Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Η Επανάσταση των Νεοτούρκων

Στις 23 Ιουλίου 1908 οι νέοι αξιωματικοί της Επιτροπής Ενώσεως και Προόδου διακήρυξαν την αποκατάσταση του Συντάγματος του 1876, πρώτα στο Μοναστήρι και έπειτα σε πολλές άλλες πόλεις της μακεδονίας. Στη μακεδονική πόλη της Δράμας π.χ. το απόγευμα της 23ης Ιουλίου έφθασαν με τραίνο απ' τη Θεσσαλονίκη εκατό στρατιώτες και 20 περίπου αξιωματικοί υπό την αρχηγία ενός νέου αξιωματικού που ονομαζόταν Ρουσέν. Ο τελευταίος, σε λόγο που εκφώνησε, είπε ότι έπρεπε να τεθεί τέλος στις φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις και
έρριξε στο πλήθος συνθήματα με τις ακόλουθες λέξεις στα γαλλικά: "Πατρίδα, ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα". Ο μόνος τρόπος, πρόσθεσε, να σωθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι να υπάρξει μία συνταγματική κυβέρνηση. Σε διάστημα μόλις δύο ωρών οι περισσότεροι κάτοικοι της Δράμας, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι, εκδήλωσαν με όρκο την αφοσίωση τους στο Σύνταγμα. Στις 4 το απόγευμα το Σύνταγμα διακηρύχθηκε και η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στο σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη με τηλεγράφημα. Μετά από τέτοια τελεσίγραφα που έφθαναν από πολλές πόλεις της Μακεδονίας, ο σουλτάνος υπεχώρησε, και τη νύχτα της 23ης Ιουλίου 1908 επανέφερε το Σύνταγμα του 1876*

Βασιλεία Αβδούλ Χαμίτ Β'
1876-1909

Η περίοδος της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ Β’  χαρακτηρίζεται απο την οικονόμικη εξάρτηση του οθωμανικού κράτους από τους δυτικούς πιστωτές του την εισαγωγή δυτικης τεχνολογίας και την προσπάθεια αποκλεισμού των δυτικών ιδεών.
Το 1881 το οθωμανικό δημόσιο χρέος ξεπερνούσε τις 100.000 χρυσές λίρες. Μία επιτροπή από ξένους ομολογιούχους διηύθυναν τη μεδόθευση της εξοφλήσεως των δανειών ασκώντας άμεσα έλεγχο στην οθωμανική οικονομία. Παράλληλα πραγματοποιούνταν η κατασκευή σιδηροδρομικών και τηλεγραφικών δικτύων. Ο σουλτάνος παρά την αντίθεση μιας μερίδας υπηκόων του καλωσόριζε τα ευρωπαϊκά δάνεια και τη δαπανηρή δυτική τεχνολογία, αλλά όχι και τις δυτικές προοδευτικές ιδέες.
Ο απολυταρχισμός της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ που εκδηλώθηκε με τους διωγμούς των προοδευτικών ομοθρήσκων του και τις σφαγές των χριστιανών Αρμενίων (1894-1896) δεν απέκτησε την μεθοδικότητα του κατοπινού καθεστώτος των Νεοτούρκων. Έτσι στάθηκε δυνατόν ν’ οργανωθεί μέσα στην ίδια την πρωτεύουσα η αντίδραση κατά του σουλτάνου και να εξαπλωθεί και σε πολλές οθωμανικές επαρχίες.

Το 1889 μερικοί σπουδαστές σχημάτισαν μία συνωμοτική εταιρία στον κήπο του Στρατιωτικού Ιατρικού Κολλεγίου της Κωνσταντινουπόλεως που αργότερα ονομάστηλε ‘’ Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο’’ και αποτέλεσε μαζί με τους εξόριστους στο Παρίσι Οθωμανούς φιλελεθερους την απαρχή της Κινήσεων των Νεοτούρκων. Η κίνηση περιλάμβανε μια ποικιλία απόψεων που εξέφραζαν και την ανομοιογένεια των οπαδών της. Μουσουλμάνοι δημόσιοι υπάλληλοι, πριγκιπες και μικροαστοί, στρατιωτικοί, χριστιανοί ορθόδοξοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Εβραίοι προσπαθούσαν να βρουν μία κοινή γραμμή πλεύσεως. Από το 1902 έγινε φανερή η διάσταση ανάμεσα στις δύο επικρατέστερες τάσεις: Αυτής των φιλελεύθερων οπαδών ενός ομοσπονδιακού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο οι θρησκευτικές εθνότητες της αυτοκρατορίας θα απολάμβαναν σχετική αυτονομία, και  των εθνικιστικών, που πίστευαν στην επιβολή του τούρκικου στοιχείου μέσα από ένα σύστημα κεντρικής και συγκεντρωτικής εξουσίας. Οι πρώτοι σχημάτισαν ξεχωριστή οργάνωση ‘’το Σύνδεσμο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της Αποκεντρώσεως’’ ενώ οι δεύτεροι διατήρησαν τον έλεγχο της ‘’ Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο’’.
Η δεύτερη οργάνωση είχε τη μεγαλύτερη απήχηση στους Τούρκους αξιωματικούς, οι οποίοι και έδωσαν τελικά τον τόνο στο καθεστώς που προέκυψε όταν επιβλήθηκε το Κίνημα.

Ιδεολογικές τάσεις

Τρεις ευδιάκριατες ιδεολογικές τάσεις επικρατούσαν στην οθωμανική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα:
Ο “Πανισλαμισμός” ο οποίος φιλοδοξούσε να αναδείξει το σουλτανο-χαλίφη πραγαμτικό αρχηγό όλων των πιστών μέσα και έξω από την αυτοκρατορία και να τον θέσει επικεφαλή ενός ιερού πολέμου εναντίον των δυνάμεων που αντιστρατεύονταν τις αρχές του Ισλαμισμού.
Ο “Οθωμανισμός” που πρέσβευε τη νομιμοφροσύνη προς τον εκάστοτε εκπρόσωπο της δυναστείας του Οσμάν και τη κατάργηση των θρησκευτικών ή εθνικών διακρίσεων , ιδεολογία που υιοθέτησαν οι φιλελεύθεροι οπαδοί της συνταγματικής μοναρχίας.
Ο ‘’Τουρκισμός’’ή “Παντουρανισμός”, μία ιδεολογία κατασκευασμένη από Τουρκομάνους διαννοούμενους εξόριστους από την Ρωσία , οι οποίοι οραματίζονταν την αναβίωση του κράτους του Τζέκινς Χαν ή του Ταμερλάνου και την ένωση όλων των Τούρκων. Η κοσμική αυτή ιδεολογία ταίριαζε περισσότερο με το νέο φυλετικό εθνικισμό των αξιωματικών του νεοτουρκισμού κινήματος και δεν αντιμετώπιζε την εχθρότητα των ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Αυτή τελικά η ιδεολογία επικράτησε και υπαγόρευσε την εξάλειψη των μειονοτήτων στην πολυεθνική οθωμανική επικράτεια.
Μολονότι το καθεστώς του Αβδούλ Χαμίτ ανέστειλε τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες του 19ου αιώνα δεν απάλειψε και τα ευεργετικά για τους μη μουσουλμάνους της οθωμανικής επικράτειας αποτελέσματα της νομοθεσίας του Τανζιμάτ. Η οικονομική ευρωστία των χριστιανών οι οποίοι δεν διέθεταν πολιτική ή στρατιωτική ισχύ τους εξέθετε επικίνδυνα στις συνέπειες του φθόνου των μουσουλμάνων. Οι Νεότουρκοι αν και στρέφονταν αρχικά εναντίον όλων των οπισθοδρομικών θεσμών του συστήματος και συνεπώς εναντίον της μουσουλμανικής θρησκείας πέτυχαν τελικά την σύζευξη της ιδιότητας του πιστού Ισλάμ με την εθνικιστική ταύτοτηα του Τούρκου.

Το Νεοτουρκικό κίνημα πραγματοποιήθηκε στη Μακεδονία τον Ιούνιο του 1908 απο αξιωματικούς κυρίως του τρίτου Οθωμανικού Σώματος Στρατού. Η εσπευσμένη ενέργεια τους οφειλόταν στο ότι η οργάνωση είχε αρχίσει να διαβρώνεται από πράκτορες της Πύλης και στο γεγονός ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις σχεδίαζαν να επέμβουν δυναμικά για να δώσουν λύση στη μακεδονική περιπλοκή. Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Sir Edward Grey είχε προτείνει το Μάρτιο 1908 την αυτονόμηση της Μακεδονίας ενώ οι μονάρχες της Ρωσίας και της Αγγλίας επρόκειτο να συναντηθούν στο Ρεβάλ για να συζητήσουν το μέλλον του τμήματος αυτού της οθωμανικής επικράτειας.
Οι εθνικιστικές Νεότουρκοι της Θεσσαλονίκης κινήθηκαν αστραπιαία.Αφού κατέβαλαν την αρχή έστειλα τελεσίγραφο στον Αβδούλ Χαμίτ ν’ επαναφέρει το σύνταγμα του 1876 μέσα σε 24 ώρες. Υποκύπτοντας στις πιέσεις αυτές και στις παραινέσεις των συμβούλων του ο σουλτάνος αναγνώρισε τον Ιούλιο του 1908 την ισχύ του συντάγματος με την υστεροβουλία ίσως να κερδίσει χρόνο για ν’ οργανώσει τη συντριβή των επαναστατών.
Η είδηση ωστόσο της νίκης αυτής των Νεοτούρκων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από ολες τις Εθνότητες της Μακεδονίας.Έλληνες, Βούλγαροι, Αρμένιοι και Τούρκοι αγκαλιάζονταν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης πανηγυρίζοντας την αφετηρία μίας νέας εποχής ειρηνικής συμβιώσεως.Ο Νεότουρκος ηγέτης Εμβέρ πασάς δήλωσε οτι δεν υπήραν πια εθνότητες αλλά αδελφοί Οθωμανοί με ίσα δικαιώματα.
Τον Απρίλιο του 1909 “η γέρικη αράχνη” όπως αποκαλούσαν οι εχθροι του τον Αβδούλ Χαμίτ θεωρήθηκε Νεότουρκους υπεύθυνος για μία αντεπανάσταση που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη και αντικατάσταθηκε απο το Μωάμεθ Ε’ που είχε περάσει όλη του τη ζωή εγκάρθειτος μέσα στο παλάτι του.Με την αναθεώρηση του συντάγματος το 1909 ο νέος σουλτάνος στερήθηκε απο τη δυνατότητα να διαλύει τη βουλή και έτσι έγινε ένα απλό σύμβολο εξουσίας.

Ο Αντίκτυπος στα Βαλκάνια

Το κίνημα των Νεότουρκων έδωσε την ευκαιρία στη Βουλγαρία να ανακηρύξει παρά τη Συνθήκη του Βερολίνου την ανεξαρτησία της από την Τούρκικη επικυριαρχία ( Οκτώβριος 1908) και στην Αυστρία σχεδόν ταυτόχρονα να προσαρτήσει τις δύο νοτιοσλαβικές επαρχίες Βοσνία και Ερζεγοβίνη που κατείχε ήδη στρατιωτικά από το 1878. Η ενέργεια της Αυστρίας είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για τις μελλοντικές εξελίξεις στα Βαλκάνια: Η ενσωμάτωση των δύο επαρχιών αποτέλεσε πλήγμα κατά του σέρβικου αλυτρωτισμού και προκάλεσε την άσβεστη εχθρότητα των Σέρβων μία εχθρότητα που το 1914 πρόσφερε την αφορμή για την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Η αυστρο-ρωσική συνεργασία που διατηρούσε κάποια ισορροπία στο βαλκανικό χώρο τερματίστηκε και οι Ρώσοι διπλωμάτες επιδόθηκαν με ζήλο στο σχηματισμό μιάς βαλκανικής σλαβικής κυρίως συμμαχίας ως φραγμό εναντίον του αυστριακού επεκτατισμού. Οι Νεότουρκοι ωστόσο αναγνώρισαν την προσάρτηση των επαρχιών και τη Βουλγάρικη ανεξαρτησία αφού εξασφάλισαν αποζημιώσεις απο τους Αυστριακούς και απο τους Βούλγαρους (μετά από ρώσικη μεσολάβηση).


Ο πρώτος διωγμός (1913-1918)

Το κίνημα των Νεοτούρκων μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους  ήταν μια παράνομη οργάνωση που ιδρύθηκε από μορφωμένους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη το 1887, με στόχο την επαναφορά του συντάγματος του Μιδάτ πασά (1876), το οποίο είχε καταργήσει ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ το 1877, και την επιβολή
ου Οθωμανισμού σε όλους τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας. Από το 1897, οι οπαδοί του κομιτάτου αναγκάστηκαν να δράσουν στην Ευρώπη, όπου και ονομάστηκαν Νεότουρκοι από το δημοσιογραφικό όργανό τους, την εφημερίδα «Νέα Τουρκία», που εκδιδόταν στο Παρίσι.


 Η επανάσταση των Νεοτούρκων, που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1908, είχε ως αποτέλεσμα την εκθρόνιση του αιμοσταγούς Αβδούλ Χαμίτ και τη συνταγματική μεταπολίτευση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τότε, για να έχουν την υποστήριξη των πολλών και διαφόρων εθνοτήτων, που ζούσαν στην Αυτοκρατορία, υποσχέθηκαν ισονομία και ισοπολιτεία σε όλους τους υπηκόους, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Το κυρίαρχο σύνθημα της επανάστασης ήταν «Δικαιοσύνη, Ελευθερία, Ισότητα» (Adalet, Hurriyet, Musavat). Ετσι, όλοι τότε πίστεψαν πως η Τουρκία μπήκε στην πορεία του εκδημοκρατισμού, πως οι καταπιέσεις των Χριστιανών θα πάψουν και πως όλοι αδελφωμένοι, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί κι Εβραίοι, θα ζήσουν ειρηνικά και ισότιμα στην κοινή τους πατρίδα. Όλα αυτά απέβησαν πολύ σύντομα φρούδες ελπίδες και οι Νεότουρκοι έδειξαν το αληθινό τους πρόσωπο, αυτό που εν πολλοίς ισχύει μέχρι σήμερα. Στόχος τους δεν ήταν η ευημερία των πολιτών μέσα σε ένα πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό κράτος δικαίου, αλλά η πολιτική αφομοίωσης ή εξόντωσης όσων δεν υποστήριζαν τις αρχές του Τουρκισμού. Οι Νεότουρκοι αναρριχήθηκαν στην εξουσία με μηχανορραφίες, δολοφονίες και τεράστιας έκτασης τρομοκρατία. Ανέλπιστα πέτυχε η επανάστασή τους το 1908. Το ίδιο ανέλπιστα η τριανδρία Εμβέρ, Ταλαάτ και Τζεμάλ συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στα 1913 και εγκαθίδρυσε στυγνή δικτατορία, παραμερίζοντας τον σουλτάνο. Το κράτος κατάντησε ιδιοκτησία μιας ομάδας. Η τριανδρία μετέβαλε το κομιτάτο, από φορέα ανανέωσης κι εκδημοκρατισμού, σε δύναμη τρομοκρατίας για την απόκτηση προσωπικής ισχύος και γοήτρου.

 Μετά την ήττα της στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913), η Οθωμανική Αυτοκρατορία απώλεσε όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της δυτικά της γραμμής Αίνου – Μηδείας, στη Θράκη. Τον Ιούλιο του 1913 όμως οι Τούρκοι ανακατέλαβαν από τους Βούλγαρους όλη την Ανατολική Θράκη, έως την Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο. Ακριβώς αυτή την εποχή, η Τουρκία συνδέθηκε ακόμη πιο στενά με την πολιτική της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι Γερμανοί, για να εξασφαλίσουν τη σύμπραξη των Τούρκων σε μια μελλοντική σύρραξη – που δεν άργησε άλλωστε να εκδηλωθεί – υπόσχονταν στους Τούρκους επιστροφή των χαμένων βαλκανικών επαρχιών. Οι Νεότουρκοι πάλι, παίρνοντας σαν πρόσχημα την ήττα των Βαλκανικών Πολέμων και την αθρόα εκούσια έξοδο Μουσουλμάνων προσφύγων από τα βαλκανικά εδάφη, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να εφαρμόσουν τα εθνικιστικά σχέδιά τους εις βάρος των εθνοτήτων που είχαν απομείνει στην ακρωτηριασμένη πια Αυτοκρατορία τους. Το σύνθημα «η Τουρκία στους Τούρκους» βρήκε θερμότατη υποστήριξη από τη γερμανική πολιτική. Οι Έλληνες υπήρξαν τα πρώτα θύματα και οι Αρμένιοι τα τραγικότερα θύματα αυτής της πολιτικής και του τουρκικού εθνικισμού. Από το 1913 έως το 1924, με την ένοχη ανοχή των ευρωπαϊκών κρατών και των Η.Π.Α., περίπου 2.500.000 Έλληνες και Αρμένιοι εξοντώθηκαν και άλλα 2.000.000 εκδιώχθηκαν από τις προαιώνιες πατρογονικές εστίες τους, για να γίνει η Τουρκία εθνικό κράτος.

Στα 1913-1914 η Γερμανία ετοιμαζόταν για την τελική αναμέτρησή της με την Αντάντ. Η γερμανική πολιτική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε θριαμβεύσει. Οι Γερμανοί, στο πλαίσιο της «πολιτικής προς ανατολάς» (Drang nach Osten), είχαν διεισδύσει τόσο πολύ στην Τουρκία, ώστε την είχαν μεταβάλει σε προτεκτοράτο τους. Οι Νεότουρκοι είχαν περίπου παραχωρήσει τη διοίκηση στους Γερμανούς και ο σουλτάνος είχε υποκύψει στην πολιτική βούληση του κάιζερ Γουλιέλμου, ο οποίος, μέσω του Γερμανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Βανγκενχάιμ, προωθούσε την πλήρη υποταγή της Τουρκίας και την εξυπηρέτηση των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών βλέψεων της Γερμανίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Έτσι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε καταντήσει λεία της γερμανικής πολιτικής και δέσμια των κοσμοκρατορικών απόψεων του Παγγερμανισμού.

Ο Διωγμός του 1913-1918 
Η Γενοκτονία των Χριστιανών της Αυτοκρατορίας

Τον Δεκέμβριο του 1913, έφτασε στην Πόλη μια γερμανική αποστολή υψηλού επιπέδου, με επικεφαλής τον Λίμαν φον Ζάντερς και στόχο την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού. Απώτερος σκόπος ήταν στην πραγματικότητα ο πλήρης στρατιωτικός έλεγχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενόψει του Μεγάλου Πολέμου, που δεν θα αργούσε να ξεσπάσει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που καλούνταν Γερμανοί στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες από την Υψηλή Πύλη. Και παλαιότερα οι Γερμανοί υπήρξαν οργανωτές και σύμβουλοι του τουρκικού στρατού. Όμως τον Ιανουάριο του 1914 συνέβαινε το εξής παράδοξο: αρχηγός του τουρκικού επιτελείου στρατού ήταν ο στρατηγός Ζέλεντορφ, γενικός επιθεωρητής του στρατού ο Λίμαν φον Ζάντερς και άλλοι είκοσι ανώτατοι Γερμανοί αξιωματούχοι κατείχαν καίριες θέσεις στο στράτευμα! Αυτοί οι στρατιωτικοί, επιθεωρώντας διάφορα στρατηγικά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ανατολική Θράκη, στην Προποντίδα και στη Δυτική Μικρασία, διαπίστωσαν την ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, που διέθεταν εντυπωσιακή οικονομική και πνευματική υπεροχή έναντι των συνοίκων Μουσουλμάνων. Ο Λίμαν φον Ζάντερς εισηγήθηκε την εκδίωξη των Ελλήνων από τις περιοχές του 2ου και 3ου Σώματος Στρατού της Τουρκίας (Θράκη, Βιθυνία, Μυσία, Τρωάδα, Ιωνία), γιατί η ύπαρξη τόσου πλήθους Ελλήνων στις επαρχίες αυτές ήταν σοβαρό μειονέκτημα σε περίπτωση πολέμου. Εξάλλου αργότερα, κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Γερμανός ναύαρχος Ούζεντομ δήλωνε απερίφραστα ότι «οι Γερμανοί υπέδειξαν στους Τούρκους την απομάκρυνση των Ελλήνων για στρατηγικούς λόγους».
Γενικώς οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Έλληνες και τους Αρμένιους της Τουρκίας ως σοβαρό εμπόδιο στις βλέψεις τους και φραγμό στην πολιτική του Drang nach Osten. Γι’ αυτό πρότειναν πιεστικά την απομάκρυνση των συμπαγών ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών από τις εστίες τους. Ο πρέσβης Βανγκενχάιμ, που αντιπαθούσε τρομερά τους Έλληνες, και ο φον Ζάντερς πασάς ζητούσαν επιμόνως από τους Νεότουρκους εκτοπισμό των Χριστιανών, γιατί τούς θεωρούσαν υποστηριχτές της αγγλικής πολιτικής στην περιοχή, προωθητές των συμφερόντων της Εγκάρδιας Συνεννόησης και κατά συνέπεια εχθρούς της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας.


Αλληγορική λιθογραφία με θέμα την ανακήρυξη του τουρκικού Συντάγματος του 1908. Οι Νεότουρκοι, που επικράτησαν με κίνημα το 1908, επιδίωκαν τον εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι επαγγελίες τους για ισονομία όλων των εθνοτήτων της αυτοκρατορίας σύντομα διαψεύσθηκαν, αφού επιδόθηκαν σε διωγμούς κατά Ελλήνων και Αρμενίων, με σκοπό τον εκτουρκισμό των διάφορων εθνοτήτων. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Από τη δική τους πλευρά πάλι, στα μέσα του 1913, οι Νεότουρκοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο την απαλλαγή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την οικονομική επιρροή των Χριστιανών υπηκόων. Ζητούσαν την ανάκτηση των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα και της Θράκης από τη Βουλγαρία. Μεθόδευαν τον πλήρη εκτουρκισμό των δυτικών και βορείων παραλίων της Μικρασίας, καθώς και των αρμενικών βιλαετίων της Ανατολής. - Για την εξασφάλιση της ακεραιότητας και της ενότητας του τουρκικού κράτους, οι Νεότουρκοι έπρεπε να φερθούν χωρίς κανένα συναισθηματισμό προς τους ετερόδοξους ή αλλόφυλους συμπολίτες τους. Μεσαιωνικές ιδέες περί σκλάβων και κυριάρχων τέθηκαν σε εφαρμογή. Ισλαμικές αντιλήψεις για το διάπλατο άνοιγμα του παραδείσου στους «πιστούς» που θα σκοτώσουν Χριστιανούς επανεμφανίστηκαν ύστερα από αιώνες. Βασικό επιχείρημα των Νεοτούρκων υπήρξε η πρόφαση ότι οι άλλες εθνότητες, Έλληνες, Αρμένιοι, Συροχαλδαίοι, Βούλγαροι, ακόμη και οι ομόδοξοί τους Άραβες πάντοτε συνωμοτούν κατά του κράτους, με σκοπό τη διάλυσή του.

Το νεοτουρκικό πάθος για εκτουρκισμό της χώρας το πλήρωσαν οι Χριστιανοί. Οι Έλληνες κατηγορήθηκαν συλλήβδην ως άπιστοι στην κυβέρνηση και ως κατάσκοποι, που εργάζονταν μυστικά για την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Οι Αρμένιοι, οι πιστότεροι ανάμεσα στους Χριστιανούς Οθωμανούς υπηκόους, θεωρήθηκαν ύποπτοι συνωμοσίας, επαναστάσεως και ανατρεπτικών ενεργειών. Με τέτοιου είδους επιχειρήματα οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να απαλλαγούν από πολυάνθρωπα έθνη, που διατελούσαν υπήκοοι της αυτοκρατορίας τους επί πέντε ή και έξι αιώνες. -Τελικά συνέβη κάτι πρωτοφανές. Το ίδιο το κράτος οργάνωσε και κατηύθυνε λεηλασίες, εκτοπίσεις, διώξεις, αρπαγές, βιασμούς, επιτάξεις, αποκλεισμούς, δολοφονίες, σφαγές και γενοκτονία εκατομμυρίων υπηκόων του. Αυτός ήταν άλλωστε και ο μόνος τρόπος για να πετύχει το κύριο σύνθημα των Νεοτούρκων «η Τουρκία στους Τούρκους». - Ο τουρκικός λαός φανατίστηκε στο έπακρο. Οι Νεότουρκοι απέδωσαν τις ήττες και τις απώλειες των βαλκανικών εδαφών, τη φτώχεια και την κακοδαιμονία των αγροτικών μαζών, την εξαθλίωση των Μουσουλμάνων στους Έλληνες και στους Αρμένιους. Χιλιάδες Μουσουλμάνοι, μουχατζίρηδες (ή ματζούρηδοι, δηλ. πρόσφυγες) από τα ευρωπαϊκά εδάφη, τα οποία κατέλαβαν οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι, κατέφυγαν στην Ανατολική Θράκη και τη Δυτική Μικρασία. -Εξαθλιωμένοι καθώς ήταν, έγιναν υποχείριοι των Νεοτούρκων και ξέσπασαν πάνω στους ελληνικούς πληθυσμούς, διαπράττοντας κάθε είδους βιαιότητες, αρπαγές και λεηλασίες. Συγχρόνως φούντωσαν τον φανατισμό των ντόπιων Μουσουλμάνων, οι οποίοι θεώρησαν τους Ρωμιούς γείτονές τους καθ’ όλα υπαίτιους των δεινών που υπέστησαν οι Τούρκοι στα Βαλκάνια.


Οι Διωγμοί

Οι διωγμοί ξεκίνησαν από την Ανατολική Θράκη στα τέλη του 1913. Από τον Ιανουάριο του ’14 η ελληνική κυβέρνηση είχε προειδοποιηθεί από τον πρεσβευτή της στην Πόλη Δημήτριο Πανά για τις προθέσεις των Τούρκων να εκτοπίσουν και να διώξουν τους Έλληνες των μικρασιατικών παραλίων. Ασκώντας παρελκυστική πολιτική, στις 6 Απριλίου 1914 οι Τούρκοι πρότειναν στον Βενιζέλο ανταλλαγή των Ελλήνων του βιλαετίου Αϊδινίου (ή Σμύρνης) με τους Μουσουλμάνους της Μακεδονίας. Ο Βενιζέλος δέχθηκε κατ’ αρχήν την εθελούσια και όχι την εξαναγκαστική μετανάστευση, αλλά οι Νεότουρκοι είχαν ήδη εξαπολύσει συστηματικούς διωγμούς. Τότε ο Βενιζέλος τους κατήγγειλε από το βήμα της Βουλής και απείλησε την Τουρκία με πόλεμο, διότι στη διάρκεια αυτών των συνεννοήσεων, οι Τούρκοι προέβαιναν σε απηνείς διώξεις Ελλήνων. Ήταν τόσο τεταμένο το κλίμα, λόγω των διωγμών, ώστε τον Ιούνιο παραλίγο να διακοπούν οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών. Ήδη μέχρι τον Μάιο του ’14 η τουρκική κυβέρνηση είχε στείλει σε όλους τους διοικητές, ακόμη και στους μουχτάρηδες των χωριών, διαταγές να ετοιμάσουν διωγμό των Ελλήνων στις αγροτικές περιφέρειες Θράκης και Δυτικής Μικρασίας. Σε τηλεγράφημα του υπουργού Εσωτερικών Ταλαάτ προς τον βαλή της Σμύρνης Ραχμή μπέη αναφέρεται ρητά ότι «οι Έλληνες Οθωμανοί…εργάζονται νυχθημερόν προς πραγματοποίησιν της Μεγάλης Ιδέας. Συνεπώς η…ύπαρξις των Ελληνοθωμανών είναι ολεθρία δια το κράτος… Να δώσητε προφορικάς οδηγίας εις τους αδελφούς μας Μουσουλμάνους όπως δια παντός είδους εκτρόπων αναγκάσουν τους Έλληνας να εκπατριστούν οικεία βουλήσει…»

Δυο μέρες αργότερα, ο Ταλαάτ έστειλε νέα διαταγή στον Ραχμή να εκτοπίσει τους Έλληνες του βιλαετίου Σμύρνης στη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) της οθωμανικής Αρμενίας. Ευτυχώς, στην πορεία των πραγμάτων, η διαταγή αυτή άλλαξε και θεωρήθηκε πιο συμφέρον να απελαθούν οι Ρωμιοί της Ιωνίας. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία υπό διωγμό (Μάιος 1914) -Στις 25 Μαϊου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κήρυξε την Εκκλησία υπό διωγμό. Οι εκκλησίες και τα σχολεία έκλεισαν και τελούνταν μόνο κηδείες με συνοπτική διαδικασία. Οι Μητροπολίτες της Ιωνίας, μεταξύ αυτών ο Εφέσου Ιωακείμ και ο Κρήνης Θεόκλητος, που εποίμαιναν τους Ερυθραιώτες, διαμαρτυρήθηκαν έντονα στους ξένους πρεσβευτές για την απελπιστική κατάσταση του ποιμνίου τους και ζήτησαν διεθνή μεσολάβηση για την κατάπαυση των διωγμών και την επιστροφή των προσφύγων. Αλλά, ως συνήθως, οι ξένοι εκώφευσαν. Ακόμη και οι Γερμανοί προτέκτορες, ενώ μπορούσαν να επέμβουν και να αποτρέψουν πολλές από τις απάνθρωπες τουρκικές ενέργειες, θεώρησαν τους διωγμούς, τις σφαγές και τις κάθε είδους βιαιότητες «εσωτερικό» θέμα της Τουρκίας: ένα απλό συμβάν στην προσπάθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να επιβιώσει. Ερυθραία, 12 Μαϊου 1914

Οι διωγμοί στην Ερυθραία άρχισαν στις 12 Μαϊου. Λίγο καιρό πριν, Νεότουρκοι και Γερμανοί στρατιωτικοί είχαν επισκεφθεί την περιοχή. Στο ξενοδοχείο του φανατικού Αλή Ζαντέ Καραμπίνα, στα Λίτζια, πάρθηκε η απόφαση να διωχθούν όλοι οι Έλληνες της Ερυθραίας. Αυτός οργάνωσε και συμμορίες που κατατρομοκρατούσαν και λήστευαν τους Ερυθραιώτες. Τούρκοι στρατιωτικοί και πολίτες ορμούσαν στις πόλεις και στα χωριά με σαφέστατες διαταγές: μέσα σε λίγες μέρες ή και ώρες ακόμη οι κάτοικοι έπρεπε να εγκαταλείψουν, δήθεν για λόγους ασφαλείας, την πατρίδα τους και να καταφύγουν στην Ελλάδα. Δεν επιτρεπόταν να πάρουν τίποτε μαζί τους, εκτός από ό,τι μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια. Οι τουρκικές αρχές διαβεβαίωναν τους Ρωμιούς ότι «η απομάκρυνση είναι προσωρινή και οι περιουσίες τους θα προστατευθούν από το κράτος».
Σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίχθηκαν παντού. Στην Αγιά Παρασκευή, όπου ο ανδρικός πληθυσμός έλειπε στα καράβια, δεκάδες πανικόβλητα γυναικόπαιδα και γέροι πνίγηκαν, ενώ προσπαθούσαν να φτάσουν στη Χίο. Στις 27 Ιουνίου, τουρκικός στρατός εκτέλεσε δεκαπέντε Έλληνες και βίασε δυο κορίτσια στο Εγγλεζονήσι. Οι υπόλοιποι κάτοικοι κατέφυγαν έντρομοι στη Χίο. Στην Κάτω Παναγιά, στα Αλάτσατα, στο Βατζίκι, στο Σιβρισάρι, στον Ρεϊσντερε και αλλού Τούρκοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια λεηλάτησαν τα καλύτερα σπίτια και πέταξαν έξω τους ιδιοκτήτες τους. Στα μικρά χωριά (Καράμπουρνα, Γιατζιλάρι, Πυργί, Ζίγκουι, Γκιουνέψι), οι Ρωμιοί κατατρομοκρατήθηκαν και αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στις πόλεις, για περισσότερη, υποτίθεται, ασφάλεια. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες των καζάδων Σιβρισαρίου, Τσεσμέ και Καραμπουρνού, περίπου 70.000 ψυχές, απελάθηκαν στην Ελλάδα. Ήταν τέτοιο το θράσος των Νεοτούρκων, ώστε οι εφημερίδες τους στη Σμύρνη έγραφαν κυνικά: «Οι Τσεσμελήδες μεταναστεύουν. Οι Ελληνες εγκατέλειψαν την πόλη. Τα κλειδιά, στα χέρια των αρχών, είναι στη διάθεση των ιδιοκτητών.» Η πραγματικότητα είναι άλλη. «Αι αρχαί…έχουσαι ωπλισμένους χωροφύλακας, ως και πλείστους εκ των αγριωτέρων Μωαμεθανών προσφύγων… εισερχόμεναι εις τε τα διάφορα εμπορικά καταστήματα και τας χριστιανικάς οικίας, με πολύκροτα και ξιφολόγχας εις χείρας, προσεκάλουν αμέσως τους ιδιοκτήτας να παραδώσωσιν αυτοίς παν το παρ’ αυτοίς χρήμα, και αφού εξεγύμνουν αυτούς, διέτασσον επί απειλή θανάτου να εγκαταλείψωσιν το κατάστημα ή την οικίαν των και να αναχωρήσωσιν…εις Θεσσαλονίκην. Διηρπάγη παν το περιεχόμενον των οικιών…Χρήματα, κοσμήματα, έπιπλα, χαλκώματα, υφάσματα και παντοειδή χρειώδη και εμπορεύσιμα, ως και αυταί αι εσοδείαι των κατοίκων, ακορέστω λύσση συνελέγησαν και σωρηδόν εις την διάθεσιν των δραστών περιήλθον.»

(Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού, 1919).

Η Ερυθραία και πάμπολλα μέρη της Μικρασίας από το Αδραμύττι μέχρι τα Μύρα και τον Αντίφελλο νεκρώθηκαν. Κάθε εργασία σταμάτησε. Ακόμη και σε μέρη, όπου οι κάτοικοι δεν είχαν διωχθεί (καζάς Βουρλών, περίχωρα Σμύρνης κ.ά.), κανείς δεν τολμούσε να βγει στα χωράφια. Σκοτωμοί, λεηλασίες, βασανισμοί και τρομοκρατικές πράξεις ήταν συνηθισμένο καθημερινό φαινόμενο. Σημειώθηκαν ακόμη και κλοπές γυναικών και παιδιών. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου 1914, 300.000 Έλληνες της Μικρασίας κι άλλοι τόσοι της Θράκης είχαν εγκαταλείψει τις πατρίδες τους. Οι εκτοπίσεις και οι απελάσεις έγιναν χωρίς γενική σφαγή, καθώς συνέβη αργότερα με τους Αρμένιους.
 Οι Νεότουρκοι δίστασαν να προβούν σε γενοκτονία των Ελλήνων, από φόβο μήπως η Ελλάδα βγει στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ. Σε περίπτωση γενοκτονίας, η ελληνική ουδετερότητα, την οποία επιθυμούσαν οι Κεντρικές Δυνάμεις και ο γερμανόφιλος βασιλιάς Κωνσταντίνος, θα ήταν αδύνατο να τηρηθεί. Υπήρξαν όμως και κρούσματα τοπικών σφαγών, όπως στις μαρτυρικές Φώκιες (Παλαιά και Νέα Φώκαια), που αντιστάθηκαν στον εκπατρισμό και πολλοί από τους 15.000 Φωκιανούς δολοφονήθηκαν. Η δεύτερη φάση του Διωγμού: η Γενοκτονία του 1914 – 1918

Μετά την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1η Αυγούστου 1914), εξαπολύθηκε η δεύτερη φάση των διωγμών, αγριότερη και συστηματικότερη. Ο Ταλαάτ, δήμιος των Ελλήνων και των Αρμενίων, αποθρασύνθηκε εντελώς και δρούσε χωρίς να κρατά ούτε τα προσχήματα. Στις 24 Απριλίου 1915 συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν στην Πόλη 235 Αρμένιοι ηγέτες. Ήταν η πρώτη πράξη της γενοκτονίας του αρμενικού λαού, που θα τυραννά στους αιώνες ως φοβερή ερινύα τους Τούρκους. - Στα μέσα του 1915 «σηκώθηκαν» όλοι οι Ρωμιοί από τα θρακικά και ασιατικά παράλια του Μαρμαρά, καθώς και από τα Μαρμαρονήσια. Εντελώς απογυμνώθηκαν επίσης από τους ελληνικούς πληθυσμούς τους η Αιολίδα και η αιγαιακή Καρία. Εκείνη την εποχή άρχισαν τρομερές εκτοπίσεις και σφαγές στον Πόντο, που κορυφώθηκαν μετά τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας (1917).

Στην Ερυθραία, οι 753 Έλληνες των χωριών Πάνου και Κάτου Ντεμερτζιλί εξορίστηκαν στα Κούλα, στο Σαλιχλί και στη Φιλαδέλφεια (24 Ιουνίου 1915), αφού πρώτα οι Τούρκοι έδειραν τους μουχτάρηδες και τους ιερείς και απογύμνωσαν τους Ντεμερζιλιώτες από τα υπάρχοντά τους. Μέχρι τώρα σώζεται η ρίμα της εξορίας στα χείλη των Ντεμερτζιλιωτών: Ανήμερα τ’ Αη-Γιαννιού, πριχού τη μεσηβρία, σηκώσαν τα Ντεμερτζιλιά, τα στείλαν εξορία.
Την ίδια μέρα οι Ρωμιοί από το Γιατζιλάρι, τον Γκιούλμπαξε και άλλα μικρά χωριά του Καπλάντερε, περίπου 3.500 ψυχές, διατάχθηκαν να πάνε στα Βουρλά. Από εκεί εκτοπίστηκαν στην περιοχή Φιλαδελφείας. Διώχτηκαν επίσης και οι 2.500 Ελληνες από το Τσιφλίκι τ’ Άη-Γιωργιού. Πολλοί αγρότες των Βουρλών εκπατρίστηκαν στο Χαμιντιέ της μικρασιατικής Μαγνησίας. Η μεγάλη μάζα των Βουρλιωτών όμως παρέμεινε στην πρωτεύουσα της Ερυθραίας. Ο ανδρικός πληθυσμός επιστρατεύτηκε από την αρχή του πολέμου. Από τους 7.302 στρατεύσιμους Έλληνες του καζά Βουρλών 3.760 λιποτάκτησαν και 2.344 εξοντώθηκαν από τους Τούρκους. Στα Βουρλά παρέμειναν γέροι, γυναικόπαιδα και κατσάκηδοι (λιποτάκτες), οι οποίοι ονομάστηκαν ταβάν ταμπουρούδες, δηλαδή στρατιώτες των ταβανιών, επειδή κρύβονταν στα ταβάνια. Δεν είναι εξακριβωμένο αν οι Τούρκοι δεν σκόπευαν να διώξουν τους Βουρλιώτες ή αν ματαιώθηκαν τα σχέδιά τους από την πανθομολογουμένη διάθεση αντίστασης των Βουρλιωτών σε μια απόφαση εκπατρισμού. Η πόλη πέρασε στιγμές τρομερής αγωνίας. Πάντως, το 1916 η διαταγή εκτοπισμού, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Λίμαν φον Ζάντερς, ανεστάλη, αλλά τα Βουρλά αποκλείστηκαν από τον τουρκικό στρατό και λιμοκτόνησαν. Επί πλέον η ψειραρρώστια (τύφος) κι ο αγγλικός βομβαρδισμός (29 Ιανουαρίου – 2 Φεβρουαρίου 1916) προκάλεσαν πολλούς θανάτους και τρομερές υλικές ζημιές στην πόλη. -Στον πρώτο Διωγμό, μεγάλα και μικρά αστικά κέντρα της Μικρασίας, που ήταν υπό τον οικονομικό έλεγχο των Ρωμιών, αποκλείστηκαν πλήρως.

Οι ξένοι εμπορικοί οίκοι, οι τράπεζες, οι αντιπροσωπείες διατάχθηκαν να απολύσουν τους Ρωμιούς υπαλλήλους και να προσλάβουν Μουσουλμάνους. Το ίδιο συνέβη και με πολλές κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων. Επίσημος οικονομικός αποκλεισμός των Ελλήνων κηρύχθηκε σε όλη τη χώρα. Ακόμη και το πιο μικρό ελληνικό χωριουδάκι της Πισιδίας, της Καππαδοκίας ή της Κιλικίας υπέφερε και δεινοπάθησε, αποκλεισμένο και τρομοκρατημένο από τους Τούρκους. Απαγορεύτηκε στους Μωαμεθανούς να έχουν οικονομικές συναλλαγές με Χριστιανούς και καλλιεργήθηκε άσβεστο μίσος κατά των Ρωμιών. -Οι Έλληνες στρατεύσιμοι στον τουρκικό στρατό (από 20 έως 45 ετών) εντάχθηκαν στα περιβόητα τάγματα εργασίας (amele taburu), όπου πέθαιναν κατά χιλιάδες από τις στερήσεις, τις κακουχίες, τον τύφο και τα βασανιστήρια. Τα ζώα, η παραγωγή, τα εμπορεύματα, τα εργοστάσια, τα μέσα επικοινωνίας, τα μεγαλύτερα ιδιωτικά ή δημόσια κτίρια επιτάχθηκαν. Εκκλησίες και σχολεία μεταβλήθηκαν σε στρατώνες κι αποθήκες.

Οι τουρκικές αρχές είχαν το θράσος να δίνουν και αποδείξεις των επιταγμένων, δήθεν για την αποζημίωση, μετά τον πόλεμο! Όμως από έλλειψη σύνεσης των Τούρκων και των Γερμανών δεσποτών τους, οι διωγμοί, οι σφαγές και οι επιτάξεις οδήγησαν στην ολοκληρωτική παρακμή της οικονομίας. Λιμός και παντελής ένδεια μάστιζαν για τέσσερα χρόνια την πλειονότητα των Οθωμανών υπηκόων. Υποσιτισμός και μαύρη αγορά κυριαρχούσαν παντού. Η πολιτική εκτουρκισμού έπληξε ανεπανόρθωτα τον ίδιο τον τουρκικό λαό. Η Τουρκία ηττήθηκε και συνθηκολόγησε στον Μούδρο της Λήμνου (30 Οκτωβρίου 1918). Τότε έληξε ο Πρώτος Διωγμός. -Είναι δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια οι αριθμοί των διωγμένων Ελλήνων, καθώς και οι ζημιές που προκλήθηκαν από τους Τούρκους στις κάθε λογής ελληνικές περιουσίες. Με το τέλος του πολέμου αποδείχτηκε ότι λεηλατήθηκαν πάντα τα κινητά και καταστράφηκε μερικώς ή ολικώς το 90% των εκκλησιαστικών, κοινοτικών και ιδιωτικών περιουσιών.

Σύμφωνα με τη Μαύρη Βίβλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Διωγμών και Μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918), οι διωγμένοι Έλληνες από τη Θράκη και τη Μικρασία ανήλθαν στις 776.000. Από αυτούς περίπου το ένα τρίτο χάθηκε κατά τους εκτοπισμούς και οι υπόλοιποι επέστρεψαν στις ρημαγμένες πατρίδες τους μετά τη συνθηκολόγηση.

Οι περισσότεροι αποφάσισαν να γυρίσουν μετά τον Μάιο του 1919, όταν πια ο ελληνικός στρατός είχε ελευθερώσει τη Σμύρνη. Τριάντα οκτώ μήνες αργότερα έμελλε να υποστούν νέα, φρικτότερα βάσανα.


ΚΕΙΜΕΝΑ


 Από τους Νεότουρκους στον Κεμάλ

Οι ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις στην πρώιμη τουρκική δημοκρατία



Οι πολιτικές και οικονομικές κρίσεις και μια συνεχώς επιδεινούμενη διεθνής θέση αποτέλεσαν το υπόβαθρο όλων των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τον 19ο αιώνα. Η διαίρεση της κοινωνίας σε millet, κοινότητες με βάση τη θρησκευτική πίστη, έμοιαζε να αποτελεί το κύριο εμπόδιο για ένα γενικό ρεύμα που έβλεπε τον εκσυγχρονισμό ως μόνη προϋπόθεση για «τη σωτηρία του κράτους». Το κίνημα των Νεότουρκων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του 1890 ήταν η τελευταία αγωνιώδης προσπάθεια να αποτραπεί η διάλυση της Αυτοκρατορίας μέσω της συμφιλίωσης ανόμοιων εθνικιστικών βλέψεων στο πλαίσιο ενός συνταγματικού συστήματος.

Παρά τον φιλελεύθερο αυτόν σκοπό της, η φιλοσοφία των Νεότουρκων παρουσίαζε ομοιότητες με τα «πρωτοφασιστικά» ρεύματα στη σύγχρονη Ευρώπη. Είχε επηρεαστεί βαθιά από τον θετικισμό του Ογκύστ Κοντ, του ιδρυτή της αντεπαναστατικής φιλοσοφικής σχολής του 19ου αιώνα, αλλά και από διάφορες δαρβινιστικές κοινωνικές ιδέες της εποχής. Το αποτέλεσμα ήταν μια μηχανική αντίληψη της κοινωνίας. Η καθιέρωση μιας «επιστημονικής» μορφής διακυβέρνησης φαινόταν να αποτελεί τον μοναδικό τρόπο υλοποίησης του έργου της «σωτηρίας του κράτους». Υπό αυτή την προοπτική, ο ισλαμικός συντηρητισμός των μαζών ήταν εμπόδιο για την πρόοδο, η οποία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο υπό την καθοδήγηση ορισμένων λίγων εκλεκτών - μια ελιτίστικη κοσμοθεωρία που αποτέλεσε χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας των Νεότουρκων και στον 20ό αιώνα.

Οι μεταρρυθμιστικές ελπίδες για τη σωτηρία της Αυτοκρατορίας με φιλελεύθερες συνταγματικές μεθόδους διαλύθηκαν με τον Βαλκανικό Πόλεμο του 1912. Το πραξικόπημα που οργάνωσε η Επιτροπή Ενώσεως και Προόδου των Νεότουρκων (CUP) στις αρχές του 1913 οδήγησε σε μια μονοκομματική δικτατορία που θα διαρκούσε ως το 1918. Δύο στροφές πολιτικής που έγιναν αυτή την περίοδο αξίζουν να εξεταστούν. Η πρώτη αφορά το εθνικό ζήτημα. Αντιμέτωπη με ένα κύμα προσφύγων από τα Βαλκάνια, η CUP υποδαύλισε μουσουλμανικές πικρίες εναντίον μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Ηδη στο πρώτο μισό του 1914 περίπου 100.000 Ελληνες υποχρεώθηκαν να φύγουν από την Ανατολία. Η εφαρμογή πολιτικών «εθνοκάθαρσης» σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία έφθασε στο απόγειό της με την εξολόθρευση των αρμενικών κοινοτήτων της Μικράς Ασίας το 1915. Η δεύτερη στροφή συνδέεται στενά με την πρώτη. Εφαρμόστηκε μια πολιτική «εθνικής οικονομίας» α λα Φρίντριχ Λιστ, εναντίον των μη μουσουλμανικών εμπορικών ομάδων, με στόχο να αντικατασταθούν από μια εθνική τουρκική αστική τάξη.

Αντίδραση στη διχοτόμηση

Με την ήττα του 1918 η φιλελεύθερη αυτή ιδέα έπαψε να έχει νόημα, οι ηγέτες της CUP εξορίστηκαν και οι φιλελεύθεροι αντίπαλοί τους που υποστήριζαν την Αντάντ ανέβηκαν στην εξουσία. Κουρασμένος από τον πόλεμο ο λαός θεώρησε τους Νεότουρκους υπεύθυνους για την καταστροφή. Οταν όμως έγινε γνωστό πως οι νικητές σκόπευαν να διχοτομήσουν την Ανατολία για την ίδρυση μιας μεγάλης Αρμενικής Δημοκρατίας στα ανατολικά και την παραχώρηση της Σμύρνης στην Ελλάδα στα δυτικά, η μουσουλμανική κοινή γνώμη αποφάσισε να αντιδράσει. Εφόσον η κυβέρνηση του σουλτάνου δεχόταν τα σχέδια της Αντάντ και τη Συνθήκη των Σεβρών, το κίνημα της αντίδρασης έπρεπε να αναζητήσει αλλού πολιτική ηγεσία. Οι πολιτικοί που ανήκαν στα κατώτερα κλιμάκια της CUP επανήλθαν στο προσκήνιο. Ιδρύθηκαν οργανώσεις για την «Υπεράσπιση των Δικαιωμάτων» εναντίον των διεκδικήσεων των χριστιανικών μειονοτήτων. Ο διορισμός του Μουσταφά Κεμάλ ως διοικητή της Ανατολίας σε μια περίοδο που ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει τη Σμύρνη (Μάιος του 1919) πρόσφερε μια δυνατότητα συντονισμού και έναν νέο δυναμισμό στο ανερχόμενο κίνημα.

Μετά το 1918 η βάση της ιδεολογικής κινητοποίησης στη μουσουλμανική Ανατολία δεν μπορούσε να είναι ο τουρκισμός της τελευταίας φάσης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυρίαρχη εθνική δομή αποτελούσε ένα συνονθύλευμα εθνοτήτων και ότι δεν απειλείτο μια τουρκική ταυτότητα αλλά τα συμφέροντα του μουσουλμανικού πληθυσμού ως συνόλου, φαινόταν πρόσφορο να τονιστεί η κοινή ισλαμική κληρονομιά. Ωστόσο, παρά την επίκληση της ισλαμικής αλληλεγγύης, το πολιτικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Μουσταφά Κεμάλ τον Σεπτέμβριο του 1920 τόνιζε ως πρώτη αρχή τη λαϊκή κυριαρχία, υπαινισσόμενο μακροπρόθεσμα την απάλειψη κάθε αναφοράς στην ισλαμική νομιμότητα. Μια άλλη σημαντική πλευρά ήταν η υιοθέτηση της ενότητας των εξουσιών, η οποία σήμαινε τη συγκέντρωση των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών αρμοδιοτήτων στο σώμα της Εθνοσυνέλευσης. Και οι δύο αντιλήψεις πέρασαν στο Σύνταγμα του 1921.

Σε όλα τα χρόνια της εθνικής αντίστασης (1919-1922) η αντιπολίτευση παρέμεινε ηχηρή, ιδιαίτερα καθώς ακόμη και σύντροφοι του Μουσταφά Κεμάλ (ο Καζίμ Καραμπεκίρ και ο Ραούφ Ορμπάι μεταξύ άλλων) έδειχναν τάσεις απομάκρυνσης από το φιλελεύθερο συνταγματικό πολίτευμα της πρώτης εποχής των Νεότουρκων. Η αποφασιστική νίκη επί του ελληνικού στρατού τον Σεπτέμβριο του 1922 ήταν εκείνη που προσέδωσε στον Μουσταφά Κεμάλ το απαραίτητο κύρος για να εφαρμόσει τα πιο ριζοσπαστικά σημεία του προγράμματός του.

Η θριαμβεύουσα Τουρκία του 1922 δεν απηλλάγη των συνταγματικών κρίσεων. Παρ' ότι στην Αγκυρα επικρατούσε η ομόφωνη άποψη ότι ο σουλτάνος δεν μπορούσε να παραμείνει, μια σημαντική πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, συμπεριλαμβανομένων συνεργατών του Κεμάλ, ήταν υπέρ της διατήρησης της οθωμανικής δυναστείας. Ο Μουσταφά Κεμάλ αντιθέτως ήταν αποφασισμένος να καταργήσει το σουλτανάτο, ενώ το χαλιφάτο, υπό ένα νέο καθεστώς παρόμοιο με της ρωμαιοκαθολικής παπικής εξουσίας, μπορούσε να εξακολουθήσει να υπάρχει. Παρά το τεράστιο κύρος του, ο Κεμάλ μπόρεσε να επιβάλει τη θέλησή του μόνο επικαλούμενος το ενδεχόμενο πραξικοπήματος (Νοέμβριος του 1922).

Μονοκομματικό καθεστώς

Μετά τη Συμφωνία της Λωζάννης (Ιούλιος του 1923) οι προσωπικοί ανταγωνισμοί στους κόλπους της ηγεσίας ήρθαν στην επιφάνεια. Το αυταρχικό στυλ διακυβέρνησης του Μουσταφά Κεμάλ και η μετατροπή της Οργάνωσης της Υπεράσπισης των Δικαιωμάτων σε Λαϊκό Κόμμα υπό την προεδρία του Κεμάλ, ο οποίος παρέμενε και πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, αποτέλεσαν τους σπόρους της διχόνοιας. Σε ένα περαιτέρω πλήγμα για τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση, η οποία είχε τη βάση της στην Κωνσταντινούπολη, η Αγκυρα ανακηρύχθηκε νέα πρωτεύουσα της χώρας (Οκτώβριος του 1923), ενώ δύο εβδομάδες αργότερα ο Μουσταφά Κεμάλ κατόρθωσε να κηρύξει την Τουρκία Δημοκρατία και να εκλεγεί ο πρώτος πρόεδρός της.

Οι πρώην σύντροφοι άρχισαν να φοβούνται την εγκατάσταση δικτατορίας. Ορισμένοι ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν το χαλιφάτο ως αντίβαρο απέναντι στον υπερβολικά ισχυρό εθνικό ηγέτη. Ο τελευταίος όμως, γνωρίζοντας ότι το χαλιφάτο πρόσφερε έδαφος για αντιπολίτευση, τους έφερε προ τετελεσμένου γεγονότος: τη απουσία των ηγετικών στελεχών της αντιπολίτευσης από την Αγκυρα, η Εθνοσυνέλευση κατήργησε το χαλιφάτο (Μάρτιος του 1924). Ταυτοχρόνως καταργήθηκε το υπουργείο Θρησκευτικών Ιδρυμάτων και εισήχθη η αρχή της «ενοποίησης της παιδείας»: τα σχολεία έγιναν κοσμικά και εκατοντάδες μεντρεσέδες έκλεισαν.

Οι επαναστατικές αυτές αλλαγές αποτελούν το υπόβαθρο των αυξανόμενων πολιτικών εντάσεων στην πρώιμη Δημοκρατία. Τον Νοέμβριο του 1924 επιφανείς στρατιωτικοί του Πολέμου της Ανεξαρτησίας ίδρυσαν το Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, προωθώντας φιλελεύθερες αρχές όπως ο χωρισμός των εξουσιών, το απαραβίαστο των πολιτικών ελευθεριών, το ελεύθερο εμπόριο και ο σεβασμός «της θρησκευτικής πίστης και των πεποιθήσεων». Οταν όμως ξέσπασε η κουρδική εξέγερση τον Φεβρουάριο του 1926, με ταυτόχρονους στόχους τα εθνικά αιτήματα των Κούρδων και την αποκατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το κεμαλικό καθεστώς αντέδρασε αμέσως όχι μόνο εναντίον των Κούρδων στην Ανατολή αλλά και εναντίον της αντιπολίτευσης και του κριτικού Τύπου στην υπόλοιπη χώρα. Η κυβέρνηση θέσπισε τον ειδικό Νόμο για τη Διατήρηση της Τάξης, ίδρυσε τα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας και προχώρησε στην εκκαθάριση των πολιτικών εχθρών. Τον Ιούνιο του 1925 το Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ετέθη υπό απαγόρευση.

Ενώ τα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας δίωκαν τους αντιπάλους της Δημοκρατίας - 47 άτομα εκτελέστηκαν στο Ντιγιαρμπακίρ σε σχέση με την κουρδική εξέγερση - ο Μουσταφά Κεμάλ ξεκίνησε τις εξευρωπαϊστικές μεταρρυθμίσεις του. Σε μια περιοδεία του στην Ανατολία τον Αύγουστο του 1925 επέδειξε ένα καπέλο Παναμά ως «σύμβολο πολιτισμού». Ειδικός νόμος έκανε υποχρεωτικό το καπέλο ή το πηλίκιο αντί για το φέσι. Μια ατμόσφαιρα τρομοκρατίας άρχισε να εγκαθίσταται όταν, τον Ιούνιο του 1926, αποκαλύφθηκε μια συνωμοσία εναντίον της ζωής του Κεμάλ στη Σμύρνη. Παρ' ότι οι εμπλεκόμενοι συνελήφθησαν γρήγορα, το Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας προχώρησε και σε άλλες διώξεις πρώην στελεχών της CUP και του Προοδευτικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Οι εκκαθαρίσεις προετοίμασαν το έδαφος για την εγκατάσταση ενός μονοκομματικού καθεστώτος. Ο Κεμάλ τις δικαιολογούσε ως απαραίτητες για την εξασφάλιση μιας εξέχουσας θέσης για τον τουρκικό λαό στον πολιτισμένο κόσμο και την ενίσχυση των θεμελίων της Δημοκρατίας. Οι ομιλίες του έδειχναν όλο και περισσότερο ότι πίστευε πως η Ιστορία φτιάχνεται από μεγάλους άνδρες και ότι ο ίδιος ήταν ένας από αυτούς, αντλώντας νομιμότητα όχι από τους συνταγματικούς θεσμούς αλλά από ένα ιδανικό τουρκικό έθνος. Με άλλα λόγια ήταν ένας χαρισματικός ηγέτης με τη βεμπερική έννοια του όρου, ένας άνθρωπος που πίστευε στις ηρωικές πράξεις και στο ότι ο ήρωας πρέπει να λατρεύεται.

Κύριο μέλημά του ήταν η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του νέου κράτους και η αντικατάσταση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από μια κοσμική δημοκρατία Τούρκων. Από ιδεολογικής απόψεως, ο Κεμάλ προήγαγε από την αρχή ένα λαϊκίστικο μήνυμα που θύμιζε αυτό των Νεότουρκων. Στις αρχές του 1923 είχε τονίσει ότι το πολιτικό κόμμα που επρόκειτο να ιδρύσει θα «εκπροσωπούσε το έθνος στο σύνολό του, όχι μόνο μια κοινωνική τάξη». Αυτή η αντίληψη του μονοκομματικού καθεστώτος που θεωρούσε κύρια αποστολή του τον συμβιβασμό των συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων μέσα σε ένα εθνικό πλαίσιο θα αποτελούσε μια από τις αρχές της κεμαλικής δημοκρατίας.

Η ελιτίστικη αντίληψη των Νεότουρκων αποτέλεσε κεντρικό θέμα και του νέου καθεστώτος. Οπως και πριν, λίγοι εκλεκτοί θεωρούνταν επιφορτισμένοι με την αποστολή να οδηγήσουν τις απαίδευτες μάζες στον δρόμο της προόδου. Αυτή η «εκπολιτιστική αποστολή» μέσα σε ένα ισλαμικό κοινωνικό πλαίσιο αποδείχθηκε σημαντικός παράγων νομιμότητας για τον κεμαλικό αυταρχισμό. Ορισμένοι διανοούμενοι της εποχής όχι μόνο θεωρούσαν το ισλάμ βασικό εμπόδιο για την πρόοδο αλλά υποστήριζαν ότι ο Κεμάλ ήταν «ικανός να αντιληφθεί τις ασυνείδητες κλίσεις και ανάγκες του λαού και να τις ικανοποιήσει» (Αμπντουλάχ Τσεβντέτ). Με ανάλογο τρόπο οι αυταρχικές τάσεις του νέου ηγέτη ενθαρρύνονταν και δικαιολογούνταν.

 Η κεμαλική κληρονομιά

Στην ιστοριογραφία τονίζεται συνήθως ότι ο Μουσταφά Κεμάλ ήθελε να δημιουργήσει μια εξευρωπαϊσμένη, «πολιτισμένη» κοινωνία με βάση την κοινοβουλευτική δημοκρατία αλλά, επειδή το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα συνάντησε έντονες αντιδράσεις από μια απαθή, οπισθοδρομική και αντιδραστική κοινωνία, αναγκάστηκε να εφαρμόσει αυταρχικές μεθόδους. Η περίοδος του μονοκομματικού καθεστώτος του Μεσοπολέμου θεωρείται απλώς ένα απαραίτητο μεταβατικό στάδιο στον δρόμο για μια πλουραλιστική δημοκρατία μετά το 1945. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο υπάρχει μια αυξανόμενη τάση να δίνεται έμφαση και στις αυταρχικές πλευρές του κεμαλισμού.

Κοιτάζοντας την πρώιμη δημοκρατία από το σημερινό οπτικό μας πεδίο, σε μια στιγμή όπου η κυρίως μουσουλμανική Τουρκία φιλοδοξεί να ενταχθεί στην κυρίως χριστιανική Ευρωπαϊκή Ενωση, είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η Τουρκία τού σήμερα στηρίζεται στα θεμέλια που έθεσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Ταυτοχρόνως όμως θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά ελλείμματα της σύγχρονης Τουρκίας - όλα εμπόδια για την ένταξη στην ΕΕ - είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την κεμαλική κληρονομιά της πρώτης περιόδου.

  Fikret Adanir, καθηγητή Ιστορίας



Ποιοί Νεότουρκοι;
   
Ένα από τα ιστορικά ζητήματα για τα οποία υπάρχει αμφισημία είναι αυτό που σχετίζεται με το κίνημα των Νεότουρκων. Συνήθως δεν υπάρχει η διάκριση μεταξύ των φιλελεύθερων Νεότουρκων, που ήταν επηρεασμένοι από τον Διαφωτισμό, και την ακροδεξιά τάση τους, που τελικά επικράτησε και αντλούσε την ιδεολογική νομιμοποίηση από το γερμανικό φυλετικό ρομαντισμό.

Το 1908 είναι το σημείο κατά το οποίο το πνεύμα του ακραίου φυλετισμού, που κόμιζε η τριανδρία της Θεσσαλονίκης των Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ πασά, υπερίσχυσε του ευρύτατου μεταρρυθμιστικού κινήματος που είχε αναφανεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 19ου αιώνα (το 1891 είχε δημιουργήσει το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος») και προσδοκούσε στη μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας σε κράτος δικαίου.

Ακροδεξιοί μιλιταριστές εναντίον φιλελεύθερων αστών

Το 1908 είναι το σημείο κατά το οποίο το πνεύμα του ακραίου φυλετισμού, που κόμιζε η τριανδρία της Θεσσαλονίκης των Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ πασά, υπερίσχυσε του ευρύτατου μεταρρυθμιστικού κινήματος που είχε αναφανεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 19ου αιώνα (το 1891 είχε δημιουργήσει το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος») και προσδοκούσε στη μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας σε κράτος δικαίου.

Η φιλελεύθερη πτέρυγα που ηττήθηκε από τους στρατιωτικούς, εξέφραζε τις νεωτερικές απόψεις. Εκπρόσωπός της ήταν ο πρίγκηπας Σαμπαχαεντίν και είχε την αποδοχή και των προοδευτικών στοιχείων από την ελληνική και αρμενική κοινότητα. Ο πρίγκηπας Σαμπαχαεντίν εξέφρασε τις πιο προωθημένες οθωμανικές δυνάμεις που εμφορούνταν από το πνεύμα του διαφωτισμού και επεδίωκαν τη διαμόρφωση ενός κράτους δικαίου. Ο Ahmet Oral γράφει γι αυτή την τεράστια διαφορά των δύο απόψεων: «…Εγκαινίασε (ο Σαμπαχαεντίν) ένα πρόγραμμα μετεξέλιξης της Αυτοκρατορίας σε μια «πολυπολιτισμική» κοινωνία, που θα φιλοξενούσε μέσα στο οθωμανικό μωσαϊκό τους διάφορους συμβατούς μεταξύ τους πολιτισμούς. Με την αντίληψη αυτή ιδρύθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος». Στην οργάνωση αυτή, σε αντίθεση με τις απόψεις του πρίγκιπα Σαμπαχαεντίν (αντεμί μερκετζί: αποκέντρωση), εμφανίστηκε η ομάδα του Αχμέτ Ριζά, που υποστήριζε τον συγκεντρωτικό έλεγχο (κατί μερκετζί) και εισήλθε δυναμικά στην πολιτική με την υποστήριξη των Γερμανών. Το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση της οργάνωσης…. Η γραμμή του Σαμπαχαεντίν είχε τη μεγαλύτερη μαζική αποδοχή. Παρ’ όλη τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση για κάποια περίοδο, δεν κατάφερε να διαμορφώσει την τελική γραμμή και βαθμιαία απομακρύνθηκε από την εξουσία. Η ομάδα που πίστευε στο σκληρό κεντρικό έλεγχο, στις βίαιες επεμβάσεις και τη σκληρή καταστολή, ανάπτυξε συμπεριφορά ταύρου εν υαλοπωλείω εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις εντολές της Γερμανίας. Πίστευε απόλυτα ότι «τα πάντα πρέπει να εκτελούνται από το κράτος και τις ομάδες εξουσίας». Βάλθηκε με βιασύνη να διαμορφώσει το κράτος οργανώνοντας τον εαυτό του νόμιμα ή παράνομα. Αποφάσισε να αρπάξει την κρατική εξουσία και να ισοσταθμίσει την απώλεια στη Δύση με τα κέρδη στην Ασία ή τουλάχιστον να μη χάσει άλλα εδάφη. Η ομάδα αυτή του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος», που δεν είχε φυλετική τουρκική προέλευση, ενστερνίστηκε την πολιτική της άκρατης βίας. Οι Ενωτικοί, όταν πραγματοποίησαν το πραξικόπημα το 1908 προσανατολιζόταν από τον οθωμανισμό προς τον τουρκισμό/τουρανισμό. Στην κατεύθυνση αυτή ονειρεύονταν να εθνικοποιηθούν ως «Τούρκοι». Το Κομιτάτο δεν διέθετε τα εφόδια ώστε να εκπληρώσει το σκοπό της εθνικοποίησης των Τούρκων ως μια ιστορική εξελικτική διαδικασία.…»

Η Λούξεμπουργκ για τους Νεότουρκους

Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών θα είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, θα επιδιώξουν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών με και αφετέρου, την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων. Ο γερμανικός καπιταλισμός εισδύει στη μικρασιατική ενδοχώρα επιχειρώντας να εξαρτήσει την αγροτική οικονομία μέσω των Γερμανικής Τράπεζας (Deutsche Bank). Παράλληλα αναλαμβάνει τον έλεγχο του νεοτουρκικού στρατεύματος. Η Λούξεμπουργκ που είχε καταγγείλει «την εσωτερική κοινωνική ανωριμότητα της νεοτουρκικής κυβέρνησης και τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα.» αναφέρει: «Ο τουρκικός μιλιταρισμός γίνεται εξάρτημα του πρωσσικού-γερμανικού μιλιταρισμού… η αναλαμβανόμενη από τη Γερμανία προσπάθεια αναγέννησης της Τουρκίας, ήταν μια καθαρή τεχνική προσπάθεια γαλβανισμού ενός πτώματος…»

Οι απόψεις των μπολσεβίκων ηγετών για τους Νεότουρκους και τον κεμαλισμό ήταν διφορούμενες, περιέχοντας στοιχεία αποδοχής αλλά και επιφύλαξης. Ο Λένιν και ο Τρότσκι σε κείμενά τους στα 1910-1912 υποστήριζαν πως οι Νεότουρκοι αποτελούσαν ένα επαναστατικό αστικό κίνημα, που όμως έτεινε προς συμβιβασμό με την παλιά φεουδαρχική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως αργότερα η επίσημη σοβιετική άποψη θα είναι απορριπτική των Νεότουρκων. Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια θα αναφερθούν, μερικές δεκαετίες αργότερα από την παραδοχή του Λένιν, ως “πλαστογράφοι της ιστορίας” και εμπνευστές του “σωβινιστικού δόγματος” του παντουρκισμού.

Οι Νεότουρκοι και ο Λαός

Οι στρατιωτικοί που εξέφρασαν το κυρίαρχο, εν τέλει, ρεύμα χαρακτηρίζονταν από ακραία εθνικιστική υπεροψία. Προσπάθησαν να κατασκευάσουν μια νέα θετική οντότητα υπό τους όρους «Τούρκος» και «Τουρκία» , που έως τότε ήταν απόβλητοι για τους Οθωμανούς μουσουλμάνους. Η αντίληψη που διαμόρφωσε η νεοτουρκική ηγεσία στους αξιωματικούς που προσχώρησαν στο κίνημα, εμπεριείχε την επιφύλαξη, αν όχι και την εχθρότητα απέναντι στο λαό. Αποκαλυπτική είναι μια σύσταση του Ισμέτ Ινονού προς τους νέους αξιωματικούς: «Ο σουλτάνος είναι εχθρός σας. Είναι επτά γενεών εχθρός σας. … ακόμα και ο λαός είναι εχθρός σας» . Την ιδιόμορφη αυτή σχέση των Νεότουρκων με τον λαό και τη σημασία της στην τουρκική κοινωνική και πολιτική συγκρότηση αναλύει ο κοινωνικός επιστήμονας Fikret Baskaya: «….η ρεπουμπλικανική Τουρκία αντιμετώπιζε ανέκαθεν τις λαϊκές μάζες με μια αποικιοκρατική οπτική γωνία. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε μ’ ένα περίεργο φαινόμενο αυτοαποικιοκρατίας. Αν θέλουμε να το πούμε διαφορετικά, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιάζουσα αποικιοκρατική διεργασία. Αυτή η αυτοαποικιοκρατία έχει ριζικές διαφορές από τη συνήθη αποικιοκρατία και παρουσιάζει την πρωτοτυπία να έχουν οι αποικιοκράτες την ίδια θρησκεία με τους αποίκους.»

Ο Ziya Gökalp και ο γερμανικός φυλετικός ρομαντισμός

Σε ιδεολογικό επίπεδο, η ακροδεξιά τάση των Νεότουρκων εμπνέεται από το γερμανικό φυλετικό ρομαντισμό. Η περίπτωση του Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp) αποτελεί μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ενός διανοούμενου, επηρεασμένου από το ρομαντικό και φυλετικό εθνικισμό. Υπήρξε ο πατέρας του ιδεολογικού ρεύματος του παντουρκισμού, ως Νεότουρκος συνέβαλε διοικητικά στην οργάνωση του σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης των χριστιανικών λαών μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και στο τέλος ανέλαβε την ιδεολογική ανασυγκρότηση της εθνικιστικής Τουρκίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του A Shameful Act, υποστηρίζει ότι ο Gökalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την επίδειξη της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gökalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια». Χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία για να μετακενώσει τις ιδέες του στο μουσουλμανικό οθωμανικό πληθυσμό και ενσωμάτωσε με ένα ακραία εργαλειακό τρόπο τα σχήματα του Νίτσε. Όπως γράφει σε ποίημά του: «Ο ύψιστος Θεός έπλασε τον Τούρκο ανώτερο..» Παράλληλα τονίζει την υπερηφάνεια την θρησκευτικής ομολογίας, ενσωματώνοντας το Ισλάμ στην εξυπηρέτηση του εθνικιστικού φαντασιακού: «Κι αν δεν έχουμε επιστήμη, έχουμε το Κοράνι..»

Στην περίπτωση του Gökalp συναντούμε μια πρωτόλεια εκδοχή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, όπου βασικό ρόλο στην τελική διαμόρφωσή της -όπως και της νεοτουρκικής βεβαίως σε πολύ απλοϊκότερη εκδοχή- έχουν οι απόψεις του Νίτσε, οι οποίες εκχυδαϊστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εργαλειακά. Στη ναζιστική ρητορική εντάσσεται ο θαυμασμός του Νίτσε για τη σκληρότητα, τη δύναμη, τον υπεράνθρωπο, όπως και η λατρεία του για τον ανώτερο άνθρωπο που συμβαδίζει με την επιθυμία εξαφάνισης των ξεπεσμένων φύλων. Ακριβώς το ίδιο παρατηρείται στο έργο του Gökalp. Χαρακτηριστική είναι η παραδοχή του ιδίου στο περιοδικό «Yeni Hayat» τo 1911, όπου περιέγραφε το νέο άνθρωπο της νεοτουρκικής Νέας Τάξης: «Οι Τούρκοι ήταν οι “υπεράνθρωποι” που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…» Ακριβώς έναν τέτοιο «υπεράνθρωπο», Γερμανό αυτή τη φορά, θα ονειρευτεί ο Αδόλφος Χίτλερ 15 χρόνια αργότερα. Όπως η προπαγάνδα του Χίτλερ είχε βασιστεί σε κώδικες με τους οποίους οι γερμανικές μάζες ήταν απολύτως συμφιλιωμένες, έτσι και ο τουρκικός εθνικισμός θα βασιστεί στους θρησκευτικούς κώδικες, τους οποίους αποδέχονταν οι μουσουλμανικές μάζες. Το ζήτημα της συνάφειας των Νεότουρκων και του πλέον επιτυχημένου εξ αυτών, έχει ήδη απαντηθεί οριστικά με την πρόσφατη μελέτη του Stefan Ihring με τίτλο «Atatürk in the Nazi Imagination», που εκδόθηκε τον περσινό Οκτώβρη από τις εκδόσεις του Harvard.

Ο φυλετισμός, που βρήκε το αποκορύφωμά του στη ναζιστική ρητορική και ενυπήρχε στην κουλτούρα της γερμανικής Δεξιάς καλλιεργήθηκε συστηματικά από τους Νεότουρκους εθνικιστές. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1911 είχαν αποφασίσει την καταπίεση και την εξόντωση των χριστιανικών κοινοτήτων της Αυτοκρατορίας.

Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές

Το νεοτουρκικό κίνημα του 1908 αντιμετωπίστηκε από τον Γεώργιο Σκληρό -που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου- και τον Δημήτρη Γληνό -από τη Σμύρνη της Ιωνίας- ως ένα απειλητικό εθνικιστικό κίνημα μιας στρατιωτικής γραφειοκρατίας, η οποία απειλούσε τα ζωτικά συμφέροντα των υπόδουλων λαών. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι και οι δύο προέρχονται από το μικρασιατικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο ανδρώθηκε συγκρουόμενο με την αυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Είναι εντυπωσιακή η παρόμοια ανάλυση των Γληνού και Σκληρού με αυτήν της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η ανάλυση αυτή δικαιώθηκε από τα όσα ακολούθησαν… Ο Attila Tuygan γράφει: «Το κεμαλικό καθεστώς που διαδέχθηκε το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» αντιμετώπισε με καταπίεση, άρνηση και αφομοίωση στον τουρκισμό όλα τα άλλα στοιχεία, όπως τους Λαζούς, Κιρκάσιους, Γεωργιανούς, Κιρμαντζί, Τουρκομάνους, Πομάκους, Ζαζά, Ασσύριους και ποιος ξέρει πόσα άλλα ονόματα που δεν αναφέρουμε εδώ. Η προσπάθεια ήταν η με τη βία εμφύσηση «θετικιστικής τουρκικής» ταυτότητας, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.»

H λογική της γενοκτονίας υπήρξε σύμφυτη στην ακροδεξιά τάση του Νεοτουρκικού κινήματος. Ακόμα και ο ιστορικός Erik Zürcher -που δεν διακρίνεται για την κριτική του στάση προς το νεοτουρκικό παράδειγμα- στο βιβλίο του «The Young Turk Legacy and Nation Building. From the Ottoman Empire to Ataturk’s Turkey» (Η Νεοτουρκική κληρονομιά και το χτίσιμο του έθνους. Από την Οθ. Αυτοκρατορία στην Τουρκία του Ατατούρκ) γράφει ξεκάθαρα για τον πλέον επιτυχημένο εκ των Νεότουρκων: «…ο Μουσταφά Κεμάλ ποτέ δεν μίλησε δημόσια ενάντια στη γενοκτονία .. και ο ίδιος περιβάλλεται από ανθρώπους, όπως ο Τοπάλ Οσμάν, που τα χέρια τους ήταν βαμμένα με αίμα…». Από την αρχή (1908) έως το τέλος (1923) η πολιτική των Νεότουρκων στρεφόταν κατά των μειονοτήτων. Ο Taner Akçam είναι απόλυτος στη διαπίστωση αυτή: ο ‘απελευθερωτικός πόλεμος: «δεν δόθηκε κατά των εισβολέων αλλά κατά των μειονοτήτων».

Εξάλλου αυτά είναι γνωστά από αρκετά παλιά (1958) μέσα από το έργο του Falih Rıfkı Atay, δημοσιογράφου και στελέχους του κεμαλικού κινήματος……

Αγτζίδης Βλάσης
    9/10/2015
_______________

Πηγές

-Ahmet Oral, «Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα», εφημ. Δρόμος της Αριστεράς, 30 Μαϊου 2011.
-Για τη γερμανική στάση βλέπε: Γ. Μικρασιανός, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμόν της Τουρκίας, εκδ. Πετράκου, Αθήνα, 1916, Μιχαήλ Ροδά, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, επανέκδοση, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 1995.
-Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Η δραστηριότητα των γερμανών ιμπεριαλιστών στην Τουρκία», περ. Οι Λαοί, τετχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 56-62.
-Δες τις εκτιμήσεις του Ζινόβιεφ για τον Κεμάλ το Σεπτέμβριο του 1920 στο συνέδριο των λαών της Ανατολής στο Μπακού https://www.marxists.org/history/international/comintern/baku/ch01.htm
Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τομ. Η1Η2, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, σελ 637-650.
-Tekin Alp, «Τhe turkish and pan-turkish ideal, επανέκδοση, Λονδίνο, εκδ. Liberty Press, χ.χ. Το βιβλιο αυτό εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Αρμενικοί Ορίζοντες, Αθήνα, 1992, σελ. 78-79
-Βασίλης Νότης, Εκβιομηχάνιση και οικονομική ανάπτυξη στην Τουρκία, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών μελετών, Αθήνα, 1986,, σελ. 36.
-Fikret Baskaya, «Η συνείδηση της Ιστορίας θα μας απελευθερώσει», εφημ. Δρόμος της Αριστεράς, 30 Μαϊου 2011.
-Για τον παντουρκισμό δες το βιβλίο ενός από τους ιδεολογικούς εκπροσώπους του: Tekin Alp, Τhe turkish and pan-turkish ideal, επανέκδοση, Λονδίνο, εκδ. Liberty Press, χ.χ. Εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Κωσταντινούπολη το 1915. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 1992. Το παντουρκιστικό φαινόμενο παρουσιάζεται αναλυτικά στη μελέτη : Jacob M. Landau, Ο παντουρκισμός. Το δόγμα του τουρκικού επεκτατισμού, Αθήνα, εκδ. Θετίλη, 1985.
-Aριστοτέλης Μητράρας, Το εθνικιστικό τρίπτυχο. Εκτουρκισμός-εξισλαμισμός-εκσυγχρονισμός στην ποίηση του Ζιγιά Γκιοκάλπ, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2012.
-“The Salonica Congress. Young Turks and their programme”, εφημ. The Times, Λονδίνο, 3 Οκτωβρίου 1911.
-Δημήτρης Γληνός, «Η τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 101-134 και
-Γεώργιος Σκληρός, «Το Ζήτημα της Ανατολής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, ό.π., σελ. 77-99
-Attila Tuygan « Γενοκτονία για την ‘’ιερή πατρίδα’’», εφημ. Δρόμος της Αριστεράς, 30 Μαϊου 2011.

Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτορας ιστορίας.


Πηγές - Βιβλιογραφία

 - * Δ. Κιτσίκης, Συγκριτική Ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ό αιώνα, 1990, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 19983, σ. 92-93.
- Το κίνημα των Νεοτούρκων, Θοδωρής Κοντάρας Φιλόλογος  1997
- Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
 - Fikret Adanir, καθηγητή Ιστορίας Πανεπιστήμιο του Μπόχουμ, Από τους Νεότουρκους στον Κεμάλ, Οι ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις στην πρώιμη τουρκική δημοκρατία Το Βήμα 2002

- Λιθογραφία: Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου Γ' Γενικού Λυκείου

- Κ. Βακαλόπουλος ,  Νεότουρκοι και Μακεδονία 1908 - 1912 , εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, (1951)
-  Γ. Μέγας, Η Επανάσταση των Νεότουρκων στην Θεσσαλονίκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη,2003.
-  Ν. Βλάχου , Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος 1878 - 1908, Εκδ. Δερτούδης, Αθήνα, 1935.
- Σία Αναγνωστοπούλου ,  Τουρκικός Εκσυγχρονισμός, Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη Δαιδαλώδη Διαδρομή του Κεμαλισμού , Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2004.
- Η Επανάσταση των Νετούρκων (1908): Ιστοριογραφικές και Πολιτικές Προσεγγίσεις, Ψηφιοθήκη ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου