθηκε πολύ πιο πέρα και έπαψε να είναι μόνο φοιτητική. Αρχικά οι διαδηλώσεις ήταν ακίνδυνες ιστοριούλες που φαίνονταν να υποστηρίζουν τον Ντενγκ ενάντια στους "συντηρητικούς" και να απαιτούν απλώς κάποιες αλλαγές στην διεξαγωγή των τοπικών εκλογών. Στις συνθήκες που επικρατούσαν όμως, οποιοδήποτε αίτημα για δημοκρατία κρύβει μια εκρηκτική δυναμική. Οταν οι διαδηλώσεις φούντωσαν και στην Σανγκάη, στα μέσα Δεκέμβρη του '86 η προοπτική τους είχε διευρυνθεί εκπληκτικά. Οι εργάτες συμμετείχαν κατά χιλιάδες στις διαδηλώσεις. Ενας απ'αυτούς είπε στον ανταποκριτή των Financial Times ότι έπαιρνε μέρος γιατί "αυτοί που κέρδισαν από τις οικονομικές μεταρυθμίσεις είναι τ'αφεντικά μου, ενώ εγώ δεν κέρδισα τίποτα". Για πέντε μέρες το κέντρο της Σανγκάης ήταν μπλοκαρισμένο από ένα πλήθος 70.000 ανθρώπων.

Αντίστοιχες διαδηλώσεις έγιναν και σε άλλες δεκαπέντε πόλεις, όχι όμως στη κλίμακα της Σανγκάης. Στο Πεκίνο μια σειρά διαδηλώσεων που κράτησε μια βδομάδα, όχι μόνο αγνόησε τις κυβερνητικές απαγορεύσεις, αλλά πέτυχε και την απελευθέρωση 25 φοιτητών που είχαν συλληφθεί επειδή είχαν πάρει μέρος στις πορείες.

Οι καρέκλες της άρχουσας τάξης ταρακουνήθηκαν άσχημα και για αρκετές βδομάδες υπήρχε ένα ορατό χάσμα απόψεων πάνω στο πώς θάπρεπε ν'αντιμετωπίσουν το κίνημα. Καθώς όμως οι διαδηλώσεις σίγασαν, φάνηκε ότι οι "συντηρητικοί" είχαν πετύχει σημαντική νίκη. Εξανάγκασαν σε παραίτηση τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΚ, το δεξί χέρι δηλαδή του Ντενγκ από το 1978 και εξαπέλυσαν εκστρατεία ενάντια στην "αστική φιλελευθεροποίηση". Με τον όρο αυτό εννοούσαν τις περιορισμένες πολιτιστικές και ακαδημαϊκές ελευθερίες που είχαν αρχίσει να παραχωρούνται τα δύο τελευταία χρόνια. Το κύρος του κράτους έπρεπε να επιβληθεί ενάντια σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση του μονοπωλίου της άρχουσας τάξης στον έλεγχο των ιδεών.

Ακόμη πιο σημαντικό ήταν το γεγονός, ότι το κίνημα διαμαρτυρίας επέβαλε να αναβληθούν μια σειρά κτυπήματα ενάντια στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Οι περικοπές αυτές είχαν προγραμματιστεί για το 1987 και πάρθηκαν πίσω από το φόβο, ότι οι εργάτες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των φοιτητών. Η κατάσταση τώρα είχε γυρίσει ξανά στο άλλο άκρο, όπου το κράτος είχε αποκαταστήσει ακόμη περισσότερο έλεγχο τόσο πάνω στην κοινωνία όσο και πάνω στην οικονομία. Μέχρι και τις εξεγέρσεις του Θιβέτ τον Οκτώβριο του 1987, οι "συντηρητικοί" φαίνονταν να είναι σε θέση να σταματήσουν οποιαδήποτε παραπέρα κοινωνική αλλαγή.

Τελειώνοντας η δεκαετία του 1980 ήταν φανερό ότι οποιαδήποτε πτέρυγα της γραφειοκρατίας κι αν επικρατούσε, αργά ή γρήγορα θα έβαζει σαν κορυφαία προτεραιότητα το κτύπημα της εργατικής τάξης. Οσο αργούσαν οι επιθέσεις τόσο πιθανότερη γινόταν η εργατική αντίσταση.

Η ιστορία των προηγούμενων αντιπολιτευτικών κινημάτων είχε δείξει ότι, ενώ το κράτος μπόρεσε να τα συγκρατήσει και τελικά να τα συντρίψει, οι ιδέες και τα οράματά τους έχουν επιζήσει στη συλλογική μνήμη της εργατικής τάξης, έτσι ώστε να μπορούν να την εμπνεύσουν στον επόμενο γύρο αγώνων. Στην Κίνα υπήρχε μια σοβαρή παράδοση οδομαχιών και διαδηλώσεων ενάντια στο κράτος -και από την Πολιτιστική Επανάσταση και μετά οι εργάτες ήταν πάντα μέσα σε αυτές τις συγκρούσεις. Αν αυτή η παράδοση εξαπλωνόταν σ' ολόκληρη την εργατική τάξη, τότε η άρχουσα τάξη θα αντιμετώπιζε μια μάχη τόσο σκληρή, όσο ποτέ στο παρελθόν. Η δεύτερη "πλατεία Τιενανμέν" δεν θα αργούσε να δείξει πόσο πραγματικοί ήταν οι φόβοι του καθεστώτος.

Η κατάσταση πριν την εξέγερση του 1989

Μετά τον θάνατο του Μάο κάθε χαρακτηριστρικό στοιχείο που θύμιζε "Μαοϊσμό" πετάχτηκε στα σκουπίδια από του διαδόχους του. Μπορεί ο ίδιος να τιμόταν ακόμα σαν ο ιδρυτής του κράτους, αλλά όλες οι σημαντικές αποφάσεις που πήρε τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, ανατράπηκαν. Την "θέση" που του επεφύλαξαν οι "εκσυγχρονιστές" την περιέγραψε με τον καλύτερο τρόπο ένας από τους υποστηρικτές τού Ντενγκ Ξιάο Πινγκ το 1981:

"Τα λάθη του Μάο αντιτάσσονται στην επιστημονική σκέψη του Μάο Τσε Τουνγκ και για αυτό οι σκέψεις του συντρόφου Μάο Τσε Τουνγκ τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν πρέπει να συγχέονται με την σκέψη του Μάο Τσε Τουνγκ. Η σκέψη του Μάο Τσε Τουνγκ είναι μια επιστημονική θεωρία η οποία δεν περιλαμβάνει τα λάθη του συντρόφου Μάο Τσε Τουνγκ" .

Στα τέλη της δεκαετίας του '60, χιλιάδες επαναστάτες σ'όλο τον κόσμο στράφηκαν πρός την Κίνα, την οποία θεώρησαν ως το ιδανικό μοντέλο σοσιαλισμού, καθώς και μια πηγή πρακτικής βοήθειας για τα απελευθερωτικά κινήματα. Η άνοδος του Ντενγκ Ξιάο Πινγκ στην εξουσία διέλυσε αυτή την εικόνα. Το 1989, τo κινέζικo μοντέλο το υποστήριζαν κυρίως οι δεξιοί που ήθελαν να δείξουν την αναπόφευκτη υπεροχή των "δυνάμεων της αγοράς". Αυτό είχε οδηγήσει πολλούς αριστερούς να μιλάνε για άνοδο του "ρεβιζιονισμού" και μιας "νέας καπιταλιστικής τάξης".

Κι όμως. Αυτή η καπιταλιστική τάξη δεν ήταν καθόλου καινούργια. Πολλά από τα στοιχεία της στρατηγικής του "εκσυγχρονισμού" χρησιμοποιήθηκαν στην εποχή του Μάο όταν υπηρετούσαν τους δικούς του σκοπούς. Οταν πάμε λίγο πιο βαθειά, θα δούμε ότι ο Μάο και ο Ντενγκ μοιράζονταν τον ίδιο βασικό στόχο: την οικοδόμηση μιας δυνατής εθνικής οικονομίας, ικανής να ανταγωνίζεται στην παγκόσμια οικονομία. Η διαφωνία μεταξύ τους ήταν πάντα στο ποια μέσα θα χρησιμοποιούσα για να φτάσουν στον ίδιο σκοπό.

Από το 1949 αυτό που καθόριζε το σκοπό και την κατεύθυνση της κινέζικης οικονομίας, ήταν η αναγκαιότητα του ανταγωνισμού και όχι οι βασικές ανάγκες των Κινέζων εργατών και αγροτών.

Στις δεκαετίες του '50 και του '60 αυτός ο ανταγωνισμός εκφραζόταν κυρίως με στρατιωτικούς όρους και η οικονομική στρατηγική επικεντρωνόταν στην ανάγκη να οικοδομηθεί μια πολεμική μηχανή αντίστοιχη και ίση με αυτές που απειλούσαν την Κίνα. Αυτό κρύβεται πίσω από την κλειστή οικονομία, την απόλυτη προτεραιότητα στη βαριά βιομηχανία, την σπατάλη αναρίθμητων πόρων για την κατασκευή της κινέζικης ατομικής βόμβας. Αυτό κρύβεται πίσω από τις συνεχείς "μαζικές καμπάνιες" που απαιτούσαν το στίψιμο εργατών και αγροτών για να ανέβει και άλλο η παραγωγή. Η απόλυτη φτώχια και καθυστέρηση της Κίνας έβγαλε την όλη στρατηγική άχρηστη. Ο Μάο ήθελε να ξεπεράσει αυτούς τους υλικούς περιορισμούς χρησιμοποιώντας την "δύναμη της θέλησης" και την σκληρή εργασία στη θέση τού ανύπαρκτου κεφαλαίου και της ανύπαρκτης τεχνολογίας. Αντί να λειτουργήσει αυτή η πολιτική οδήγησε την οικονομία από κρίση σε κρίση. Η Κίνα πράγματι αναπτύχθηκε βιομηχανικά, αλλά η οικονομία της έμενε όλο και πιο πίσω σε σχέση με το διεθνή ανταγωνισμό.

Οι καινούργιοι ηγέτες έχουν απέρριψαν αυτή την αντιμετώπιση του Μάο, ακριβώς γιατί απέτυχε να δώσει αποτελέσματα. Κατά την άποψή τους η πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού επέβαλλε στην Κίνα να ενσωματωθεί στην παγκόσμια οικονομία. Για να κάνουν πιο κερδοφόρα και πιο παραγωγική τη βιομηχανία, έπρεπε να εγκαταλειφθεί και η γραφειοκρατική διοίκηση της οικονομίας από τα πάνω. "Ο σοσιαλισμός σε μια και μόνο χώρα" είχε πεθάνει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκατέλειψαν τον κρατικό καπιταλισμό προς όφελος του ιδιωτικού καπιταλισμού. Ο ιδιωτικός καπιταλισμός επέστρεψε στην Κίνα κύρια στις καινούργιες βιομηχανίες αγροτικών προιόντων, ένδυσης και μικροηλεκτρονικών, ήταν όμως ένα πολύ μικρό τμήμα του συνόλου της οικονομίας. Αυτό που έκαναν, ήταν μάλλον να μεταβιβάζουν τον άμεσο έλεγχο της διαχείρισης της οικονομίας από μερικές εκατοντάδες ανώτατους γραφειοκράτες στο Πεκίνο, στην μάζα των κατώτερων γραφειοκρατών και διευθυντών.

Το κράτος παρέμενε υπό έλεγχο, αλλά αυτοί που είχαν την αρμοδιότητα να αποφασίσουν με ποιον ακριβώς τρόπο θα βελτιωθεί η παραγωγικότητα σε κάθε εργοστάσιο ή ορυχείο, ήταν εκείνα τα μέλη της άρχουσας τάξης που βρίσκονταν στα χαμηλότερα πατώματά της, οι διευθυντές δηλαδή των εργοστασίων. Γιατί η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας σαν σύνολο, προϋπέθετε ότι και η κάθε μονάδα της οικονομίας θα γινόταν πιο ανταγωνιστική.

Ομως παρόλο που η οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται πιό γοργά από το 1978 σε σύγκριση με πριν, η άρχουσα τάξη σαν σύνολο άρχισε να χάνει σταδιακά τον έλεγχο πάνω σε αυτή την ανάπτυξη. Η μεταβίβαση εξουσίας στους τοπικούς γραφειοκράτες δημιούργησε χιλιάδες αποκεντρωμένα κέντρα αποφάσεων, για τα οποία κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα υποτάσσονταν στην θέληση του συνόλου της γραφειοκρατίας. Αυτή η διαδικασία είχε μια δική της δυναμική, που οδηγούσε σε μεγαλύτερο κατακερματισμό και ανισομέρεια.

Οσο προχωρούσαν στην ενσωμάτωση της Κίνας στην παγκόσμια αγορά, τόσο περισσότερο οι ρυθμοί της ανάπτυξης και της κρίσης της διεθνούς οικονομίας κυριαρχούσαν και καθόριζαν και την κινέζικη οικονομία.

Η άρχουσα τάξη δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε σε ποιές αγορές συμφέρει περισσότερο να στραφούν οι κινέζικες εξαγωγές ούτε τις τιμές που θα ίσχυαν για τις εξαγωγές τους. Τα πλάνα αναπροσαρμόζονταν ασταμάτητα στα συνεχώς μεταβαλλόμενα διεθνή δεδομένα.

Αλλά η εξουσία της άρχουσας τάξης βασιζόταν ακριβώς στην δυνατότητα της να ελέγχει και να κατευθύνει την οικονομία και η "εκσυγχρονιστική" στρατηγική είχε σαν προϋπόθεση- όπως ακριβώς και η μαοϊκή στρατηγική - αυτή τη δυνατότητα. Για να γίνει κάποιος τομέας της κινέζικης βιομηχανίας πράγματικα ανταγωνιστικός σε παγκόσμια κλίμακα το κεφάλαιο που θα απαιτηθεί είναι τόσο τεράστιο, που καμία μεμονωμένη επιχείρηση ή ομάδα επιχειρήσεων δεν ήταν δυνατόν να συσσωρεύσει. Τα λεφτά έπρεπε να προέλθουν από το κράτος. Ομως ο άμεσος έλεγχός του πάνω στους βασικούς κλάδους της οικονομίας συνέχεια υπονομευόταν, εξαιτίας της έλειψης ελέγχου πάνω στην υπόλοιπη οικονομία.

Η αντίφαση ανάμεσα στο σχεδιασμό και τις "δυνάμεις της αγοράς" σήμαινε ότι το κράτος έπρεπε συνέχεια να επεμβαίνει για να περιορίσει την κυριαρχία και το πεδίο δράσης της αγοράς και να ξαναεπιβάλει την κυριαρχία της συγκεντρωτικής άρχουσας τάξης. Ομως κάθε φορά που γίνόταν αυτό, ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης γινόταν ακόμη πιό ακαθόριστος και απρόβλεπτος. Ηταν ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο δεν υπήρχε διαφυγή μέσα στα όρια του εθνικού κράτους, ακόμα κι αν αυτό είναι τόσο μεγάλο όσο η Κίνα.

Κανένα από τα θεμελιώδη προβλήματα που αντιμετώπιζε η άρχουσα τάξη δεν ήταν ιδιαίτερο πρόβλημα της Κίνας. Ηταν τα ίδια προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε καπιταλιστική άρχουσα τάξη όταν επιχειρεί να καθοδηγήσει μια εθνική οικονομία μέσα σε μιά ανεξέλεγκτη και άναρχη παγκόσμια οικονομία. Στην Κίνα τα προβλήματα ήταν χειρότερα εξαιτίας της οικονομικής καθυστέρησης, αλλά και των καταστροφικών απόπειρων του Μάο να την ξεπαράσει. Και η νέα στρατηγική όμως δεν ήταν πιο ικανή από την παλιά στο να λύσει αυτά τα βασικά προβλήματα. Οι ρίζες την αποτυχίας δεν βρίσκονταν στα λάθη ή τις ανεπάρκειες της κινέζικης άρχουσας τάξης, αλλά στη φύση του καπιταλισμού σαν παγκόσμιου συστήματος παραγωγής.

Καθώς μάλιστα οι επιταγές της κρίσης του παγκόσμιου συστήματος άρχισαν να γίνονται όλο και περισσότερο αισθητές στην Κίνα, η "εκσυγχρονιστική" στρατηγική άρχισε να αποδεικνύεται πολύ χειρότερη για την μάζα του πληθυσμού, από ό,τι υπήρξε ο Μαοϊσμός.

Σε μια ειδική επισκόπηση της κινέζικης οικονομίας στις αρχές της δεκαετίας του '80 η Παγκόσμια Τράπεζα συμπέραινε ότι:

"Ενας ενισχυμένος ρόλος της αγοράς και του ανταγωνισμού, παρ'ότι αναμφίβολα θα βελτίωνε την αποτελεσματικότητα και θα επιτάχυνε την τεχνολογική πρόοδο, θα είχε δυνητικά ανεπιθύμητες κοινωνικοοικονομικές συνέπειες, όπως ανεργία, απαράδεκτα χαμηλούς (και ψηλούς) μισθούς, χρεωκοπία επιχειρήσεων και απολύσεις εργατών, ενώ θα άφηνε τους φτωχούς και καθυστερημένους τομείς ακόμη πιό πίσω στην διαδικασία της ανάπτυξης...

Πολύ λίγες χώρες έχουν οργανώσει ένα τέτοιο συνδυασμό κράτους και αγοράς, ώστε να καταφέρουν να προκαλέσουν γρήγορη και αποτελεσματική ανάπτυξη. Ακόμη λιγότερες έχουν καταφέρει να αποφύγουν την εμφάνιση αβάσταχτης φτώχιας σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού τους. Αντίθετα υπάρχουν πολύ περισσότερες χώρες στις οποίες οι ατυχείς συνδυασμοί σχεδίου, αγοράς, και κοινωνικών θεσμών δεν έχουν γεννήσει ούτε γρήγορη ανάπτυξη, ούτε αποτελεσματικότητα, ούτε μείωση του ποσοστού φτώχιας" .

Δύο γενιές μετά τις άφθονες υποσχέσεις της Απελευθέρωσης του 1949, η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο πεζή. Παρόλα αυτά υπάρχει μια εναλλακτική λύση για την Κίνα όπως φάνηκε στην σύντομη ζωή της πρώτης επανάστασης του 1925-27: η εργατική τάξη έχει πάψει να παραμένει παθητική απέναντι τόσο στην κρατική γραφειοκρατία, όσο και στις "δυνάμεις της αγοράς". Οι εργάτες της Κίνας, σαράντα χρόνια μετά την επικράτηση του Μάο το 1949, θα έδειχναν ότι είχαν την δύναμη να πολεμήσουν όλες τις πτέρυγες της άρχουσας τάξης.

Αυτό φάνηκε πολύ καθαρά στην εξέγερση της Τιενανμέν τον Μάη-Ιούνη του 1989.





Τιενανμέν 1989: Η εξέγερση

Οταν πέθανε ο Χου Γιαομπανγκ, πρώην Γενικός Γραμματέας του ΚΚΚ στις 15 Απρίλη του 1989, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα επακολουθούσε. Για να τιμηθεί η μνήμη του, μιας και έχαιρε της φήμης του πολιτικά φιλελεύθερου, ξεκίνησαν διαδηλώσεις στο Πεκίνο, που αμέσως επεκτάθηκαν σε 11 ακόμα πόλεις. Στην πραγματικότητα, ο Χου ήταν από τους επικεφαλής της εκστρατείας ενάντια στο δημοκρατικό κίνημα μετά το 1981. Ομως, έστω και διαστρεβλωμένα οι διαδηλώσεις άνοιξαν μια χαραμάδα από όπου ξεχύθηκε ένα τεράστιο κίνημα, στο οποίο η συμμετοχή της εργατικής τάξης ήταν τόσο μαζική και καθοριστικής σημασίας, που αντίστοιχη στην ιστορία της Κίνας, υπήρξε μόνο στα επαναστατικά χρόνια 1925-27.


Τον Απρίλη του 1989, ο ανταποκριτής του BBC στην Κϊνα έστειλε ένα ρεπορτάζ που τέλειωνε έτσι: "Η δυσαρέσκεια ανάμεσα στους εργάτες εντείνεται, κανείς δεν ξέρει πού θα καταλήξει, αλλά κάτι σιγοβράζει".

Η έκρηξη που ακολούθησε είχε τις ρίζες της σε ένα συνδυασμό πολιτικής και οικονομικής κρίσης. Όμως δεν έπεσε από τον ουρανό. Από τις αρχές του 1989 στα πανεπιστήμια του Πεκίνου είχαν αρχίσει να γίνονται συγκεντρώσεις φοιτητών όπου οι ομιλητές ζητούσαν περισσότερη δημοκρατία.

Η σπίθα που άναψε τη φωτιά ήταν οι φήμες για το θάνατο του Χου. Στις 17 Απρίλη, μερικές εκατοντάδες φοιτητές πήραν την πρωτοβουλία να συγκεντρωθούν στην πλατεία Τιενανμέν. Την επόμενη μέρα έγιναν χιλιάδες και στις 20 Απρίλη εκατοντάδες χιλιάδες, όχι μόνο στο Πεκίνο, αλλά και στην Σανγκάη και στο Τιαντζίν, όπου έγιναν πορείες συμπαράστασης.




Οι διαδηλωτές απαιτούσαν το δικαίωμα συγκέντρωσης και λόγου, το σταμάτημα της λογοκρισίας, το δικαίωμα για ίδρυση ανεξάρτητων συνδικάτων, το κτύπημα των προνομίων και της διαφθοράς στην κρατική και κομματική ιεραρχία. Η μαχητικότητα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενη εκδήλωση διαμαρτυρίας. Ένα από τα πλακάτ των φοιτητών έγραφε: "Αυτοί που έπρεπε να έχουν πεθάνει, ζουν. Αυτοί που ζουν, έπρεπε να έχουν πεθάνει". Η αρχική εκτίμηση του καθεστώτος ήταν ότι οι διαδηλώσεις θα ξεθύμαιναν μετά την κηδεία του Χου στις 22 Απρίλη. Ομως, η προσδοκία αυτή γρήγορα διαψεύστηκε με τρόπο ανησυχητικό για την άρχουσα τάξη. Παρά την απαγόρευση των συγκεντρώσεων, τη μέρα της κηδείας πάνω από 150.000 διαδηλωτές, οργανωμένοι με ένα εξαιρετικά πειθαρχημένο τρόπο, ξεφύτρωσαν από παντού. Το απόγευμα η πλατεία είχε πλημμυρίσει από κόσμο που κρατούσε κόκκινες σημαίες και τραγουδούσε ασταμάτητα τη Διεθνή. Αργά το βράδυ έγιναν οι πρώτες συγκρούσεις καθώς μερικοί φοιτητές προσπάθησαν να μπουν στην Απαγορευμένη Πόλη, το τμήμα του Πεκίνουν όπου έμεναν οι γραφειοκράτες.

Στο Ξιάν και στο Τσανγκσά έχουμε για πρώτη φορά την πλαισίωση των φοιτητών από εργάτες και ανέργους και τις πρώτες επιθέσεις σε κυβερνητικά κτίρια και οδομαχίες. Στο Τσονγκίνγκ χιλιάδες μαζεύτηκαν στο κέντρο της πόλης, ενώ στο Βουχάν έγινε διαδήλωση 30.000. Ενας οδηγός φορτηγού δήλωσε στον ανταποκριτή της βρετανικής εφημερίδας Observer: "Αυτοί στην κυβέρνηση δεν είναι κομμουνιστές, είναι το ίδιο με τους παλιούς φεουδάρχες, είναι μια άρχουσα τάξη και γι' αυτό φοβούνται τον κόσμο. Αλλά εμείς δεν τους φοβόμαστε, γι' αυτό θα μείνουμε στους δρόμους και θα τραγουδάμε τη Διεθνή".

Στις 26 Απρίλη ο Ντενγκ δηλώνει στον κρατικό τύπο ότι οι διαδηλώσεις θα σταματήσουν "έστω και με αιματοχυσία".

Η απάντηση του κινήματος ήταν η κλιμάκωση της οργάνωσής του και η αναζήτηση κοινωνικών συμμαχιών. Ιδρύεται η Ανεξάρτητη Φοιτητική Ενωση, ενώ γίνεται έκκληση για συμμετοχή εργατών στις διαδηλώσεις. Στις 27 Απρίλη, οι φοιτητές του πανεπιστημίου του Πεκίνου σε μια μεγαλειώδη συνέλευση αποφασίζουν να στείλουν ομάδες στους χώρους δουλειάς για να ζητήσουν συμπαράσταση. Η διαδήλωση που έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας έκανε 15 ώρες να διασχίσει το κέντρο της πόλης.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας International Herald Tribune "η δουλειά σταμάτησε στην πλειοψηφία των εργοστασίων. Οι οικοδόμοι ζητοκραύγαζαν την πορεία από τις σκαλωσιές και κράδαιναν μεγάλα δοκάρια και λοστούς. Τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις, χιλιάδες εργάτες περικύκλωσαν το στρατό και την αστυνομία που είχε στείλει ο Ντενγκ και τους εμπόδισαν να πλησιάσουν τους φοιτητές".

Μπροστά στον κίνδυνο γενικότερης ανάφλεξης η άρχουσα τάξη κάνει προσπάθειες κατευνασμού. Στα τέλη του Απρίλη έγινε συνάντηση αντιπροσώπων της κυβέρνσης με 45 αντιπρόσωπους των φοιτητών. Η συνάντηση αποτυγχάνει μετά την απαίτηση των φοιτητών να γίνουν οι συνομιλίες με στελέχη του πολιτικού γραφείου.

Οι μεγάλες διαδηλώσεις στο Πεκίνο και στις άλλες πόλεις στις 4 Μάη, σηματοδοτούν το τέλος της πρώτης φάσης του κινήματος. Ομως φανερώνουν ταυτόχρονα και τις αδυναμίες του. Οι αντιπρόσωποι της ΑΦΕ διαφωνούν ως προς την τακτική που πρέπει να ακολουθηθεί. Ο ηγέτης της, Βουερκαϊξι μετά τις διαδηλώσεις της 4ης Μάη δηλώνει ότι οι φοιτητές πέτυχαν "μεγάλη νίκη" και μπορούν να επιστρέψουν στα μαθήματά τους. Οι περισσότεροι φοιτητές επιστρέφουν στις τάξεις τους, ενώ η ΑΦΕ παραιτείται από την απαίτησή της να γίνει συνάντηση με μέλη του πολιτικού γραφείου. Δέχεται ο διάλογος να διεξαχθεί σε κατώτερο επίπεδο. Η έλλειψη συνολικής πολιτικής πρότασης βαραίνει πάνω στο κίνημα και το επόμενο δεκαήμερο η συμμετοχή στις διαδηλώσεις μειώνεται σημαντικά.

Στο κρίσιμο σημείο δυο γεγονότα αναζωπυρώνουν το κίνημα και το επεκτείνουν. Το πρώτο είναι η απόφαση στις 14 Μάη για κήρυξη απεργίας πείνας 3.000 φοιτητών. Το δεύτερο και πιο αποφασιστικό, είναι πλέον η μαζική συμμετοχή της εργατικής τάξης στην εξέγερση. Στις 17 Μάη γίνεται μια τεράστια διαδήλωση ενός εκατομμυρίου που στην συντριπτική της πλειοψηφία αποτελείται από εργάτες. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες από όλο το Πεκίνο, με πανό που το καθένα γράφει το εργοστάσιο που συμμετέχει, μαζεύονται σε προσυγκεντρώσεις, σε αφετηρίες λεωφορείων. Η συγκέντρωση καταλήγει στην έδρα των κρατικών συνδικάτων όπου το αίτημα που κυριαρχεί είναι η ίδρυση ανεξάρτητων συνδικάτων. Τις επόμενες μέρες ιδρύεται το πρώτο ανεξάρτητο συνδικάτο.

Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται στο Ξιαν και την Σαγκάη. Οι 20 από τις 27 επαρχιακές πρωτεύουσες της Κίνας συγκλονίζονται από απεργίες και διαδηλώσεις. Στις 18 Μάη, 30.000 διαδηλώνουν στην Καντώνα. 100.000 στο Ναντζίνγκ, 20.000 στη δυτική πόλη Γουϊγιάνγκ, 15.000 στο Χοχότ, την πρωτεύουσα της Εσωτερικής Μογγολίας. Στο Χεφέι, στις 19 Μάη, μαζί με τους φοιτητές διαδηλώνουν με τα πανό τους χιλιάδες δάσκαλοι και σιδηροδρομικοί, ενώ οι εργάτες από ένα εργοστάσιο φέρνουν κιβώτια με βεγγαλικά και δημιουργούν "μια εκπληκτική ατμόσφαιρα που έκανε τη νύχτα μέρα", όπως δήλωνε ένας αυτόπτης μάρτυρας.




Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση του κινήματος οδηγεί σε αποτυχία την τελευταία προσπάθεια διαλόγου που επιχειρεί το καθεστώς. Μια συνάντηση του πρωθυπουργού Λι Πεγκ με φοιτητές αποτυγχάνει, μετά απ' την εμμονή των φοιτητών οι συνομιλίες να μεταδοθούν ζωντανές από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Στις πέντε το πρωί της 19ης Μαΐου 1989 ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και πρωθυπουργός Ζάο Ζιγιάνγκ εμφανίστηκε στην πλατεία Τιανανμέν του Πεκίνου και απευθυνόμενος στους σπουδαστές που επί πολλές ημέρες διαδήλωναν εκεί και στους γύρω δρόμους τούς είπε πως θα έπρεπε να σταματήσουν την απεργία πείνας που είχαν αρχίσει προκειμένου να αφήσουν ανοιχτή την πόρτα του διαλόγου με την κυβέρνηση. Αφού τους ζήτησε συγγνώμη για τα σφάλματα και τις παραλείψεις της δικής του γενιάς, έδωσε το στίγμα του με τις παρακάτω φράσεις που έμειναν ιστορικές:«Ηρθαμε πολύ αργά»και«Δεν είστε σαν κι εμάς,εμείς είμαστε όλοι γέροι, για μας πλέον δεν έχει καμιά σημασία».

Το καθεστώς έντρομο μπροστά στις κατακλυσμιαίες εξελίξεις κηρύσσει το στρατιωτικό νόμο στις 20 Μάη. 300.000 στρατιώτες συγκεντρώνονται στα περίχωρα του Πεκίνου, περίπου το 10% του στρατού της Κίνας. Καθώς τα νέα διαδίδονται, φοιτητές και εργάτες μαζεύονται κατά χιλιάδες και σταματούν τα λεωφορεία απαιτώντας να τους μεταφέρουν στις συνοικίες όπου φτιάχνουν οδοφράγματα με τα ίδια λεωφορεία και με μπουλντόζες. Οι εργαζόμενοι στο μετρό κόβουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για να εμποδίσουν το στρατό να φτάσει στο κέντρο της πόλης.

Ενας αυτόπτης μάρτυρας διηγείται:

"Τα οδοφράγματα ξέραμε ότι από μόνα τους δεν θα σταματούσαν το στρατό. Τα στήναμε γιατί έτσι είχαμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε με τους στρατιώτες και να τους πείσουμε ότι δεν πρέπει να μας επιτεθούν. Και είναι εντυπωσιακό ότι έτσι κρατήσαμε για μέρες μακριά τον στρατό. Τα οδοφράγματα δεν είναι για να στέκεσαι πίσω τους, είναι για να βρίσκεσαι μπροστά τους. Συζητάμε με τους στρατιώτες. Ερχεται ένα φοιτητής από την Τιενανμέν. Μας διαβάζει από την ντουντούκα μια προκήρυξη. Καλεί τους εργάτες να ενωθούν με τους φοιτητές. Ολοι δηλώνουμε ότι είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμ αν χρειαστεί. Το κέντρο της πόλης, περίπου εννιά χιλιόμεετρα βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των φοιτητών. Υπάρχουν πάνω από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι στους δρόμους. Συνέχεια περνούν φορτηγά γεμάτα με κόσμο που πάνε στο ένα ή το άλλο οδόφραγμα. Ομάδες γυρίζουν και βλέπουν αν χρειάζονται ενισχύσεις. Όλα τα οχήματα έχουν κόκκινες σημαίες. Και όλοι τραγουδάμε τη Διεθνή, ξανά και ξανά και ξανά…" 



Το σαββατοκύριακο 21 και 22 Μάη του 1989, η εξέγερση κορυφώνεται και αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής επανάστασης. Πολλοί στρατιώτες συναδελφώνονται με τους φοιτητές και τους εργάτες και η κυβέρνηση μοιάζει ανήμπορη να ελέγξει την κατάσταση. Στις 22 Μάη κυκλοφορεί ένα γράμμα με υπογραφές 100 αξιωματικών του στρατού και κομματικών παραγόντων που ζητά την ανάκληση του στρατιωτικού νόμου.

Η αυτοπεποίθηση και η εμπειρία από τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις, οδήγησε μια μειοψηφία εργατών στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν να χτιστούν νέα ανεξάρτητα από το κράτος συνδικάτα. Το μεγαλύτερο από αυτά ήταν η Ανεξάρτητη Ομοσπονδία Εργατών του Πεκίνου, αλλά παρόμοιες οργανώσεις φτιάχτηκαν στη Σανγκάη, στο Χανγκσχού, στο Ξιάν, στο Τιαντζίν και στην Καντώνα. Η Ανεξάρτητη Ομοσπονδία του Πεκίνου ιδρύθηκε στις 21 Απρίλη, αλλά εμφανίστηκε δημόσια για πρώτη φορά στην Τιενανμέν, στις 20 Μάη.

Απεργία πείνας

"Περίπου 200 εργάτες κατασκήνωσαν δίπλα στους φοιτητές και σήκωσαν το πανό το πανό της Ομοσπονδίας. Ο πυρήνας τους αποτελούνταν από χαλυβουργούς, σιδηροδρομικούς, εργαζόμενους στις αεροπορικές γραμμές, στα εστιατόρεια… Γρήγορα γύρω τους μαζεύτηκαν χιλιάδες άλλοι εργάτες για να ακούσουν τις ομιλίες από τα μεγάφωνα".

Από τις 25 Μάη η άρχουσα τάξη, κάνοντας πια έναν αγώνα επιβίωσης, συσπειρώνεται γύρω από τους σκληρούς, ενώ το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών διοικητών της Κίνας υποστηρίζει τον πρωθυπουργό Λι Πεγκ. Η κυβέρνηση εκμεταλλευόμενη τη σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στους ηγέτες των φοιτητών για το μέλλον του αγώνα και το σταμάτημα των απεργιών αρχίζει την τρομοκρατία. Στα εργοστάσια συλλαμβάνονται αρκετοί εργάτες που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Το κλίμα τρομοκρατίας επιβάλλεται και στα πανεπιστήμια και η συμμετοχή στις διαδηλώσεις μειώνεται δραματικά. Στην πλατεία Τιενανμεν οι φοιτητές σε μια απέλπιδα προσπάθεια στήνουν το άγαλμα της "θεάς της Δημοκρατίας". Οταν όμως το καθεστώς αρχίζει να παίρνει τα πρώτα κατασταλτικά μέτρα η αντίδραση αναζωπυρώνει το κίνημα. Στις 30 Μάη δεκάδες χιλιάδες διαδηλώνουν ενάντια στη σύλληψη τριών εργατών ηγετών του ανεξάρτητου εργατικού συνδικάτου.

Ο χρόνος είναι πλέον ζωτικής σημασίας για την άρχουσα τάξη. Τη νύχτα 3 με 4 του Ιούνη 1989 ο στρατός προχώρησε στην σφαγή: τα τανκς εισέβαλαν στην πλατεία της Τιενανμεν. Οι διαδηλωτές κράτησαν μέχρι την τελευταία στιγμή τις "αλυσίδες" τραγουδώντας τη Διεθνή. Σιώπησαν μόνο από τα πολυβόλα...

Οι επόμενες μέρες είδαν την ηρωική αλλά άνιση μάχη των φοιτητών και εργατών ενάντια στα τανκς. Μερικές χιλιάδες συγκεντρώθηκαν στις συνοικίες και συνέχιζαν να συγκρούονται με τον στρατό. Τα ξημερώματα της 6 Ιούνη, ένας δεκαεννιάχρονος εργοστασιακός εργάτες, η Βανγκ Βεϊλίν, στάθηκε μπροστά σε μια φάλαγγα από τανκς, τα ανάγκασε να σταματήσουν την πορεία τους, ανέβηκε πάνω σε ένα από αυτά και έκανε το σήμα της νίκης. Το φιλμ έκανε το γύρο του κόσμου και έγινε σύμβολο της γενναιότητας των εξεγερμένων. Ο Βανγκ Βεϊλίν, εκτελέστηκε μυστικά δυο βδομάδες αργότερα.

Αν στο Πεκίνο η αιματηρή καταστολή τσάκισε το κίνημα, στις άλλες πόλεις η αντίσταση συνεχίστηκε για δέκα μέρες. Στο Τσενγκντού επί δύο μέρες γίνονταν μάχες,οι οποίες άφησαν πάνω από 300 νεκρούς στους δρόμους. Στη Σανγκάη και στο Ναντζίινγκ έγιναν διαδηλώσεις 100.000 ανθρώπων. Σε μια από τις διαδηλώσεις στην περιοχή Γκουανγκτζού, ένας φοιτητής φώναζε από τα μεγάφωνα:

"Όχι πια άλλες απεργίες πείνας, είναι άχρηστες. Χρειάζεται γενική απεργία. Μόνο αν οι εργάτες σταματήσουν την παραγωγή χάλυβα και ηλεκτρισμού, μόνο αν οι σιδηροδρομικοί σταματήσουν τα τρένα, μόνο τότε θα ανατρέψουμε αυτό το καθεστώς. Ούτε η άρχουσα τάξη, ούτε ο στρατός της φτάνει για να κινήσει όλα τα εργοστάσια της Κίνας. Οι εργάτες έχουν τη δύναμη, ας τη χρησιμοποιήσουν. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος".

Όμως, οι διαδηλώσεις δεν μπορούσαν να κρατήσουν για πολύ απέναντι στην πιο αιματηρή καταστολή που υπήρξε σε  κράτος από την εποχή της Ουγγαρίας του '56. Η αντεπαναστατική τρομοκρατία κυριάρχησε σε ολόκληρη την Κίνα. Ο κινεζικός Ερυθρός Σταυρός υπολόγισε τους νεκρούς, στη διάρκεια της καταστολής στην Τιενανμέν, σε 2.600 μόνο στην πρωτεύουσα. Στο Πεκίνο εκτελέστηκαν μεταξύ 17 και 22 Ιούνη 400 από τους συλληφθέντες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που εκτελέστηκαν ήσαν τρεις εργάτες στην Σαγκάη. Στα τέλη του 1989 πάνω από 30.000 εργάτες βρίσκονταν στις φυλακές. Το καθεστώς -όπως κάθε αστικό κράτος στον κόσμο- ήξερε ότι οι εργάτες αποτελούν τον κύριο εχθρό του σε στιγμές εξέγερσης.

Τα προβλήματα, όμως, για την άρχουσα τάξη δεν επρόκειτο να εξαφανιστούν με μαγικό τρόπο χάρη στα τανκς. Το κόστος της καταστολής γι αυτήν ήταν τρομακτικό. Τα εργοστάσια στο Πεκίνο, στην Σαγκάη και σ' όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις παρέμειναν κλειστά για αρκετές μέρες. Το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει καταστραφεί σε αρκετά σημεία από την προσπάθεια των διαδηλωτών να εμποδίσουν τις μετακινήσεις του στρατού. Υπολογίστηκε ότι οι εξαγωγές της χώρας έπεσαν γύρω ατο 20% αυτό το χρόνο.

Πάνω απ' όλα η άρχουσα τάξη πιεζόταν αφόρητα για να εξασφαλίσει κάποιου είδους ευρύτερη συναίνεση. Η εξέγερση δημιούργησε συνθήκες μακρόσυρτης πολιτικής αστάθειας που ανάγκασε τουλάχιστον προσωρινά τους δυτικούς καπιταλιστές να φοβούνται για τις επενδύσεις τους στην Κίνα. Οι οικονομικές απώλειες στα εργοστάσια μπορούσαν να καλυφθούν μόνο με υπερωρίες και εντατικοποίηση, όμως το καθεστώς θα πρέπει να πληρώσει για την κοινωνική γαλήνη με αυξήσεις μισθών και αυξήσεις στα πριμ.

Ανάμεσα στην άρχουσα τάξη και τους εργάτες - φοιτητές η εξέγερση άνοιξε ένα τεράστιο χάσμα που δεν θα μπορούσε πια εύκολα να γεφυρωθεί. Ενα χάσμα από όπου μπορούν να αναβλύσουν οι ιδέες της εργατικής επανάστασης. Όπως έγραφε η προκήρυξη της Ανεξάρτητης Εργατικής Ομοσπονδίας που μοιραζόταν τη μέρα που τα οδοφράγματα απελευθέρωσαν το Πεκίνο:

"Η εργατική τάξη είναι η πιο πρωτοπόρα τάξη κι εμείς, το Δημοκρατικό Κίνημα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να διακηρύξουμε την τεράστια δύναμή της. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας υποτίθεται ότι είναι κράτος των εργατών, άρα έχουμε όλο το δικαίωμα να ανατρέψουμε τους δικτάτορες… Το να τους ανατρέψουμε είναι το αδιαφιλονίκητο καθήκον μας. Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε πέρα από τις αλυσίδες μας, έχουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσουμε"!





  





 Το μεγάλο ταμπού της Τιεν Αν Μεν

Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, ατενίζοντας την αέναη ροή του χρόνου, ο Κομφούκιος, έστρεψε το βλέμμα του σε ένα ποτάμι και είπε: «έτσι σαν αυτό ρέει ο χρόνος, ποτέ δεν σταματάει, μέρα ή νύχτα…» Στην Κίνα, ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει αλλά ταυτόχρονα να ρέει ασταμάτητα. Το μακελειό της Τιεν Αν Μεν που έγινε είκοσι χρόνια πριν στο Πεκίνο, στο οποίο δολοφονήθηκαν χιλιάδες άοπλοι πολίτες και σημαδεύτηκε η ζωή εκατομμυρίων άλλων, μοιάζει τώρα να είναι φυλακισμένο στον 20ο αιώνα, ξεχασμένο και αγνοημένο καθώς η Κίνα συνεχίζει την τυφλή της εξόρμηση προς το μέλλον.
Η αμνησία στην οποία έχει παραδοθεί η Κίνα δεν είναι το αποτέλεσμα μιας φυσικής απώλειας μνήμης αλλά μιας διαγραφής που επιβλήθηκε βίαια από το κράτος. Το κομουνιστικό καθεστώς της Κίνας δεν τολμάει να κάνει την παραμικρή αναφορά για τη σφαγή. Αλλά η πλατεία Τιεν Αν Μεν και άλλοι τόποι που συνδέθηκαν με τα γεγονότα του 1989 παραμένουν ακόμη φορτωμένα με μνήμες. Όταν ο γραπτός και ο προφορικός λόγος λογοκρίνεται, το αστικό τοπίο γίνεται ο μοναδικός σύνδεσμος της χώρας με το παρελθόν της.
Έφυγα από το Πεκίνο το 1987 λίγο προτού τα βιβλία μου απαγορευτούν εκεί, αλλά επέστρεφα πολύ συχνά. Το 1989 ήμουν στην πλατεία Τιεν Αν Μεν με τους φοιτητές έζησα στις αυτοσχέδιες σκηνές τους και τραγούδησα κι εγώ τη Διεθνή μαζί με τις νεανικές φωνές τους. Στις δυό δεκαετίες που πέρασαν από τότε, κάθε φορά που γυρίζω πίσω, οι εικόνες από εκείνες τις μέρες μοιάζουν να επιστρέφουν με όλο και μεγαλύτερη επιμονή.
Στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, πέρυσι, πήγα τον πεντάχρονο τώρα γιο μου στην πλατεία. Στην επίσκεψή μας εκεί, οι κάμερες παρακολουθούσαν τις κινήσεις μας. Υπήρχαν στο ασανσέρ του οικοδομικού συγκροτήματος, στην είσοδό του, στο ταξί κατέγραφαν τον ήχο με ειδικές συσκευές, μας παρακολουθούσε επίσης η ένοπλη αστυνομία και οι φρουροί της ασφάλειας, που μας έκαναν σωματική έρευνα προτού μας επιτρέψουν να προχωρήσουμε στην Τιεν Αν Μεν. Βγήκαμε από την υπόγεια διάβαση και περπατήσαμε στην πλατεία. Πέρα από τα πλήθη των αστυνομικών, των μυστικών που δεν φορούσαν στολές (αλλά ήταν ευδιάκριτοι από τα σκούρα γυαλιά ηλίου και τα ομοιόμορφα φανελάκια) και τις πανομοιότυπες εκθέσεις λουλουδιών, η τσιμεντένια πλατεία που έχει μήκος όσο εννιά περίπου ποδοσφαιρικά γήπεδα ήταν σχεδόν εντελώς έρημα.
Την άνοιξη του 1989, η πλατεία είχε καταληφθεί από φοιτητές του Πεκίνου και πολίτες που σχημάτισαν τη πολυπληθέστερη ειρηνική διαμαρτυρία στην ιστορία. Ζητούσαν επίμονα να επιτρέψουν το διάλογο οι ηγέτες του κομουνιστικού κόμματος και ακόμη περισσότερο ο αγώνας του ήταν για ελευθερία και δημοκρατία. Η τσιμεντένια συμπαγής πλατεία έγινε ο χτύπος της καρδιάς ολόκληρης της πόλης, η αστυνομία είχε εξαφανιστεί. Αυτό είχε το ευεργετικό αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια υπέροχη χαρούμενη αναρχία που είχε όμως προς μεγάλη μας έκπληξη, απόλυτη πειθαρχία.
Ο γιος μου έτρεξε στο σημείο όπου 20 χρόνια πριν οι φοιτητές είχαν υψώσει ένα τεράστιο αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας από φελιζόλ. Κοίταξε προς τη βόρεια πλευρά στην Πύλη της Τιεν Αν Μεν, την είσοδο της Απαγορευμένης Πόλης, εκεί όπου ζούσαν οι κινέζοι αυτοκράτορες. Το 1949, ο Μάο στάθηκε στην πύλη και ανακοίνωσε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας. Τώρα, οι κόκκινοι τοίχοι της πύλης είχαν καλυφθεί με σκαλωσιές και πράσινες γάζες. Σε πολιτικά ευαίσθητους καιρούς αυτοί οι τοίχοι ήταν μόνιμα καλυμμένοι για «σημαντικές επισκευαστικές εργασίες», εξασφαλίζοντας ότι ο κόσμος δεν θα πλησίαζε αρκετά κοντά για να τους να τους λερώσει με ανατρεπτικά συνθήματα. Το μόνο κομμάτι της πύλης ότι οι τουρίστες μπορούσαν τώρα να φωτογραφίσουν ήταν το πορτρέτο του Προέδρου Μάο πάνω από την κεντρική αψίδα.
Ο γιος μου κοίταξε προς τα πάνω το ροζ, κοντόχοντρο πρόσωπο του τυράννου και με ρώτησε ποιος ήταν.
"Ο Μάο Τσε Τουνγκ," του απάντησα.
"Είναι νεκρός τώρα;" ρώτησε, με τον ιδρώτα να στάζει στα μάγουλά του.

"Πέθανε χρόνια πριν, το σώμα του βρίσκεται σ 'αυτό το μεγάλο κτίριο εκεί πέρα», εξήγησα, δείχνοντάς του το γκρι μαυσωλείο από σκυρόδεμα πίσω μας. Ο γιος μου γύρισε και έτρεξε προς ένα υπόστεγο με παγωτά, και σκέφτηκα πως, το 1989, κι εγώ έτρεχα στην πλατεία σε συνθήκες ασφυκτικής ζέστης, με μια σακούλα παγο-καραμέλες στο σακίδιό μου, για να τις δώσω στους φίλους μου συγγραφείς που έκαναν πορεία προς την πλατεία ξεκινώντας από την Ακαδημία Λιου Ξουν των Συγγραφέων, ζητώντας ελευθερία έκφρασης και να σταματήσει η διαφθορά της κυβέρνησης. Τους έκανα το σήμα της νίκης, καθώς περνούσαν μπροστά μου. Ήταν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι στην πλατεία εκείνη τη μέρα. Ο ουρανός είχε το ίδιο , στη συνέχεια, γαλάζιο χρώμα όπως τώρα, αλλά αντί για το άρωμα των λουλουδιών και του πράσινου χλοοτάπητα, η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από την ξινή μυρωδιά του ιδρώτα, την σήψη των σκουπιδιών και τις κραυγές διαμαρτυρίας.
Όσο ο γιος μου κοίταζε τα παγωτά, εγώ κοιτούσα τη γέφυρα πάνω από την τάφρο που περικυκλώνει την Πύλη της Τιεν Αν Μεν πάνω από τον ποταμό Γινσούι. Ήταν γεμάτη με αστυνομικούς που τους έβαζαν εκεί για να εμποδίζουν τις απόπειρες αυτοκτονίας των αντικαθεστωτικών. Πέντε χρόνια πριν, ένας κάτοικος του Πεκίνου που ονομαζόταν Γιε Γκουοκιάνγκ είχε επιχειρήσει ένα τέτοιο θανατηφόρο άλμα ως διαμαρτυρία ενάντια στην έξωση που του είχε γίνει από το σπίτι του, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για ένα έργο των Ολυμπιακών Αγώνων. Καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση για την πράξη του. "Αν θέλετε να σκοτωθείτε», του είπε ο δικαστής, «τουλάχιστον να το κάνετε κρυφά στο σπίτι σας και όχι κάτω από τη μύτη του προέδρου." Ένας πολίτης μπορεί να δολοφονηθεί από τον στρατό κάτω από πορτρέτο του Μάο, αλλά όχι να αυτοκτονήσει εκεί.

Απέναντι από το Μουσείο της κινεζικής Ιστορίας, στην ανατολική πλευρά της πλατείας, τράβηξα μια φωτογραφία το γιο μου, να στέκεται μπροστά από μια έκθεση με φανταχτερά καφέ, κίτρινα και πορτοκαλί λουλούδια σε γλάστρες. Το σύνθημα από πάνω έλεγε: Ένας Κόσμος, Ένα Όνειρο. Στις αρχές Μαΐου του 1989, κατά τη διάρκεια της μαζικής απεργίας πείνας των φοιτητών, είχα πει σε μια φίλη μου ότι αν ο στρατός έμπαινε στην πλατεία και έστρεφε τα όπλα του πάνω μας, εγώ θα την πήγαινα κατευθείαν στο μουσείο για την προφυλάξω. «Νομίζεις ότι θα τολμήσουν να μας πυροβολήσουν;" μου είπε γελώντας. «Είσαι τρελός;" Φορούσε ένα ψάθινο καπέλο στο χρόνο, με τις λέξεις "Θλίψη! Χαρά!" τυπωμένες στην μπροστινή πλευρά. Όπως σχεδόν όλοι οι άλλοι, δε μπορούσε να πιστέψει ότι ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός θα μπορούσε να πυροβολήσει αθώους πολίτες.

Στις 28 Μαΐου 1989, ο αδερφός μου είχε ένα ατύχημα στην πατρίδα μου, το Κινγκντάο και έπεσε σε κώμα. Έφυγα αμέσως από το Πεκίνο για να τον δω, κι έτσι δεν ήμουν στη σφαγή της 4ης Ιουνίου. (Ίσως αν είχα μείνει, δεν θα ήμουν σε θέση να γράψω αυτό το κείμενο). Η φίλη μου, η Λι Λάνγιου, επικεφαλής της Ένωσης φοιτητών του Χονγκ Κονγκ, μου είπε ότι τα ξημερώματα της 4ης Ιουνίου καθόταν εδώ μπροστά από το μουσείο. Είδε στρατιώτες του Λ.Α.Σ. με πράσινα κράνη να ξεχύνονται από το εσωτερικό και να παρατάσσονται μπροστά στην είσοδο. Ένα αγόρι 15 περίπου έτρεξε προς τους στρατιώτες με μια πέτρα στο χέρι του και φώναξε, "Εσείς μόλις τώρα πυροβολήσατε τον αδερφό μου! Θέλω να εκδικηθώ το θάνατό του!" Η Λι Λάνγιου όρμησε πάνω του και τον τράβηξε πίσω. Όμως λίγα λεπτά αργότερα, είδε έναν άντρα να τρέχει κουβαλώντας το ίδιο εκείνο αγόρι στην αγκαλιά του. Ήταν νεκρός τώρα, με το πρόσωπό του καλυμμένο με αίμα. Το Μουσείο της κινεζικής Ιστορίας δεν διαθέτει τα μητρώα των γεγονότων που συνέβησαν εδώ μπροστά στα σκαλοπάτια του.
Πήγα κοντά στο γιο μου και του αγόρασα ένα παγωτό ξυλάκι με μορφή πάντα. (Πίσω στο Λονδίνο, ένα μήνα αργότερα, η μητέρα του κι εγώ τρομοκρατηθήκαμε όταν μάθαμε ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα με τα οποία τον ταΐζαμε, αυτόν και την τρίχρονη αδελφή του ήταν μολυσμένα από μελαμίνη που προκαλεί πέτρες στα νεφρά. Η κινεζική κυβέρνηση γνώριζε ότι κάποιοι αδίστακτοι αγρότες είχαν νοθεύσει το γάλα για να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους, αλλά το σκάνδαλο είχε κρατηθεί μυστικό από όλα τα μέσα ενημέρωσης για να μη χαλάσει την προπαγάνδα τους για το μεγάλο γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων.)
Συνεχίσαμε προς τα νότια περνώντας από το μαυσωλείο του Μάο και στις σκέψεις μου ξαναγύρισε και πάλι το 1989, όταν ένας μαθητής ήρθε στη σκηνή μου, και μου είπε πως λαχταρούσε να συγκεντρώσει μερικούς φίλους, να μπουν στο μαυσωλείο, να βγάλουν έξω το πτώμα του Μάο και να το ρίξουν στο ποτάμι Γινσούι. Είπε ότι όσο ταριχευμένο σώμα του Μάο παραμένει στην πλατεία, στην Κίνα δεν θα υπάρχει ειρήνη.
Με ένα αίσθημα κούρασης και αποθάρρυνσης, πήρα το γιο μου το χέρι και τον οδήγησα προς την περιοχή Κιανμέν. Το 1989, τριγύριζα συχνά στους πολυσύχναστους δρόμους της ψάχνοντας να βρω μερικά μπολ με ζυμαρικά. Εκείνες τις μέρες οι μικροπωλητές μοίραζαν δωρεάν ποτά και ψωμάκια στους πεινασμένους διαδηλωτές. Άκουσα ότι όταν οι φοιτητές εκδιώχθηκαν από την πλατεία στις 4 Ιουνίου, οι πλανόδιοι πωλητές πήραν τα καλάθια τους με τα παπούτσια και έτρεχαν να τα δώσουν στους διαδηλωτές, οι οποίοι είχα χάσει τα παπούτσια τους μέσα στον χαμό. Σήμερα, ο η περιοχή ήταν σχεδόν αγνώριστη. Στην πορεία προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τα κτίρια από την εποχή της δυναστείας Μινγκ κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, με τα όμορφα πέτρινα γλυπτά τους και περίτεχνα ξύλινα γείσα, είχαν κατεδαφιστεί και αντικατασταθεί από τα άψυχα, σύγχρονα αντίγραφα του παλιού εαυτού τους. Στάθηκα με το γιο μου μέσα σε όλο αυτό το κιτς, ενώ οι ντόπιοι περιπλανιόνταν αμήχανοι, με τις φωτογραφικές μηχανές στο χέρι, έχοντας τώρα μετατραπεί σε τουρίστες μέσα στη δική τους γειτονιά.
Στο πέρασμα του χρόνου, η αίσθηση της αποξένωσης από το παρελθόν γίνεται αποπνικτική και λαχταράς να βρεις ένα τρόπο να συνδεθείς με τους παλιούς φίλους. Όταν έφτασα στο Πεκίνο λίγες εβδομάδες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η μυστική αστυνομία με κάλεσε στο ξενοδοχείο Sheraton και, πέρα από τον καφέ και κέικ που μου πρόσφεραν, μου είπαν πολύ ευγενικά να μην μιλάω στον κόσμο, να μην συναντηθώ με ξένους δημοσιογράφους και κυρίως να μείνω μακριά από «πολιτικά ευάλωτους» ανθρώπους, όπως τον Λιου Ξιάομπο και την Ζου Ντούο - δύο από τις τέσσερις διανοούμενους που προχώρησαν σε απεργία πείνας σε ένδειξη συμπαράστασης με τους φοιτητές κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών του δημοκρατικού κινήματος. Ο Ζου Ντούο, πρώην καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, είναι ένας παλιός μου φίλος. Είναι ένας ήσυχος, ακαδημαϊκός που αγαπάει τη φιλοσοφίας και την κλασική μουσική. Το 1989 μπήκε στο δημοκρατικό κίνημα, όταν ο πασίγνωστος και χαρισματικός δοκιμιογράφος, Λιου Ξιάομπο, τον ανακήρυξε ως τον πιο σημαντικό πνευματικό άνθρωπο της γενιάς μας. Ο Ζου Ντούο δεν είχε ποτέ ως τότε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική, κι έτσι ένιωσα έκπληξη όταν άκουσα ότι είχε ενταχθεί στην απεργία πείνας. Αργά το βράδυ της 3ης Ιουνίου ο ίδιος και ο ταϊβανέζος ροκ σταρ, Χου Ντεγιάν, πήγαν να διαπραγματευτούν με το στρατό. Ενώ οι φοιτητές στριμωχνόντουσαν με τη βία κάτω από το Μνημείο Ηρώων του Λαού, εκείνος εκλιπαρούσε τον στρατό να τους αφήσει να φύγουν από την πλατεία με ασφάλεια. Η ήρεμη, διπλωματική συμπεριφορά του αναμφίβολα έσωσε χιλιάδες ζωές.
Σε αντίθεση με τον Λιου Ξιάομπο ο οποίος, αφού πέρασε αρκετά χρόνια στη φυλακή, είναι τώρα πάλι υπό κράτηση εξαιτίας της υπογραφής μιας διακήρυξης για πολιτικές μεταρρυθμίσεις, ο Ζου Ντούο έχει εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή. Δεν του επέτρεψαν πια να εργαστεί ή να δημοσιεύσει οτιδήποτε, και από το 1989 και μετά είναι υπό συνεχή αστυνομική επιτήρηση. Έχει δηλώσει τη μετάνοιά του για τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις και την καταστροφή της καριέρας του. Αφού ανακάλυψε το Θεό, καταφέρνει να επιζεί με μικροδουλειές που κάνει μέσα από το διαμέρισμά του στα περίχωρα του Πεκίνου, το οποίο παρακολουθείται συνεχώς και ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο του σχεδιάζοντας μοντέλα για το πολιτικό μέλλον της Κίνας. Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να τον δουν. Μιλήσαμε για λίγο από το παγιδευμένο με κοριούς τηλέφωνό του πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά δεν τόλμησα να προτείνω μια συνάντηση
Το Φεβρουάριο αυτής της χρονιάς ξαναγύρισα στην Κίνα για να συνεχίσω την έρευνα για το επόμενο βιβλίο μου. Οι αρχές γνωρίζουν τα μυθιστορήματά μου που έχουν δημοσιευθεί στη Δύση, συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου με τίτλο «Πεκίνο σε Κώμα», με την ιστορία ενός φοιτητή που πυροβολήθηκε στην πλατεία Τιεν Αν Μεν, αλλά ως τώρα με αφήνουν να επιστρέφω. Συνεχίζουν φυσικά να με ψάχνουν, να κατάσχουν τα έγγραφά μου και να παρακολουθούν τις κινήσεις μου, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως ξέρω ότι όσο η φωνή μου δεν επιτρέπεται να ακουστεί στην Κίνα, δεν μπορώ να τους κάνω πολύ κακό. Παρά το γεγονός ότι το επόμενο βιβλίο μου δεν έχει τίποτα να κάνει με Τιενανμέν, λίγες μέρες μετά την άφιξή μου, τον Φεβρουάριο, χωρίς να το θέλω ο εαυτός μου με τράβηξε πάλι εκεί, στον τεράστιο ανοιχτό χώρο. Πήγα εκεί με ταξί. Η πλατεία ήταν έρημη και ήταν σκεπασμένη με ένα χαλί από χιόνι. Τα σμαραγδένια κωνοφόρα σε όλο το μήκος της περιμέτρου της τραβούν το βλέμμα σου προς τον ουρανό. Κατέβασα το παράθυρο για να τραβήξω μια φωτογραφία, αλλά πριν προλάβω να πατήσω το κουμπί, ο οδηγός γάβγισε, "Κλείσ’το παράθυρο! Υπάρχει ένας νέος κανονισμός, δεν το ξέρεις; Όλα τα παράθυρα των ταξί πρέπει να διατηρούνται κλειστά στη διάρκεια της οδήγησης στην περιοχή της πλατείας Τιεν Αν Μεν. Έχει οριστεί ως «πολιτικά ευαίσθητη περιοχή».
Φέτος είναι μια χρονιά με πολλές σημαντικές επετείους στην Κίνα, καθώς συμπληρώνονται 60 χρόνια από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας και 20 από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν. Η κυβέρνηση είναι σε μεγαλύτερη επιφυλακή από ποτέ. Ανέβασα το παράθυρο, έριξα μια ματιά έξω στην πλατεία και θυμήθηκα ξανά το πλήθος των υψωμένων χεριών, τα πανό και τις σημαίες. Οι κραυγές από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές που τους ανάγκασαν να σωπάσουν αντηχούσαν στο αυτί του μυαλού μου, και αυτό μου έλεγε πολύ περισσότερα από οτιδήποτε θα μπορούσαν τα μάτια μου τώρα να δουν.
Το «Πεκίνο σε κώμα» μου πήρε 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Τα πρώτα χρόνια έγραψα πολύ λίγα πράγματα. Μία και μόνο εικόνα επαναλαμβανόταν συνέχεια στο μυαλό μου και με εμπόδιζε να προχωρήσω: ένας άνθρωπος βρίσκεται γυμνός σε ένα σιδερένιο κρεβάτι, με ένα σπουργίτι σκαρφαλωμένο στο μπράτσο του, το στήθος του φωτίζεται από μια παγωμένη αχτίδα φωτός. Εκείνα τα 10 χρόνια ήταν ένας αγώνας για να αποδείξω στον εαυτό μου τη δύναμη και το νόημα αυτής της μοναχικής δέσμης του φωτός.

"Γιατί οι άνθρωποι να είναι τόσο ικανοί στο να μεταμορφώνουν τον παράδεισό τους σε κόλαση;" μουρμούρισα στον εαυτό μου και έκλεισα τα μάτια μου.

Απόσπασμα από κείμενο του κινέζου συγγραφέα  Ma Jian
που δημοσιεύτηκε το 2009 στην εφημερίδα  Guardian



Ζάο Ζιγιάνγκ  «Μυστικό Ημερολόγιο» 

«Ετοίμασα το παραπάνω γραπτό υλικό τρία χρόνια μετά την τραγωδία της 4ης Ιουνίου (1989). Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τραγωδία αυτή. Από τους ακτιβιστές που συμμετείχαν στα γεγονότα, εκτός όσων διέφυγαν στο εξωτερικό,οι περισσότεροι συνελήφθησαν, ανακρίθηκαν επανειλημμένα και καταδικάστηκαν. Σήμερα η αλήθεια πρέπει να έχει διαλευκανθεί. Βεβαίως τώρα θα έπρεπε να έχει δοθεί απάντηση στα τρία παρακάτω ερωτήματα.

Πρώτον, εκτιμήθηκε τότε ότι το κίνημα των σπουδαστών ήταν “μια σχεδιασμένη συνωμοσία” αντικομματικών, αντισοσιαλιστικών στοιχείων που διέθεταν ηγεσία. Επομένως, θα πρέπει τώρα να ρωτήσουμε: Ποιοι ήταν αυτοί οι ηγέτες; Ποιο το σχέδιο; Ποια η συνωμοσία; Τι στοιχεία υπάρχουν που να το υποστηρίζουν; Ειπώθηκε επίσης ότι υπήρχαν “μαύρα χέρια” εντός του κόμματος. Ποια ήταν λοιπόν αυτά;

Δεύτερον, ειπώθηκε ότι τούτο το γεγονός στόχευε στην ανατροπή της Λαϊκής Δημοκρατίας και του Κομουνιστικού Κόμματος. Πού είναι τα τεκμήρια; Είχε λεχθεί τότε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι μας ζητούσαν να διορθώσουμε μόνο τις ατέλειές μας, ότι δεν επιχειρούσαν να ανατρέψουν το πολιτικό μας σύστημα. Έπειτα από τόσα χρόνια, τι στοιχεία συγκεντρώσαμε μέσω των ανακρίσεων; Εγώ είχα δίκιο ή αυτοί; Πολλοί από τους ακτιβιστές για τη δημοκρατία που βρίσκονται στην εξορία λένε ότι πριν από την 4η Ιουνίου πίστευαν ακόμη ότι το Κόμμα μπορούσε να βελτιωθεί. Μετά την 4η Ιουνίου, ωστόσο, είδαν ότι δεν υπήρχε ελπίδα για το Κόμμα και μόνο τότε πήραν θέση εναντίον του. Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, οι σπουδαστές προέβαλαν πολλά συνθήματα και αιτήματα, αλλά το πρόβλημα του πληθωρισμού για κάποιον ανεξήγητο λόγο απουσίαζε, μολονότι ο πληθωρισμός ήταν ένα καυτό ζήτημα που θα μπορούσε εύκολα να προβληθεί πολύ έντονα και να προκαλέσει ανάφλεξη ολόκληρης της κοινωνίας.

Αν λοιπόν τότε οι σπουδαστές επεδίωκαν να αντιπαρατεθούν στο Κομουνιστικό Κόμμα, γιατί δεν εκμεταλλεύθηκαν αυτό το ευαίσθητο ζήτημα; Αν η πρόθεσή τους ήταν να κινητοποιηθούν οι μάζες, δεν θα ήταν πιο εύκολο αν προβάλλονταν ερωτήματα σαν κι αυτό; Εκ των υστέρων, είναι φανερό ότι ο λόγος που οι σπουδαστές δεν προέβαλαν το ζήτημα του πληθωρισμού ήταν γιατί γνώριζαν πως σχετιζόταν με το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων και αν προβαλλόταν με έμφαση προκειμένου να κινητοποιηθούν οι μάζες, θα μπορούσε να καταλήξει στο να παρεμποδίσει τη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων.

Τρίτον, μπορεί να αποδειχθεί ότι το κίνημα της 4ης Ιουνίου ήταν “αντεπαναστατική αναταραχή”, όπως χαρακτηρίστηκε; Οι σπουδαστές συμπεριφέρονταν με τάξη. Πολλές αναφορές δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις όπου ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός δεχόταν επιθέσεις, συχνά οι σπουδαστές ήταν εκείνοι που προσέτρεχαν να τον υπερασπιστούν. Μεγάλος αριθμός από κατοίκους της πόλης εμπόδιζαν την είσοδο του στρατού στην πόλη. Γιατί; Ήθελαν μήπως να καταλύσουν το πολίτευμα;

Φυσικά, όποτε μεγάλος αριθμός ατόμων εμπλέκεται, θα υπάρχει πάντοτε μια ελάχιστη μειονότητα μέσα στο πλήθος που ίσως επιτεθεί στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Η κατάσταση ήταν χαοτική. Είναι πολύ πιθανόν κάποιοι χούλιγκαν να εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση προκειμένου να προκαλέσουν φασαρίες, πώς όμως μπορούν οι πράξεις αυτές να αποδοθούν στην πλειονότητα των πολιτών και των σπουδαστών; Ως τώρα απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν έχει δοθεί.

Ένα άλλο ζήτημα ήταν το πώς θα έπρεπε να χειριστεί κανείς τους ανθρώπους που εμπλέκονταν σε όλα αυτά. Η Εκστρατεία Αντιφιλελευθεροποίησης δεν ήταν απλώς ένα θεωρητικό ζήτημα. Οι μεγαλύτεροι πονοκέφαλοί μου προέρχονταν από το αν θα έπρεπε να τιμωρηθούν άνθρωποι, από το πώς θα περιοριζόταν το κακό που είχε προκληθεί στους ανθρώπους και από το πώς θα περιορίζαμε τον αριθμό όσων είχαν υποφέρει. Από την αρχή της εκστρατείας, κάποια υπέργηρα κομματικά στελέχη υποστήριζαν με ενθουσιασμό την εκστρατεία και ήθελαν να τιμωρήσουν ένα σωρό ανθρώπους. Ο Ντενγκ Χσιάο Πινγκ πίστευε πάντοτε πως εκείνοι που προωθούσαν τη διαδικασία φιλελευθεροποίησης στο εσωτερικό του κόμματος θα έπρεπε να τιμωρηθούν αυστηρά. Το ίδιο πίστευε ο Γουάνγκ Ζεν και άλλοι υπερήλικοι. Άνθρωποι σαν τον Ντενγκ Λικούν και τον Χου Τσιαομού ήταν ακόμη σκληρότεροι. Ήθελαν να αρπάξουν την ευκαιρία να καταστρέψουν κάποιους ανθρώπους και να νιώσουν ικανοποίηση στη συνέχεια.

Ο λόγος για τον οποίο είχα τόσο έντονο ενδιαφέρον για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και αφοσιώθηκα στην προσπάθεια να βρω τρόπους ώστε να αναλάβω την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων αυτών ήταν γιατί ήμουν αποφασισμένος να εξαλείψω την ασθένεια του οικονομικού συστήματος της Κίνας στη ρίζα του. Χωρίς κατανόηση της αναποτελεσματικότητας του οικονομικού συστήματος της Κίνας δεν θα μου ήταν προφανώς τόσο έντονη η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις.

Φυσικά αυτά που καταλάβαινα προηγουμένως σχετικά με το πώς θα προχωρούσαμε στη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων ήταν ασαφή και επιφανειακά. Πολλές από τις προσεγγίσεις που πρότεινα μπορούσαν απλώς να περιορίσουν τα συμπτώματα- όχι να αντιμετωπίσουν τα θεμελιακά προβλήματα.

Εκείνο που παρουσιαζόταν ως ηλίου φαεινότερο σχετικά με το πώς θα απαλλασσόμασταν από την αναποτελεσματικότητα της κινεζικής οικονομίας ήταν πως το σύστημα έπρεπε να μετατραπεί σε μια οικονομία της αγοράς και ότι το πρόβλημα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας θα έπρεπε να λυθεί. Αυτό επήλθε ως παράγωγο της πρακτικής εμπειρίας μόνον έπειτα από μια μακρά διαδοχή βημάτων μπρος και πίσω.

Ποιο ήταν όμως το θεμελιώδες πρόβλημα; Στην αρχή δεν έμοιαζε ξεκάθαρο. Η αίσθησή μου γενικά ήταν μόνο πως θα έπρεπε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα. Αφότου έφτασα στο Πεκίνο, η καθοδηγητική αρχή μου όσον αφορά την οικονομική πολιτική ήταν όχι η μονοσήμαντη επιδίωξη να βελτιωθούν οι δείκτες παραγωγής, ούτε ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά το πώς θα εύρισκα έναν τρόπο ώστε ο κινεζικός λαός να απολαμβάνει συγκεκριμένη ανταμοιβή για την εργασία του. Αυτό ήταν το σημείο εκκίνησης. Αύξηση του ποσοστού ανάπτυξης κατά 2% ή 3% ετησίως μπορεί να θεωρείται εξαιρετική για τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά έθνη, αλλά ενώ η δική μας οικονομία αναπτυσσόταν σε ποσοστό 10% ετησίως, το επίπεδο διαβίωσης του λαού μας δεν είχαν βελτιωθεί.

Όσον αφορά το πώς θα χαρασσόταν αυτός ο νέος δρόμος δεν διέθετα εξ αρχής ένα πρότυπο ούτε και είχα κάποια συστηματική ιδέα κατά νου. Ξεκίνησα μόνο με την επιθυμία να βελτιώσω την οικονομική αποτελεσματικότητα. Αυτή η επιθυμία, αυτή η πεποίθηση, υπήρξε πολύ σημαντική. Το σημείο εκκίνησης ήταν: υψηλότερο επίπεδο αποτελεσματικότητας και οι άνθρωποι να διαπιστώνουν το πρακτικό κέρδος με τα ίδια τους τα μάτια. Έχοντας αυτό ως στόχο, βρέθηκε κι ένας ικανοποιητικός τρόπος έπειτα από πολλή έρευνα. Χαράξαμε σταδιακά το σωστό μονοπάτι»



Είκοσι χρόνια μετά την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης των φοιτητών στην πλατεία Τιενανμέν, στο Πεκίνο, δημοσιεύεται το «Μυστικό Ημερολόγιο» του Ζάο Ζιγιάνγκ, τότε Γενικού Γραμματέα του Κομουνιστικού Κόμματος και πρωθυπουργού της Κίνας.

Ο Ζιγιάνγκ είχε τότε αντιταχθεί στη βίαιη καταστολή του κινήματος, ζητώντας «διάλογο» για εξεύρεση λύσης - στάση που πλήρωσε με τον πολιτικό παραγκωνισμό του και κατ' οίκον περιορισμό μέχρι το θάνατό του. Στις 19 Μαΐου 1989 ο Ζάο Ζιγιάνγκ, ο τέως Κινέζος πρωθυπουργός που τέθηκε κατά της χρήσης στρατιωτικών δυνάμεων στους φοιτητές που διαδήλωναν, απευθύνθηκε βουρκωμένος στους συγκεντρωμένους στην πλατεία Τιενανμέν.

Τους είπε πως θα έπρεπε να σταματήσουν την απεργία πείνας που είχαν αρχίσει προκειμένου να αφήσουν ανοιχτή την πόρτα του διαλόγου με την κυβέρνηση και αφού τους ζήτησε συγγνώμη για τα σφάλματα και τις παραλείψεις της δικής του γενιάς, διατύπωσε τις φράσεις που έμειναν ιστορικές: «Ήρθαμε πολύ αργά» και «Δεν είστε σαν κι εμάς, εμείς είμαστε όλοι γέροι, για μας πλέον δεν έχει καμιά σημασία».

Μετά από εκείνο το λόγο, ο Ζάο τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και ο κόσμος δεν άκουσε ξανά για αυτόν μέχρι το θάνατό του, το 2005. Στις 19 Μαΐου το καθεστώς του αφαίρεσε όλες τις εξουσίες και στις 4 Ιουνίου οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ κατά των διαδηλωτών στο Πεκίνο, σκοτώνοντας εκατοντάδες άτομα και θέτοντας τέρμα στην εξέγερση που προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση. Ο Ζάο κατηγορήθηκε για «διχασμό του κόμματος» και «υποστήριξη αναταραχών».

Είκοσι χρόνια αργότερα δημοσιεύεται το «Μυστικό Ημερολόγιο» του πρώην Γενικού Γραμματέα του Κομουνιστικού Κόμματος της Κίνας και πρωθυπουργού Ζάο Ζιγιάνγκ, όπου με σκληρή γλώσσα αναφέρεται στα υπερήλικα στελέχη του ΚΚ που υποστήριξαν την επιβολή του στρατιωτικού νόμου και τη βίαιη καταστολή της εξέγερσης, παραγκωνίζοντας τον ίδιο που ήταν ο πλέον αρμόδιος για το θέμα, κατονομάζοντάς τους επανειλημμένα: Ντενγκ Χσιάο Πινγκ, Λι Χσινιάν, Γιάο Γιλίν, Χου Τσιαομού, Γουάνγκ Τσεν, Λι Πενγκ.

Ο διεθνής Τύπος χαιρέτισε την έκδοση με τίτλους όπως «Ο Ζάο Ζιγιάνγκ μιλάει από τον τάφο του», αλλά οι ειδικοί στην ιστορία της σύγχρονης Κίνας υποστηρίζουν ότι η αξία του βιβλίου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι αυτά που ήταν ήδη γνωστά πλέον επιβεβαιώνονται, σε μεγάλο βαθμό.

Το βιβλίο δεν συνίσταται από κείμενα που έγραψε ο Ζάο Ζιγιάνγκ, αλλά από το απομαγνητοφωνημένο υλικό τριάντα κασετών που κατέγραψε ο ίδιος το 1999 και 2000. Το υλικό μεταφράστηκε στα αγγλικά και έπειτα από σχετική επιμέλεια απέκτησε μορφή βιβλίου, ενώ άγνωστος παραμένει ο τρόπος που τα ντοκουμέντα διοχετεύθηκαν στη Δύση.



Σημειώσεις

 Τα μέλη της "Συμμορίας των Τεσσάρων" είχαν διακριθεί σε εθνικό επίπεδο επειδή υπήρξαν από τους πιο πιστούς υποστηριτκές του Μάο κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης. Τα ονόματά τους: Τσιανγκ Τσινγκ, η τέταρτη γυναίκα του Μάο, ο Γιάο Βεν Γιουάν, ένας δημοσιογράφος που έγινε ο κορυφαίος διανοούμενος-θεωρητικός για λογαριασμό του Μάο, ο Τσανγκ Τσουν Τσιάο, πρώην ηγέτης του ΚΚΚ στη Σανγκάη και ο Βανγκ Χονγκ Βεν, πρώην υπάλληλος της αστυνομίας των εργοστασίων που προήχθη σε υποδειγματικό εργάτη.



Πηγές - Βιβλιογραφία 

 ΣΕΚ, Συλλογές κειμένων Κίνα 1927-1997
 Μια φωνή από τον τάφο για τα γεγονότα του 1989 στην πλατεία Τιενανμέν, tvxs 2009

La regle du jeu, Place Tian Anmen
 Διαδηλώσεις στην πλατεία Τιεν Αν Μεν, Wikipedia
Hong Kong Alliance, The Summer of 89'
Tank Man, Wikipedia
Στην πλατεία Tiananmen, Κ.Αλεξανδρόπουλος



 Neil Burton, στο Neil Burton and Charles Bettelheim, China after Mao (Νέα Υόρκη 1978).


Παγκόσμια Τράπεζα, China: Long term development issues and options (Βαλτιμόρη 1985)

Margery Wolf, The revolution postponed (Λονδίνο 1987) .

Beijing Review, 10 Φλεβάρη 1986, centrefold.

Xinhua News Agency daily bulletin, Πεκίνο, 7 Μάη 1986.

Beijing Review, 15 Ιουνίου 1981
 MA JIAN, Πεκίνο σε κώμα, εκδόσεις Πάπυρος, σελ. 828



Παρακαλούμε τους αναγνώστες μας, εάν αντιγράφουν τα θέματα του ιστολογίου, να αναφέρουν την πηγγή σεβόμενοι την προσωπική εργασία και τον κόπο που απαιτείται. Να μην παραλείπονται επίσης οι πηγές και η σχετική βιβλιογραφία.














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου