Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Η Ρώσικη Επανάσταση του 1905

Πρώτη Ρωσική επανάσταση, ή Επανάσταση του 1905 αποκαλούνται τα γεγονότα που σημειώθηκαν,από το 1905 μέχρι το 1907,στα εδάφη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας .
Αφορμή της επανάστασης αποτέλεσε η δολοφονία αμάχων εργατών κατά τη διάρκεια ειρηνικής διαμαρτυρίας στην πρωτεύουσα,
Πετρογκράντ (νυν Αγία Πετρούπολη), που έγινε γνωστή και ως Ματωμένη Κυριακή ή Κόκκινη Κυριακή, στις 9 (22) Ιανουαρίου 1905. Μετά την Ματωμένη Κυριακή σημειώθηκαν απεργίες στον στρατό και ανταρσίες στον στόλο εναντίον της μοναρχίας. Αυτές οι απεργίες είχαν ως αποτέλεσμα το μανιφέστο της 17ης Οκτωβρίου του 1905, το οποίο επέτρεπε ελευθερία συνείδησης, λόγου, συνεδρίασης και ενώσεων. Επίσης δημιουργήθηκε η Βουλή, ένωση του Κρατικού Σοβιέτ και της Κρατικής Δούμας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, αργότερα ακολούθησε η ανατροπή της 3ης Ιουνίου του 1907 και οι αρχές δεν τηρούσαν τους όρους του μανιφέστου της 17ης Οκτωβρίου του 1905. Οι κοινωνικές διαμάχες συνεχίστηκαν και αργότερα η χώρα οδηγήθηκε στην γνωστή Οκτωβριανή επανάσταση του 1917.

 Τα προηγηθέντα


Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία


Ο πόλεμος του τσάρου της Ρωσίας ενάντια στην Ιαπωνία, που ξέσπασε το Γενάρη του 1904, όξυνε όλες τις αντιθέσεις της κοινωνικής ζωής και επιτάχυνε τα επαναστατικά γεγονότα. Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος τα προηγούμενα χρόνια ανάγκασε τον τσαρισμό, προκειμένου να τραβήξει με το μέρος του την αστική τάξη, να παραχωρήσει ορισμένες ελευθερίες. Η κυβέρνηση επέτρεπε στην αστική τάξη να οργανώνει συνέδρια και συμπόσια, να μιλάει για φιλελευθεροποίηση και να συμβιβάζεται με αυτήν την κατάσταση, αφού ήταν κοντά στα όργανα της εξουσίας.Οι μπολσεβίκοι αξιοποιούσαν τη λεγόμενη «φιλελεύθερη άνοιξη» για να οργανώνουν και να πλαταίνουν το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος ήταν ένας από τους πρώτους πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι μπολσεβίκοι εξηγούσαν τον άδικο χαρακτήρα του πολέμου για τους λαούς και της Ρωσίας και της Ιαπωνίας. Η δράση του κόμματος, που καθοδηγούσε ο Λένιν, στην εργατική τάξη, την αγροτιά και τις άλλες καταπιεζόμενες μάζες, το έφεραν επικεφαλής των επαναστατικών γεγονότων.

Η ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο επιτάχυνε τα γεγονότα. Στη Ρωσία, ωρίμαζε επαναστατική κρίση. Ηδη, ο πόλεμος είχε οδηγήσει τις μάζες σε εξαθλίωση. Ετσι, άνοιξε ο δρόμος για τις διαδηλώσεις στις 9 Γενάρη, που με το χτύπημα του στρατού έγινε η αφορμή για το επαναστατικό ξέσπασμα του ρώσικου προλεταριάτου και των άλλων καταπιεζόμενων μαζών.
Την ίδια περίοδο, το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα περνάει στο μονοπωλιακό του στάδιο. Και η Ρωσία επίσης, παρά το καθεστώς του τσαρισμού περνά στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.
Ο Λένιν, από τη συγκεκριμένη περίοδο ακόμη διέγραφε την τάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά και το πέρασμα της Ρωσίας στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, όταν ακόμη την πολιτική εξουσία ασκούσε ο τσαρισμός. «Η πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης στην Κίνα είναι εγκληματική πολιτική... όχι μόνο κρατάει το λαό μας στη σκλαβιά, αλλά και τον στέλνει να υποτάσσει άλλους λαούς... Η κυβέρνηση όχι μόνο βοηθάει τους Ρώσους κεφαλαιοκράτες να εκμεταλλεύονται τους δικούς τους εργάτες... αλλά και στέλνει στρατιώτες να ληστεύουν άλλους λαούς...».(«Απαντα» τ. 4, σελ. 388).

Την περίοδο πριν τα επαναστατικά γεγονότα στη Ρωσία ξέσπασε παγκόσμια οικονομική κρίση (1900 - 1903), που αφενός επιτάχυνε τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ενίσχυσε το ρόλο των μονοπωλίων, επιδείνωνε όμως τη θέση και τη ζωή της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ο Λένιν γράφει ότι από το ένα μέρος υπήρχε «η πιο καθυστερημένη γαιοκτησία, το πιο πρωτόγονο χωριό, και από το άλλο μέρος ο πιο προοδευμένος βιομηχανικός και χρηματιστικός καπιταλισμός» (Β. Ι. Λένιν: «Πολιτικές σημειώσεις», «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 16, σελ. 439).

Η οικονομική κρίση στα 1900 - 1903 χτύπησε την ελαφριά βιομηχανία, αλλά με μεγαλύτερη δύναμη χτύπησε τους καινούριους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας. Οι μισές περίπου υψικάμινοι και το 45% περίπου από όλα τα φρέατα πετρελαίου σταμάτησαν να λειτουργούν. Εκεί όπου η παραγωγή έπεσε πιο πολύ, ήταν οι κλάδοι της βαριάς βιομηχανίας που κατασκεύαζαν σιδηροδρομικές γραμμές, ατμάμαξες και βαγόνια. Με την κρίση, η ανεργία εξαπλώθηκε, οι συνθήκες εργασίας των εργατών χειροτέρευσαν και πολλοί μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες καταστράφηκαν. Ταυτόχρονα, αυξήθηκε η συγκέντρωση της παραγωγής και δυνάμωσαν οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες πλέον αποκτούσαν μονοπωλιακό χαρακτήρα.
«Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ίδρυση μονοπωλιακών συγκροτημάτων, προπάντων με τη μορφή των συνδικάτων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα μονοπώλια ήταν λίγα (τριάντα περίπου). Ωστόσο, αν και όχι αμέσως, τα μονοπώλια αυτά στερεώθηκαν στους κυριότερους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας κι έπαιρναν σιγά σιγά στα χέρια τους τις σπουδαιότερες πηγές πρώτων υλών και καυσίμων» (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Ζ1, σελ. 440 - 441).
Ολες οι παραπάνω συνθήκες, όπως ωρίμανση του καπιταλισμού και πέρασμά του στο μονοπωλιακό του στάδιο τον ιμπεριαλισμό, οξύτατη οικονομική κρίση που οδήγησε σε επαναστατική κρίση, επαναστατική κατάσταση, εργατική τάξη που αν και μειοψηφία στο σύνολο των λαϊκών στρωμάτων, από τη θέση της στην κοινωνία και την κοινωνική παραγωγή ξεπρόβαλε ως ηγέτης και καθοδηγητής των εξελίξεων, σε συνδυασμό με την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος, αν και νεαρού, συνέβαλαν στο ξέσπασμα της επανάστασης.

 Η έναρξη της επανάστασης

Το Δεκέμβριο του 1904, μια απεργία κηρύχθηκε στο Εργοστάσιο Πουτίλοφ (προμηθευτή των σιδηροδρόμων και του πυροβολικού) στην Αγία Πετρούπολη. Συμπαθούντες απεργοί σε άλλα σημεία της πόλης ανέβασαν τον αριθμό των απεργούντων σε πάνω από 80,000. Ο αμφιλεγόμενος Ορθόδοξος ιερέας Γκεόργκϊι Γκαπόν, που ήταν επικεφαλής της υποστηριζόμενης από την αστυνομία εργατικής ένωσης, οδήγησε μια τεράστια πορεία εργατών στα Χειμερινά Ανάκτορα για να παραδώσουν μια δέσμη αιτημάτων στον Τσάρο την Κυριακή, 22 Ιανουαρίου [Π.Η. 9 Ιανουαρίου] 1905. Τα στρατεύματα που φυλούσαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και είχαν εντολή να μην επιτρέψουν στους διαδηλωτές να περάσουν πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, σύμφωνα με τον Σεγκέι Βίττε, άνοιξαν πυρά εναντίον τους, με αποτέλεσμα να πέσουν περισσότεροι από 200 έως 1000 νεκροί. Το γεγονός έμεινε γνωστό ως Ματωμένη Κυριακή, και θεωρείται συνήθως ως το σημείο έναρξης της ενεργητικής φάσης της επανάστασης.

Τα γεγονότα στην Αγία Πετρούπολη προκάλεσαν δημόσια κατακραυγή και μια σειρά από μαζικές απεργίες απλώθηκαν τάχιστα σε όλα τα βιομηχανικά κέντρα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. 
Πολωνοί σοσιαλιστές — τόσο του PPS και του SDKPiL — κάλεσαν για γενική απεργία. Με το τέλος του Ιανουαρίου του 1905, πάνω από 400,000 εργάτες στη Ρωσική Πολωνία βρίσκονταν σε απεργία (δείτε στο Επανάσταση στο Βασίλειο της Πολωνίας (1905–1907)). Οι μισοί από τους βιομηχανικούς εργάτες της Ρωσίες κατέβηκαν σε απεργία το 1905, ενώ στην Πολωνία το 93.2%. Υπήρχαν επίσης απεργίες στη Φινλανδία και στη Βαλτική ακτή. Στη Ρίγα, 80 διαδηλωτές σκοτώθηκαν στις 26 Ιανουαρίου [Π.Η. 13 Ιανουαρίου] 1905, και στη Βαρσοβία μερικές μέρες αργότερα περισσότεροι από 100 απεργοί πυροβολήθηκαν στους δρόμους. Μέχρι τον Φεβρουάριο, ξέσπασαν απεργίες στην Καυκασία, και περί τον Απρίλιο, στα Ουράλια και πιο πέρα. Το Μάρτιο, όλα τα ανώτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα αναγκάστηκαν να κλείσουν για το υπόλοιπο της χρονιάς, προσθέτοντας με αυτόν τον τρόπο τους ριζοσπαστικούς φοιτητές στις δυνάμεις των απεργών εργατών. Μια απεργία εργατών στους σιδηροδρόμους στις 21 Οκτωβρίου [Π.Η. 8 Οκτωβρίου] 1905 γρήγορα αναπτύχθηκε σε μια γενική απεργία στην Αγία Πετρούπολη και στη Μόσχα. Αυτή με τη σειρά της προέτρεψε στη θέσπιση του βραχύβιου Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης των αντιπροσώπων των εργατών, μια μεγάλη ομάδα μενσεβίκων που καθοδηγούνταν από τον Τρότσκι, ο οποίος οργάνωσε την απεργιακή δράση σε πάνω από 200 εργοστάσια.
 Στις 26 Οκτωβρίου [Π.Η. 13 Οκτωβρίου] 1905, πάνω από 2 εκατομμύρια εργάτες βρίσκονταν σε απεργία και σχεδόν σε όλη τη Ρωσία δεν υπήρχε σιδηρόδρομος σε λειτουργία. Η αυξανόμενη ενδοεθνική σύγκρουση σε όλη την περιοχή του Καυκάσου είχε ως αποτέλεσμα τις Αρμενο-Ταταρικές σφαγές, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στις πόλεις και στις πετρελαϊκές πηγές του Μπακού.

Με τον ανεπιτυχή και αιματηρό Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο (1904–1905) υπήρξε αναταραχή στις εφεδρείες του στρατού. Στις 2 Ιανουαρίου, 1905 απωλέσθηκε το Πορτ Άρθουρ, και ο Ρωσικός Στόλος της Βαλτικής ηττήθηκε στη Μάχη της Τσουσίμα. Τον Φεβρουάριο του 1905, ο Ρωσικός στρατός ηττήθηκε στο Μούκντεν, χάνοντας σχεδόν 80,000 άντρες στη μάχη. Ο Βίττε στάλθηκε για να συνάψει ειρήνη, διαπραγματευόμενος τη Συνθήκη του Πόρτσμουθ (υπογράφτηκε στις 5 Σεπτεμβρίου [Π.Η. 23 Αυγούστου] 1905). Το 1905, υπήρξαν ναυτικές ανταρσίες στη Σεβαστούπολη, το Βλαδιβοστόκ, και την Κροστάνδη, με αποκορύφωμα τον Ιούνιο με την ανταρσία στο κατάστρωμα του Θωρηκτού Ποτέμκιν — με μερικές πηγές να ισχυρίζονται ότι πάνω από 2,000 να έχουν σκοτωθεί κατά τις επιχειρήσεις αποκατάστασης της τάξης. Οι ανταρσίες αποδιοργανώθηκαν και γρήγορα συντρίφθηκαν. Παρά τις ανταρσίες αυτές, οι ένοπλες δυνάμεις ήταν σε μεγάλο βαθμό απολίτικες και παρέμειναν κυρίως νομιμόφρονες, ακόμα κι αν ήσαν δυσαρεστημένες — έτσι χρησιμοποιήθηκαν ευρέως από την κυβέρνηση για να ελέγξουν την γενικευμένη αναταραχή του 1905.
Οι εθνικές ομάδες είχαν εξαγριωθεί από τον εκρωσισμό που είχε αναληφθεί από τον Αλέξανδρο Β΄. Οι Πολωνοί, οι Φινλανδοί και οι επαρχίες της Βαλτικής επεδίωκαν όλες αυτονομία, καθώς και ελευθερία για τη χρήση της εθνικής τους γλώσσας και την προώθηση της δικής τους κουλτούρας.

  Οι μουσουλμανικές ομάδες ήταν επίσης ενεργές — Το Πρώτο Συνέδριο της Μουσουλμανικής Ένωσης πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1905. Συγκεκριμένες ομάδες άδραξαν την ευκαιρία για ξεκαθάρισμα των διαφορών μεταξύ τους παρά με την κυβέρνηση. Κάποιοι εθνικιστές προέβησαν σε πογκρόμ κατά των Εβραίων, πιθανόν με τη βοήθεια της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα τον θάνατο πάνω από 3000 Εβραίων.
Ο αριθμός των κρατουμένων σε όλη τη Ρωσική Αυτοκρατορία, που είχε φτάσει στους 116,376 το 1893, έπεσε πάνω από το ένα τρίτο στο χαμηλό των 75,009 τον Ιανουάριο του 1905, κυρίως εξαιτίας των μαζικών αμνηστεύσεων που χορηγήθηκαν από τον Τσάρο; ο ιστορικός S G Wheatcroft αναρωτήθηκε για το ρόλο που έπαιξαν αυτοί οι εγκληματίες στην κοινωνική αναταραχή του 1905–6.

Η αντίδραση της Κυβέρνησης

Ο Τσάρος απέλυσε από τα καθήκοντά του τον Υπουργό Εσωτερικών Πιότρ Ντμίτριεβιτς Σβιατοπόλκ, στις 18 Φεβρουαρίου [Π.Η. 5 Φεβρουαρίου] 1905 και διόρισε μια κυβερνητική επιτροπή "για να διερευνήσει χωρίς καθυστέρηση τα αίτια της δυσφορίας στις τάξεις των εργατών στην πόλη της Αγίας Πετρούπολης και τα προάστιά της ", δηλαδή μια εξέταση του απεργιακού κινήματος. Η επιτροπή είχε ως επικεφαλής τον Γερουσιαστή ΝΒ Σιντλόφσκι, ένα μέλος του Κρατικού Συμβουλίου, και περιελάμβανε κρατικούς αξιωματούχους, διοικητές των κρατικών εργοστασίων, και ιδιοκτήτες ιδιωτικών εργοστασίων. Σκόπευε επίσης να συμπεριλάβει και αντιπροσώπους των εργατών που εκλέγονταν με ένα σύστημα 2 σταδίων. Οι εκλογές από τους εκπροσώπους των εργατών είχαν, ωστόσο, μπλοκαριστεί από τους σοσιαλιστές που ήθελαν να εκτρέψουν τους εργάτες από τις εκλογές στην ένοπλο αγώνα . Στις 5 Μαρτίου [Π.Η. 20 Φεβρουαρίου] 1905, η Επιτροπή διαλύθηκε χωρίς να έχει καν αρχίσει τις εργασίες της.
Μετά τη δολοφονία του θείου του, του Μεγάλου Δούκα Σεργκέι Αλεξάντροβιτς, στις 17 Φεβρουαρίου [Π.Η. 4 Φεβρουαρίου] 1905, ο Τσάρος συμφώνησε να κάνει νέες παραχωρήσεις. Στις 18 Φεβρουαρίου [Π.Η. 5 Φεβρουαρίου] 1905 δημοσίευσε το Διάταγμα Μπιλίγκιν, το οποίο υπόσχονταν το σχηματισμό μια συμβουλευτικής συνέλευσης, θρησκευτική ανεκτικότητα, ελευθερία του λόγου (με τη μορφή των γλωσσικών δικαιωμάτων για την Πολωνική μειονότητα) και μείωση των πληρωμών εξαγοράς για τους αγρότες.
Στις 24 και 25 Μαΐου [Π.Η. 11 και 12 Μαΐου] 1905, περίπου 300 Ζέμστβο και τοπικοί αντιπρόσωποι πραγματοποίησαν 3 συναντήσεις στη Μόσχα, οι οποίες πέρασαν μια απόφαση, ζητώντας λαϊκή εκπροσώπηση σε εθνικό επίπεδο. Στις 6 Ιουνίου [Π.Η. 24 Μαΐου] 1905, ο Νικόλαος ο Β' δέχτηκε μια αντιπροσωπεία των Ζέμστβο. Απαντώντας στις ομιλίες του Πρίγκιπα Σεργκέι Τρουμπετσκόϊ και του κυρίου Φιόντροφ, ο Τσάρος επιβεβαίωσε την υπόσχεσή του να συγκαλέσει μια συνέλευση αντιπροσώπων του λαού.

Η κορύφωση της επανάστασης

Ο Νικόλαος Β' της Ρωσίας συμφώνησε στις 18 Φεβρουαρίου [Π.Η. 5 Φεβρουαρίου] στη δημιουργία μιας Κρατικής Δούμας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας αλλά μόνον με συμβουλευτικές αρμοδιότητες. Όταν αποκαλύφθηκαν οι αδύναμες εξουσίες και οι περιορισμοί που τίθονταν στο εκλεκτορικό σώμα, η αναταραχή διπλασιάστηκε. Το Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης είχε ήδη συγκροτηθεί και καλέσε για γενική απεργία τον Οκτώβριο, άρνηση πληρωμής φόρων, και την ανάληψη των καταθέσεων από τις τράπεζες.
Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1905, υπήρξαν πολλές εξεγέρσεις στην ύπαιθρο κατά τις οποίες οι αγρότες απαλλοτρίωναν εκτάσεις και εργαλεία. Αναταραχές στο ελεγχόμενο από τη Ρωσία Βασίλειο του Κογκρέσου κορυφώθηκαν τον Ιούνιο του 1905 στην Εξέγερση του Λοντζ. Παραδόξως, μόνο ένας γαιοκτήμονας αναφέρθηκε ότι σκοτώθηκε. Πολύ μεγαλύτερη βία ασκήθηκε στους αγρότες που βρίσκονταν έξω από την κοινότητα: 50 θάνατοι αναφέρθηκαν εκεί.

Το Οκτωβριανό Μανιφέστο, γραμμένο από τον Σεργκέι Βίττε και τον Αλέξις Ομπολένσκϊι, παρουσιάστηκε στον Τσάρο στις 14 Οκτωβρίου [Π.Η. 1 Οκτωβρίου]. Ακολουθούσε από κοντά τα αιτήματα του Συμβουλίου των Ζέμστβο το Σεπτέμβριο, εξασφαλίζοντας βασικά πολιτικά δικαιώματα, επιτρέποντας τον σχηματισμό πολιτικών κομμάτων, επεκτείνοντας το προνόμιο προς την καθολική ψηφοφορία, και εγκαθιδρύοντας τη Δούμα ως το κεντρικό νομοθετικό σώμα. Ο Τσάρος περίμενε και πρόβαλλε τις αντιρρήσεις του επί τρεις ημέρες, αλλά τελικά υπέγραψε το μανιφέστο στις 30 Οκτωβρίου [Π.Η. 17 Οκτωβρίου] 1905, που οφείλονταν στην επιθυμία του να αποφύγει μια σφαγή, και στη συνειδητοποίηση ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις ήταν ανεπαρκείς για να πράξει διαφορετικά. Έδειξε μετανιωμένος για την υπογραφή του εγγράφου, λέγοντας ότι αισθάνεται "αηδιασμένος από ντροπή για την προδοσία της δυναστείας... προδοσία που ήταν πλήρης".
Όταν διακηρύχθηκε το Μανιφέστο υπήρξαν αυθόρμητες εκδηλώσεις υποστήριξης σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Οι απεργίες στην Αγία Πετρούπολη και αλλού επίσημα τερματίστηκαν ή γρήγορα κατέρρευσαν. Πολιτική αμνηστεία προσφέρθηκε επίσης. Οι παραχωρήσεις αυτές ήρθαν χέρι-χέρι με ανανεωμένη και ωμή δράση ενάντια στην εξέγερση. Υπήρξε επίσης μια αρνητική αντίδραση από τα συντηρητικά στοιχεία της κοινωνίας, με επιθέσεις ακροδεξιών σε απεργούς, ακροαριστερούς και Εβραίους.
Κι ενώ οι Ρώσοι φιλελεύθεροι ήταν ικανοποιημένοι από το Οκτωβριανό Μανιφέστο και είχαν κάνει προετοιμασίες για τις επερχόμενες εκλογές στη Δούμα, ριζοσπάστες σοσιαλιστές και επαναστάστες αποκήρυξαν τις εκλογές και κάλεσαν για ένοπλη εξέγερση με σκοπό την καταστροφή της Αυτοκρατορίας.
Μερικές από τις εξεγέρσεις του Νοεμβρίου του 1905 στη Σεβαστούπολη, με επικεφαλής τον απόστρατο υποπλοίαρχο Πιότρ Σμιντ, κατευθύνθηκαν ενάντια στην κυβέρνηση, ενώ άλλες δεν είχαν συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτές περιελάμβαναν τρομοκρατία, εργατικές απεργίες, εξεγέρσεις αγροτών, και στρατιωτικές ανταρσίες που καταπνίγηκαν μόνο μετά από άγριες μάχες. Η σιδηρόδρομος περί την λίμνη Βαϊκάλη έπεσε στα χέρια των επιτροπών των απεργών και στρατιωτών που είχαν αυτομολήσει γυρίζοντας από την Μαντζουρία μετά τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο. Ο Τσάρος έπρεπε να στείλει ένα ειδικό απόσπασμα πιστών σε αυτόν στρατευμάτων προκειμένου να αποκαταστήσει την τάξη στον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο.

Στο διάστημα μεταξύ της 5 και 7 Δεκεμβρίου [Π.Η. 22 και 24 Νοεμβρίου], ακολούθησε μια γενική απεργία από τους Ρώσους εργάτες. Η κυβέρνηση έστειλε στρατεύματα στις 7 Δεκεμβρίου, και μια άγια μάχη ξέσπασε στους δρόμους. Μια εβδομάδα αργότερα εμφανίστηκε το Σύνταγμα Σεμενόφσκιϊ, και χρησιμοποίησε πυροβόλα όπλα για να σπάσει τις διαδηλώσεις και να και να απομονώσει τις περιοχές των εργατών. Στις 18 Δεκεμβρίου [Π.Η. 5 Δεκεμβρίου], με περίπου χίλιους νεκρούς και τμήματα της πόλης να βρίσκονται σε συντρίμμια, οι εργάτες παραδόθηκαν. Μετά τον τελικό σπασμό της Μόσχας, οι εξεγέρσεις τερματίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1905.
Σύμφωνα με τα μεγέθη που παρουσιάστηκαν στη Δούμα από τον καθηγητή Μαξίμ Κοβαλέφσκι, από τον Απρίλιο 1906, περισσότεροι από 14,000 άνθρωποι εκτελέστηκαν και 75,000 φυλακίστηκαν. Ο ιστορικός Μπράϊαν Τέϊλορ διαβεβαιώνει ότι ο αριθμός των νεκρών στην Επανάσταση του 1905 ήταν "χιλιάδες", και αναφέρεται στην ύπαρξη μιας πηγής που ανεβάζει το μέγεθος σε πάνω από 13,000 θανάτους.



Ηγέτης η εργατική τάξη
Το χτύπημα του στρατού, με εντολή του τσάρου, στους άοπλους εργάτες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους με τα όπλα, οι χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, έγινε αφορμή να μπουν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες στον αγώνα, και να αρχίσει η πρώτη επανάσταση στην τσαρική Ρωσία, στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι εργάτες άρχισαν να εξοπλίζονται. Στις 10 Γενάρη, στην Πετρούπολη, συνεχίζονται οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στους εργάτες και το στρατό. Σε όλη τη Ρωσία, ξεσπούν απεργίες διαμαρτυρίας και πολιτικές διαδηλώσεις. Στη Μόσχα, άρχισε γενική απεργία στις 10 Γενάρη, ενώ στη Ρίγα, στις 13 του ίδιου μήνα, στην απεργία και τη διαδήλωση γίνονται συγκρούσεις με την αστυνομία. Στις 14 Γενάρη, ξέσπασε γενική απεργία στη Βαρσοβία και στις 18 Γενάρη γενική απεργία στην Τιφλίδα, που παίρνει χαρακτήρα πολιτικής απεργίας. Τα επαναστατικά γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία, εξαπλώνονται σε ολόκληρη την τσαρική Ρωσία και καθ' όλη τη διάρκεια του 1905 και έτσι εξελίσσεται η πρώτη στην ιστορία της Ρωσίας επανάσταση, που ηγήθηκε η εργατική τάξη, επικεφαλής όλων των καταπιεσμένων μαζών, που αγωνίζονταν για την πολιτική τους απελευθέρωση. Το βασικό σύνθημα ήταν «κάτω ο τσάρος». Το επαναστατικό κίνημα καθοδηγούσε το ΣΔΕΚΡ, οι μπολσεβίκοι, με επικεφαλής τον Λένιν.
Απεργία φορτοεκφορτωτών
1905
Ο Λένιν στο έργο του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», στον πρόλογο στη δεύτερη έκδοση, αναφέρει χαρακτηριστικά σχετικά με τις τάξεις, την ταξική πάλη και τον καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης: «Η ανάλυση του κοινωνικο-οικονομικού καθεστώτος, συνεπώς και της ταξικής διάρθρωσης της Ρωσίας, που έγινε σ' αυτό το έργο με βάση την οικονομική έρευνα και την κριτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων, επιβεβαιώνεται τώρα με την ανοιχτή πολιτική εμφάνιση όλων των τάξεων, στην πορεία της επανάστασης. Αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα, ο καθοδηγητικός ρόλος του προλεταριάτου. Αποκαλύφθηκε επίσης ότι η δύναμή του στο ιστορικό ξεκίνημα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από το ποσοστό του στο γενικό σύνολο του πληθυσμού». («Απαντα» τ. 3ος, σελ. 13).

 Η Ρωσία μετά την κατάργηση της δουλείας (1863) πέρασε μια βιομηχανική άνοδο που, από το 1887 έως το 1908, οδήγησε σε διπλασιασμό των βιομηχανικών της εργατών (από 1.300.000 έφτασαν τα 2.700.00). Η εργατική τάξη, που ήταν συγκεντρωμένη στα τότε μεγάλα αστικά κέντρα, στις βιομηχανικές πόλεις, ζούσε κάτω από εξαιρετικά άθλιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Παρόλο που με νόμο του 1897 η εργάσιμη μέρα είχε περιοριστεί στις 11,5 ώρες, στις περισσότερες επιχειρήσεις διαρκούσε 13 - 14 ώρες. Οι μισθοί ήταν εξευτελιστικοί και η διατροφή των εργατών αχαρακτήριστη. Οι περισσότεροι εργάτες εξακολουθούσαν να μένουν σε υπόγεια, σε παράγκες και θαλάμους εργοστασίων, ενώ ακόμη και τα όργανα του καθεστωτικού Τύπου ομολογούσαν πως η ζωή τους ελάχιστα διέφερε από τη ζωή των ανθρώπων που ζούσαν σε κάτεργα. (Στοιχεία από την Ιστορία του ΚΚΣΕ, Εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 81).

Συλλαλητήριο στις ακριανές συνοικίες της Τιφλίδας το 1905
Ετσι στη Ρωσία αναπτύσσονταν ραγδαία οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. «Αν συγκρίνουμε την προκεφαλαιοκρατική εποχή στη Ρωσία με την κεφαλαιοκρατική... τότε θα αναγκαστούμε να παραδεχτούμε ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στον καπιταλισμό είναι εξαιρετικά γοργή».(Λενιν, «Απαντα» τ. 3ος, σελ. 630).Αλλά και οι αγρότες στέναζαν το ίδιο κάτω από την εξουσία των τσιφλικάδων. «Τον αγρότη τον έριξαν σε ένα άθλιο βιοτικό επίπεδο: Στεγαζόταν μαζί με τα ζώα, ντυνόταν με κουρέλια, τρεφόταν με λαχανίδες... Οι αγρότες υπόφεραν από χρόνια πείνα και πέθαιναν κατά δεκάδες χιλιάδες από την πείνα και τις επιδημίες στα χρόνια της σιτοδείας που επαναλαμβάνονταν ακόμη όλο και συχνότερα». (Β. Ι. Λένιν: «Το εργατικό κόμμα και η αγροτιά», «Απαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 4, σελ. 438).

Η επαναστατική πάλη των εργατών επέδρασε στις μεγάλες μάζες της φτωχής αγροτιάς, που μπήκαν στο κίνημα, οργώνοντας αυθαίρετα τα χωράφια των τσιφλικάδων και με καταλήψεις στα λιβάδια. Στα χωριά οργάνωναν συγκεντρώσεις και σε πολλά μέρη έγιναν απεργίες εργατών γης. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, άρχισε να διαμορφώνεται η συμμαχία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, χωρίς μάλιστα την ύπαρξη δικού της κόμματος. Δυνάμωσε το επαναστατικό κίνημα στο στρατό και το στόλο, με κορυφαία γεγονότα την εξέγερση στο θωρηκτό «Ποτέμκιν», καθώς επίσης και στη Σεβαστούπολη και ανταρσίες στρατιωτών και ναυτών στην Κροστάνδη. Σε αυτήν την πρώτη επανάσταση, δημιουργήθηκαν τα σοβιέτ, λαογέννητα όργανα, στα οποία ο Λένιν διείδε τα φύτρα της νέας εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Για τα γεγονότα στις 9 Γενάρη, ο Λένιν έγραφε:«Η εργατική τάξη πήρε ένα μεγάλο μάθημα εμφυλίου πολέμου. Η επαναστατική διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου προχώρησε μέσα σε μια μέρα τόσο, όσο δε θα μπορούσε να προχωρήσει μέσα σε μήνες και χρόνια μιας άχαρης, συνηθισμένης, κακομοίρικης ζωής. Το σύνθημα του ηρωικού προλεταριάτου της Πετρούπολης "ελευθερία ή θάνατος" αντιλαλεί τώρα σε όλη τη Ρωσία»(Β. Ι. Λένιν: «Η έναρξη της επανάστασης στη Ρωσία», «Απαντα», έκδοση ΣΕ, τόμος 9, σελ. 202 - 203).
   

Η ιστορική σημασία της επανάστασης του 1905
Η ιστορική σημασία της επανάστασης υπήρξε τεράστια. Ο Λένιν τη συμπυκνώνει ως εξής:
«Χρόνια της επανάστασης 1905-1907. Ολες οι τάξεις εμφανίζονται ανοιχτά. Ολες οι απόψεις σχετικά με το πρόγραμμα και την τακτική ελέγχονται με τη δράση των μαζών. Ο απεργιακός αγώνας παίρνει πρωτοφανέρωτο στον κόσμο πλάτος και οξύτητα. Η οικονομική απεργία μετεξελίσσεται σε πολιτική και η πολιτική σε εξέγερση. Δοκιμάζονται στην πράξη οι σχέσεις ανάμεσα στο προλεταριάτο που καθοδηγεί και στην καθοδηγούμενη, ταλαντευόμενη ασταθή αγροτιά. Μέσα στην αυθόρμητη ανάπτυξη του αγώνα γεννιέται η σοβιετική μορφή οργάνωσης... Η εναλλαγή των κοινοβουλευτικών μορφών πάλης με τις μη κοινοβουλευτικές, της τακτικής της αποχής από το Κοινοβούλιο με την τακτική της συμμετοχής στο Κοινοβούλιο, των νόμιμων μορφών πάλης με τις παράνομες, καθώς και η αλληλεξάρτηση και η σύνδεσή τους - όλα αυτά τα χαρακτηρίζει ένας καταπληκτικός πλούτος περιεχομένου. Κάθε μήνας αυτής της περιόδου ισοδυναμούσε, από την άποψη της εκμάθησης των βάσεων της πολιτικής επιστήμης - και από τις μάζες, και από τους αρχηγούς, και από τις τάξεις, και από τα κόμματα - με ένα χρόνο "ειρηνικής" "συνταγματικής" ανάπτυξης. Χωρίς τη "γενική δοκιμή" του 1905, θα ήταν αδύνατη η νίκη της Οχτωβριανής Επανάστασης του 1917».(Β. Ι. Λένιν: «Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», εκδόσεις ΣΕ, «Απαντα», τόμος 41, σελ. 9).


 Πηγές
 ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Wikipedia
Κόκκινος Φάκελος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου