Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Η ανταρσία στο θωρηκτό Ποτέμκιν

H ιστορία της Ρωσίας από τις απαρχές της και σε όλη τη μακραίωνη πορεία της βρίθει εξεγέρσεων, επαναστάσεων και ταραχών. Αναμφισβήτητα όμως κυρίαρχη θέση κατέχουν οι επαναστάσεις του 1917 (Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου), η σημασία των οποίων ξεπέρασε τα στενά εθνικά όρια και επηρέασε καταλυτικά τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. H πορεία του ρωσικού λαού προς την κορύφωση υπήρξε μακρόχρονη και επίπονη. Στη διάρκεια αυτής της πολύπλοκης διεργασίας αποφασιστική θέση κατέχουν τα γεγονότα του 1905, έτους οριακού και καθοριστικού για τη μετέπειτα πορεία της Ρωσίας και του τσαρικού καθεστώτος.
 
Το 1904-1905 ο καταστροφικός πόλεμος κατά της Ιαπωνίας προκαλεί την απογοήτευση και την οργή του ρωσικού λαού, ο οποίος διαπιστώνει πόσο ανώφελες υπήρξαν οι πολεμικές απώλειες και πόσο ανίκανοι είναι οι κυβερνήτες του. Παράλληλα οι συνθήκες διαβίωσης του μέσου Ρώσου, η καταπίεση ενός τυραννικού και ανάλγητου καθεστώτος ωθούν τους πολίτες στη διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων. Ολοι αισθάνονται ότι το ρωσικό πολιτικό σύστημα όχι μόνο πρέπει να αλλάξει, αλλά και πρέπει να το κάνει γρήγορα. Δυστυχώς όμως στην κορυφή της αχανούς αυτοκρατορίας βρίσκεται ένας ανήσυχος και αναποφάσιστος ηγεμόνας, ο οποίος «αρνείται πεισματικά να ηγηθεί», δεν αφουγκράζεται τα πολλαπλά μηνύματα της κοινωνίας και των υπηκόων του και παραγνωρίζει την ολοένα αυξανόμενη ανυπομονησία για αλλαγές. Μέσα σε αυτό το δυσάρεστο κλίμα τον Δεκέμβριο του 1904 ο τσάρος Νικόλαος B' εκδίδει ένα ουκάζιο, με το οποίο αοριστολογώντας αναγγέλλει περιορισμένες μεταρρυθμίσεις. Μόλις 48 ώρες μετά η κυβέρνηση επίσημα προειδοποιεί την κοινωνία ότι η όποια αναταραχή οφείλει να σταματήσει αμέσως. H συζήτηση τελειώνει προτού καλά καλά αρχίσει. Με αυτόν τον απερίσκεπτο τρόπο άνοιξε η οδός της βίαιης σύγκρουσης, της τραγωδίας ενός βασανισμένου λαού. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή με πάταγο εισέρχεται ξαφνικά και απροειδοποίητα στη σκηνή η ως τότε σιωπηλή εργατική τάξη.

  H «Ματωμένη Κυριακή» 
 
Στις 20 Δεκεμβρίου 1904 στην Πετρούπολη με αφορμή την απόλυση τεσσάρων εργατών από τα εργοστάσια Πουτίλοφ ξεσπά απεργία. Αμέσως η αναταραχή εξαπλώνεται στην πρωτεύουσα και στα προάστιά της. Κατά τη διάρκεια αυτών των δραματικών ωρών ένας έντιμος και άμεμπτος ιερέας, ο Γεώργιος Γκαπόν, αποφασίζει να δράσει, να μεσολαβήσει ανάμεσα στον λαό και στον ηγεμόνα του. Πιστός και αληθινά χαρισματικός, έχει συγκεντρώσει και οργανώσει τα τελευταία χρόνια ένα συνδικάτο, το οποίο αριθμεί γύρω στις 20.000 εργάτες. Προσηλωμένος στον στόχο του συντάσσει υπόμνημα προς τον ανώτατο άρχοντα. Με αυτό ζητεί εκ μέρους της κοινωνίας ολική πολιτική μεταρρύθμιση με ενεργή συμμετοχή του λαού. Φιλοδοξεί να το επιδώσει στον ηγεμόνα την Κυριακή 9 Ιανουαρίου 1905. Για τον σκοπό αυτόν ο ευσεβής ιερέας οργανώνει μια ειρηνική πομπή αποτελούμενη από μεγάλο αριθμό πολιτών, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά και γυναίκες. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες κρατούν ιερές εικόνες, προσωπογραφίες του Νικολάου και πιστεύουν απόλυτα στις αγνές προθέσεις του απόλυτου άρχοντα. Ο λαός τη στιγμή που ικετεύει και αποζητεί τη στήριξη του ηγεμόνα του αγνοεί ότι ο Νικόλαος μη έχοντας σαφή αντίληψη των δεδομένων αποσύρεται και απομονώνεται στο Τσαρκόγε Σέλο, αφήνοντας τη διαχείριση της κρίσης στους συνεργάτες του. Στο μεταξύ καθώς ο Γκαπόν έχει ήδη ενημερώσει τις αρχές για τις προθέσεις του, χωρίς να υπάρχει αντίδραση, θεωρεί και μαζί του και ο λαός ότι τα αιτήματά τους θα γίνουν αποδεκτά. Μια μοιραία και καθοριστική πλάνη καλύπτει ξαφνικά τις σχέσεις εξουσίας - λαού. Ασυνείδητα και οι δύο πλευρές, έχοντας παρερμηνεύσει η μία την άλλη, βαδίζουν προς μετωπική σύγκρουση. Και πράγματι, καθώς η πορεία πλησιάζει στα χειμερινά ανάκτορα, στρατός και κοζάκοι εφορμούν στο άοπλο πλήθος φονεύοντας και τραυματίζοντας εκατοντάδες αθώους.
H «Ματωμένη Κυριακή» είναι γεγονός και τα θύματά της στοιχειώνουν πλέον τη σχέση λαού και τσάρου. Ο κλονισμός είναι βαρύς, η ρήξη οριστική. H αυτοκρατορική εξουσία καταδικάζεται αμετάκλητα στα μάτια ενός ολόκληρου λαού. Ο πατέρας Γκαπόν κρυμμένος στο σπίτι του Γκόρκι θα αναφωνήσει πικραμένος: «Δεν υπάρχει πια Θεός. Δεν υπάρχει πια τσάρος».
H προσμονή και η ελπίδα θα δώσουν τη θέση τους στη βία και στην ταραχή. Μόσχα, Σαρατόφ, Ρίγα, Λοτζ, Βαρσοβία, Βίλνα παντού ξεσηκωμός. Μέσα σε αυτό το κλίμα της παράλυσης και της αταξίας ο Νικόλαος εξακολουθεί να εμμένει στην απόλυτη εξουσία του στηριζόμενος στα όργανα του καθεστώτος και κυρίως στις ένοπλες δυνάμεις. H ροή των γεγονότων όμως ακολουθεί τη δική της δυναμική ανατρέποντας ισορροπίες, ματαιώνοντας δεδομένα και δημιουργώντας νέες πραγματικότητες.
Στις 25 Ιουνίου 1905 το θωρηκτό «Kniaz Potemkin Tavrichesky», συνοδευόμενο από το τορπιλοβόλο «#N267», απέπλευσε από την αυτοκρατορική ναυτική βάση της Σεβαστούπολης με προορισμό το νησί Τέντρα. Το πρωί της 27ης Ιουνίου και ενώ το θωρηκτό ήταν αγκυροβολημένο, η φήμη ότι το κρέας που προοριζόταν για το κυρίως γεύμα ήταν ακατάλληλο προκάλεσε αναταραχή στα μέλη του πληρώματος. Θέλοντας να καθησυχάσει την ανησυχία ο κυβερνήτης Ευγένιος Νικολάγεβιτς Γκόλικοφ ζήτησε από τον υπηρετούντα γιατρό Σμυρνόφ να εξετάσει το κρέας και να εκφράσει την άποψή του. Εκείνος πράγματι πιστοποίησε ότι δεν υπήρχε ζήτημα ακαταλληλότητας και ότι το κρέας μπορούσε να καταναλωθεί άφοβα. Παρ' όλα αυτά ο μηχανικός Αναστάσιος Ματουσένκο συνεπικουρούμενος από άλλους αγκιτάτορες θεώρησε το γεγονός θεόσταλτη ευκαιρία για να προξενήσουν αναταραχή ανάμεσα στο πλήρωμα και στους αξιωματικούς. Επεισαν λοιπόν τους συντρόφους τους να διαμαρτυρηθούν για την ποιότητα του φαγητού αρνούμενοι να το καταναλώσουν. H στάση αυτή των ναυτών αναφέρθηκε αμέσως από τον ύπαρχο Γκιλιαρόφσκι στον κυβερνήτη. Ο Γκόλικοφ ύστερα από μια λογομαχία με το απείθαρχο πλήρωμα υπενθύμισε στους ναύτες του ότι τέτοιου τύπου ανυπακοή τιμωρείται με απαγχονισμό, και χαρακτηριστικά τους έδειξε την κεραία του «Ποτέμκιν». Εχοντας πλήρη γνώση της κατάστασης και των κινδύνων ο κυβερνήτης αποσύρθηκε και θεώρησε το θέμα λήξαν. Δυστυχώς όμως ο ύπαρχος είχε διαφορετική άποψη και εννοούσε να επιβάλει άμεση και απόλυτη απειθαρχία. Ενεργώντας αυτοβούλως έδωσε εντολή να παραταχθεί ένοπλη φρουρά, ώστε να συλληφθούν και να τιμωρηθούν οι ταραχοποιοί.

  H εξέγερση στην Οδησσό
 
Το αποτέλεσμα όμως ήταν το ένοπλο απόσπασμα να ταχθεί με το μέρος των ναυτών και τελικά να ξεσπάσει στάση. Ακολούθησε πανδαιμόνιο και πλήρης σύγχυση. Κάποιοι αξιωματικοί πυροβολήθηκαν, άλλοι κρύφτηκαν σε απρόσιτα σημεία, κάποιοι προσπάθησαν να διαφύγουν κολυμπώντας. Ο κυβερνήτης συνελήφθη την ώρα που ετοιμαζόταν να βουτήξει στο νερό. H σκηνή ήταν τραγική. Ο Γκόλικοφ πεσμένος στα γόνατα ικέτεψε τους άνδρες του να του χαρίσουν τη ζωή, προτού εκείνοι τον αποτελειώσουν πυροβολώντας τον. H ίδια μοίρα περίμενε και τον γιατρό. Με γρήγορες και αποφασιστικές ενέργειες οι στασιαστές επεβλήθησαν και στο συνοδευτικό τορπιλοβόλο. Οι βιαιοπραγίες τελικά σταμάτησαν απότομα, όπως είχαν ξεσπάσει, και το πλήρωμα εξέλεξε μια διοικητική επιτροπή με αρχηγό τον Ματουσένκο. Αφού συσκέφθηκαν όλοι μαζί, οι ναύτες του θωρηκτού αποφάσισαν να πλεύσουν στην Οδησσό.
Στην Οδησσό στο μεταξύ επικρατούσε χάος. Στις 26 Ιουνίου, μία μέρα πριν από την ανταρσία στο «Ποτέμκιν», ένας διαδηλωτής τραυμάτισε θανάσιμα έναν κοζάκο. Το αποτέλεσμα ήταν η Οδησσός να μεταμορφωθεί σε πεδίο μάχης με απώλειες τόσο από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας όσο και των πολιτών. Καταπλέοντας λοιπόν το «Ποτέμκιν» και οι στασιαστές ναύτες του στην επαναστατημένη πόλη τυγχάνουν θερμής υποδοχής από τους εξεγερμένους κατοίκους και αντίστοιχα τονώνουν το επαναστατικό ηθικό των πολιτών. Καθ' όλη τη διάρκεια της 28ης Ιουνίου οι ταραχές εξαπλώνονται στην πόλη και στο λιμάνι και ένα κλίμα αναρχίας και τρομοκρατίας επικρατεί. Στις 11 το βράδυ ο στρατός επιτίθεται και οι μάχες κορυφώνονται δραματικά. Την επομένη 29 Ιουνίου στις δύο το μεσημέρι κηδεύεται ο θανατωθείς κατά τη στάση στο θωρηκτό πυροβολητής Βακουλιντσούκ. Την τελετή παρακολουθούν χιλιάδες εξεγερμένοι πολίτες, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας παρακολουθούν διακριτικά από απόσταση, μη θέλοντας να κλιμακώσουν την υπάρχουσα ένταση. Παρ' όλα αυτά μετά την ολοκλήρωση της τελετής και ενώ το πλήθος επιστρέφει από το νεκροταφείο, βαριά οπλισμένα στρατεύματα επιτίθενται, πυροβολούν και τελικώς διαλύουν την πομπή. Το ίδιο βράδυ το θωρηκτό θέλοντας να τονώσει το μουδιασμένο φρόνημα των επαναστατημένων βομβαρδίζει την πόλη. Οι πέντε βολές δεν βρίσκουν τον στόχο τους, προκαλούν όμως τεράστιο ενθουσιασμό και αναπτερώνουν το θάρρος των εξεγερμένων.

Βουβή ναυμαχία 
 
Στο μεταξύ μέρος του αυτοκρατορικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας υπό την ηγεσία του ναυάρχου Βισνέβσκι πλέει προς την Οδησσό επιθυμώντας να επιβάλει την τάξη στο «Ποτέμκιν» με κάθε μέσο. Πράγματι ο στόλος συναντάται με το «Ποτέμκιν» στα ανοικτά της Οδησσού. Και ενώ και οι δύο πλευρές έχουν ανταλλάξει απειλητικά μηνύματα, παρ' όλο που βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα μάχης, καμία δεν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να επιτεθεί. Δύο φορές οι ελιγμοί των αντιπαρατιθεμένων τους φέρνουν αντιμέτωπους και τις δύο δεν υπήρξε εκατέρωθεν ενέργεια. Τότε όμως συνέβη μια δραματική εξέλιξη, που συνέβαλε ώστε αυτό που οι ρώσοι ιστορικοί ονόμασαν «βουβή ναυμαχία» να γείρει την πλάστιγγα προς το μέρος του «Ποτέμκιν». Κατά τον δεύτερο ελιγμό, και ενώ και οι δύο πλευρές ζητούσαν η μία την παράδοση της άλλης, αναταραχή ξέσπασε στα πληρώματα των «Γεώργιος ο Κατακτητής», «Οι Δώδεκα Απόστολοι» και «Σινώπη». Πλήρης αταξία επικράτησε στα καταστρώματα των τριών πλοίων, καθώς οι ναύτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους ζητωκραυγάζοντας προς την πλευρά του «Ποτέμκιν». Ο ναύαρχος Κρίγκερ, θέλοντας να αποφύγει μια νέα καταστροφική για τον στόλο ανταρσία, διατάσσει την πλεύση όλων των καραβιών προς τη Σεβαστούπολη. Το καταδρομικό «Γεώργιος ο Κατακτητής», αρνούμενο να ακολουθήσει τον υπόλοιπο στόλο, ξεκόβει από την πορεία του και κατευθύνεται προς το «Ποτέμκιν» θέλοντας να συμπαραταχθεί μαζί του. Παρ' όλα αυτά η κατάσταση στο δεύτερο εξεγερμένο καταδρομικό δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη. Παρά την αγκιτάτσια μελών του πληρώματος πολλοί από τους αξιωματικούς και τους ναύτες δεν διαπνέονται από επαναστατικό ενθουσιασμό και φανατισμό.
Ο Ματουσένκο και η υπόλοιπη ηγεσία των στασιαστών γνωρίζουν ότι οφείλουν να τονώσουν το φρόνημα του μουδιασμένου πληρώματος του καταδρομικού και γι' αυτό επιλέγουν και στέλνουν τον βοηθό γιατρό Γκολένκο, ο οποίος προσέφερε με συνέπεια τις υπηρεσίες του κατά την ανταρσία. Αγνοούν όμως ότι ο Γκολένκο είναι αντίθετος με τις ιδέες τους και ότι όλες αυτές τις ημέρες υποκρινόταν. Ο γιατρός λοιπόν επιβιβαζόμενος στο «Γεώργιος ο Κατακτητής» αναφέρει στο διχασμένο πλήρωμα ότι το «Ποτέμκιν» αποφάσισε να παραδοθεί και ότι το καλύτερο που έχουν να πράξουν είναι να αποπλεύσουν άμεσα για τη Σεβαστούπολη. Με κατάπληξη και απορία οι άνδρες στο «Ποτέμκιν» βλέπουν το καράβι να αποπλέει και εντελώς αναπάντεχα αντιλαμβάνονται ότι η κατάσταση μεταστράφηκε εναντίον τους.

Το τέλος των Ρομανόφ 
 
Καθώς στην Οδησσό οι αρχές έχουν επιβάλει την τάξη, το «Ποτέμκιν» και οι άνδρες του μόνοι πλέον βρίσκονται μετέωροι χωρίς συμμάχους. Αποφασίζουν λοιπόν να πλεύσουν προς την Κωνστάντζα της Ρουμανίας θέλοντας να ανανεώσουν τις ελάχιστες προμήθειές τους. H ρουμανική κυβέρνηση αρνείται να εφοδιάσει ένα πλοίο το οποίο έχει στασιάσει ενάντια στον ρώσο αυτοκράτορα. Οι συνθήκες πάνω στο θωρηκτό είναι πλέον δυσάρεστες, το ηθικό πεσμένο και οι στασιαστές αποφασίζουν να συνεχίσουν την οδύσσειά τους κατευθυνόμενοι προς ένα μικρό λιμάνι της Κριμαίας, τη Θεοδόσια. H στάση τους εκεί ήταν απλώς μια μικρή αναβολή του μοιραίου. Απογοητευμένοι και αποθαρρημένοι αποφασίζουν τελικά και πάλι να πλεύσουν στην Κωνστάντζα, όπου οι Ρουμάνοι τους προσέφεραν άσυλο. Κάποιοι από το πλήρωμα προτίμησαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου τους περίμενε η σκληρή δοκιμασία του στρατοδικείου και των ποινών.
H επανάσταση του 1905 και τα γεγονότα που τη σημάδεψαν υπήρξαν μοιραία για την ιστορία του ρωσικού λαού και της δυναστείας των Ρομανόφ. Με την πορεία και τη σφαγή της «Ματωμένης Κυριακής» κλονίζονται οριστικά οι σχέσεις λαού και τσάρου. H ανταρσία στο «Ποτέμκιν» σηματοδοτεί ότι οι φυγόκεντρες δυνάμεις της επανάστασης εισχωρούν πλέον στις ένοπλες δυνάμεις και ότι η πίστη και η υποταγή τους στο καθεστώς δεν είναι δεδομένες. Τέλος, τα πολιτικά κινήματα αποκτούν μια πολύτιμη εμπειρία, την οποία θα χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά το 1917. Ο ξεσηκωμός του 1905 και η τραγική καταστολή του κατέδειξαν με τον πιο άμεσο και ουσιαστικό τρόπο τη χρεοκοπία του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος τριών αιώνων αυτοκρατορικής Ρωσίας υπό τους Ρομανόφ. Οι εξελίξεις ήταν πια μονόδρομος και, όπως αναφέρει ο Γκαίτε στον «Φάουστ», «ό,τι γεννιέται αξίζει κιόλας να χαθεί».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου