Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Αρμενία:Από την Μυθολογία στην Γενοκτονία 1

Η Αρμενία έχει ιστορία 3.500  χρόνων με επιτυχίες, δόξα και τραγικές περιπέτειες, για τις οποίες αιτία στάθηκε η σπουδαία γεωγραφική της θέση.
 H ιστορική Aρμενία1  απλωνόταν σε ένα ευρύτατο υψίπεδο, που περικλειόταν μεταξύ των οροσειρών του Kαυκάσου στο   βορρά και του Tαύρου στο νότο. Aπό την έκταση αυτή,που κάλυπτε γύρω στις 400 χιλ. τετρ. χλμ.απέμεινε
–έπειτα από τις αλλεπάλληλες περιπέτειες μέσα στους αιώνες– ένα τμήμα μόνο (29.800 τετρ.χλμ.), που ανήκει σήμερα στην επικράτεια της Aρμενικής Δημοκρατίας. Στα εδάφη αυτά μπορούν να συνυπολογιστούν και τα 4.388 τετρ.χλμ. της Aυτόνομης αρμενικής τώρα) Δημοκρατίας του Oρεινού Kαραμπάχ.

Μυθολογία

Η αρμενική μυθολογία είναι ένα ακόμη κομμάτι του πολιτισμικού πλούτου του λαού αυτού. Αγνοούμε σχεδόν τα πάντα για τη γέννησή της, παρόλα αυτά διατηρεί ακόμη ως τις μέρες μας, μιαν απαράμιλλη επικαιρότητα που την κρατά πάντα ενσωματωμένη στη σκέψη των Αρμενίων και την καθημερινή γλώσσα τους.

Η αρμενική μυθολογία είναι πολύ πλούσια σε ηρωικά πρόσωπα, ιστορίες, γεγονότα, που πλέκονται σε ένα πυκνό υφάδι και αποτελούν στέρεα αρχή και αφετηρία της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του λαού.
Οι μύθοι ήταν από τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου. Τους πρώτους μύθους τους εμπνεύστηκε από τα πράγματα και από τα φαινόμενα των οποίων δεν κατόρθωνε να συλλάβει το νόημα και για τα οποία ζητούσε να βρει μια ερμηνεία προκειμένου να καθησυχάζει τους φόβους του. Αυτοί χαρακτηρίζονταν από μια ευπιστία και μια απλοϊκότητα. Μοιάζουν με την ανεξάντλητη παιδική φαντασία που ερμηνεύει με το δικό της τρόπο όσα δεν εντάσσονται στα πλαίσια της λογικής και της πραγματικότητας. Παρόλα αυτά κανείς δεν θα μπορούσε ν΄ αμφισβητήσει ότι κρύβουν μέσα τους σοφίες και αλήθειες που άλλοτε τέμνονται με τη φαντασία και άλλοτε με την ιστορική πραγματικότητα ενός τόπου, συντελώντας στη δημιουργία αυτού που αποκαλούμε «πολιτισμό ενός λαού».
Οι Αρμένιοι ασφαλώς δεν αποτελούν εξαίρεση. Η αρμενική ιστορία είναι γεμάτη από μύθους και ιστορικές αλήθειες και είναι πολλές φορές δύσκολο να διαχωριστούν αυτά τα δύο μεταξύ τους. Η Αρμενία είναι μια χώρα με μακραίωνη ιστορία, συνυφασμένη με μεγάλα ιστορικά και θρυλικά γεγονότα που μεταφέρονταν αρχικά με τη προφορική διήγηση από γενεά σε γενεά μέχρι να καταγραφούν από ποιητές και ιστορικούς συγγραφείς (ξεκινώντας από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα) για να μην λησμονηθούν ή αλλοιωθούν με το πέρασμα των αιώνων. Το έργο «Ιστορία των Αρμενίων» του ιστορικού Μοβσές Χορενατσί είναι η κλασική πηγή της αρμενικής μυθολογίας και των επικών ποιημάτων.

Η απαρχή της αρμενικής μυθολογίας

Ο πρώτος θεός των Αρμενίων, που ονομαζόταν «Αρ» ήταν συγχρόνως και ένας από τους πρώτους ήχους της αρμενικής γλώσσας και σήμαινε «ήλιος» και «φως». Ο ήλιος τότε θεωρούνταν αστείρευτη πηγή δύναμης και ταυτιζόταν με τον ανώτερο θεό.
Αναφορές στο Αραράτ υπάρχουν ήδη από το 6.000 π.Χ. Ένα επικό ποίημα των Σουμερίων, το «Γιλγαμές», το αναφέρει ως το βουνό όπου ζουν οι θεοί.
Η λέξη «Αραράτ» μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις λέξεις «Αρ-αρ-Ατ».Το «Αρ-αρ», δηλαδή η επανάληψη της πρώτης λέξης, δηλώνει το σύνολο των θεών ενώ η λέξη «ατ» είναι μια αρχαϊκή εκδοχή της λέξης «χατ» που σημαίνει «τμήμα» η «κομμάτι». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, Αραράτ, κατά μια εκδοχή, σημαίνει «κομμάτι των θεών» ή «κομμάτι δημιουργίας».

Τα πρώιμα σύμβολα για τους θεούς συνδέονται με τα αστρικά σύμβολα. Η πρώτη χρήση της τότε ιερής «σβάστικας» και του σταυρού βρίσκονται σε επιγραφές στην οροσειρά Γκεγαμά της Αρμενίας και χρονολογούνται από το 20.000 π.Χ. έως το 15.000 π.Χ. Σπηλαιογραφίες που τοποθετούνται χρονικά στο 8.500 π.Χ. απεικονίζουν σύμβολα που σχετίζονται καθαρά με την αστρονομία. Ο ήλιος, η σελήνη και οι γαλαξίες θεωρούνται θεότητες και λατρεύονται από τους Αρμενίους, ενώ τα αστρικά φαινόμενα όπως η έκλειψη και οι κομήτες εκλαμβάνονται ως επικοινωνία με τους θεούς.

Την 5η χιλιετία π.Χ. οι αρχαίοι Αρμένιοι συντελούν στη διαμόρφωση των σχεδίων και των ονομάτων του ζωδιακού κύκλου και επινοούν μια από τις πρώτες μορφές ηλιακού ημερολογίου με 365 μέρες το χρόνο.
Επίσης, γύρω στην 5η χιλιετία π.Χ. μια σειρά πέτρινοι δράκοντες τοποθετήθηκαν στις βουνοπλαγιές της Αρμενίας κοντά σε νεροπηγές (επειδή οι δράκοι κατά τους Αρμενίους έμοιαζαν με γιγάντια ψαριά που συνδύαζαν τη μορφή της φάλαινας και του καλαμαριού). Λίγο αργότερα πάνω στους μονόλιθους αυτούς άρχισαν να χαράσσονται μορφές φιδιών, θηρίων, μαίανδροι και σταυροί.
Οι θεοί των Αρμενίων είχαν ως το 3.000 π.Χ. επίκεντρο τη λατρεία του ηλίου ενώ την εποχή των Ουραρτού οι θεότητές τους άρχισαν να αντικαθιστώνται με τις μορφές των θεοτήτων της Μεσοποταμίας κα της Αιγύπτου οι οποίες ήταν συνδυασμοί μορφικών στοιχείων ζώων και ανθρώπων.
Οι καθαρά ανθρωπόμορφες θεότητες εμφανίστηκαν κατά την αρμενική ελληνιστική περίοδο και είναι σαφώς επηρεασμένες από το ελληνικό πάνθεο και την ελληνική μυθολογία γενικότερα.



Το αρμενικό πάνθεο

Aραμαζάντ (Aramazd) – Πατέρας όλων των θεών, ο δημιουργός του ουρανού και της γης. Η πρώτη συλλαβή του ονόματος του «Αρ» αποτελεί την ινδοευρωπαϊκή ρίζα για τις λέξεις «ήλιος» και «φως». Ο Αραμάζντ ήταν η πηγή της γονιμότητας και της ζωής. Η γιορτή προς τιμήν του ονομαζόταν «Αμανόρ-Νέος Χρόνος» και εορταζόταν στις 21 Μαΐου σύμφωνα με το παλιό αρμενικό ημερολόγιο.

Αναχίτ – Θεά της γέννησης και της γονιμότητας και στα πολύ πρώιμα χρόνια υπήρξε θεά του πολέμου. Κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα ήταν η σημαντικότερη θεά στην Αρμενία.

Νουνέ – Θεά της σοφίας, της λογικής, της μητρότητας και προστάτιδα του σπιτιού και της οικογένειας.

Βαχάγκν – Θεός της φωτιάς και των κεραυνών, γιος του Aραμαζάντ. Θεός του πολέμου, όπως ο ΆρηςΤο όνομά του απαρτίζεται από τις επιμέρους λέξεις «βαχ» που σημαίνει θεός και «αγκν» που σημαίνει φωτιά.

Αστιγιγκ – Θεά της αγάπης και της ομορφιάς που συμβολιζόταν από το ουράνιο φως. Ήταν η ερωμένη του θεού Βαχάγκν. Η γιορτή προς τιμήν της που ελάμβανε χώρα στα μέσα Ιουλίου και ονομαζόταν Βαρτεβάρ, επιβίωσε κατά τους μεταχριστιανικούς χρόνους και γιορτάζεται ακόμη στην Αρμενία και τη Διασπορά.

Τζοβινάρ – Θεά της θάλασσας, των νερών, της βροχής και των καταιγίδων.

Τιρ – Θεός της λογοτεχνίας, των επιστημών και των τεχνών καθώς επίσης και των ονείρων.

Βανατούρ – Θεός της φιλοξενίας.

Αραλέζ – Ένας από τους αρχαιότερους θεούς που είχε τη μορφή σκύλου και είχε την ικανότητα να ανασταίνει τους νεκρούς θεραπεύοντας τις πληγές τους.

Πέρα απ’ αυτούς τους 9 θεούς υπάρχουν κι άλλοι, που προσομοιάζουν στους θεούς των γειτονικών πολιτισμών, ακόμη οι Αρμένιοι είχαν επινοήσει και άλλους κατώτερους θεούς, ημίθεους, πνεύματα, τέρατα, δράκους κι άλλα πλάσματα, κυρίως του κάτω κόσμου που όλα μαζί αποτελούν το ευρύ φάσμα της αρμενικής μυθοπλασίας.


 Ιστορική Αρμενία

Πανάρχαιες ελληνικές παραδόσεις συνέδεαν στενά τον ελληνικό και τον αρμενικό λαό. Aπό αυτές αρκεί να αναφερθεί εκείνη που διέσωσε ο Στράβων, που ανάγει την καταγωγή των Aρμενίων στο σύντροφο του Iάσονα, Άρμενο2, τον «εξ Aρμενίου πόλεως των περί την Bοιηίδα λίμνην μεταξύ Φερών και Λαρίσης».
Nεώτερες θεωρίες τείνουν να αποδεχθούν έμμεσα τις παραδόσεις αυτές, αναζητώντας την αρχική κοιτίδα των Πρωτο-Aρμενίων στην ελληνική χερσόνησο.
Ο  Hρόδοτος  ανάγει την καταγωγή τους στα θρακο-φρυγικά φύλα που πέρασαν, γύρω στα 1200 π.X. ή και αργότερα, στη Mικρά Aσία και, γύρω στα 600 π.X., στη χώρα που ονομάστηκε Oυραρτού3 . Στη χώρα τελικά των Oυραρτού, για τον πολιτισμό των οποίων διαθέτουμε μερικές μαρτυρίες σε σφηνοειδή γραφή, συμβίωσαν επί αιώνες, συχνά υπό καθεστώς ανταγωνισμού ή αναμετρήσεων, οι Aρμένιοι, οι Mήδοι, οι Πέρσες, οι Aσσυριο-Xαλδαίοι,αλλά και άλλοι, νομαδικοί κυρίως,λαοί της περιοχής. Mέσα σ’ αυτό λοιπόν το γεωγραφικό πλαίσιο, σε ένα ευρύτατο υψίπεδο που περιλάμανε τις λίμνες Σεάν, στη σημερινή Aρμενία, Bαν, στη σημερινή Tουρκία και Oύρμια, στο σημερινό Iράν πραγματοποιήθηκαν, μέσα στο χρόνο και οι εθνογενετικές εκείνες διαδικασίες, από τις οποίες θα αναδυθεί αργότερα ο αρμενικός λαός.

 Οι Αρμένιοι

Οι Αρμένιοι, φυλή ινδοευρωπαϊκή, εγκαθίστανται στους πρόποδες του Αραράτ, γύρω στο 600 π.Χ.. Υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα συνεχούς ανθρώπινης παρουσίας, στην περιοχή γύρω από το όρος Αραράτ, από τη λίθινη εποχή.
Γύρω στο 1.000 π.Χ., η Αρμενία ήταν ένα βασίλειο, γνωστό ως Ουραρτού. Οι προ-Αρμένιοι Ουραρτινοί άφησαν μια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά. Από εκείνα τα χρόνια είχαν ασχοληθεί με το εμπόριο και τις πολιτιστικές ανταλλαγές με τους γειτονικούς λαούς. Τα ερειπωμένα παλάτια και τα φρούρια τους σώζονται ακόμη και σήμερα. Γύρω στο 600 π.Χ., το βασίλειο των Ουραρτού παρακμάζει τελείως και η Αρμενία είναι πλέον πραγματικότητα, με την πολιτική και εθνική πρόσμιξη διαφόρων φυλετικών ομάδων, Αρμενίων, Σκυθών, Μήδων, Χετταίων και άλλων. Μολονότι διατήρησαν μεγάλο μέρος της παλιάς τους εθνικής ταυτότητας, οι Ουραρτινοί υιοθέτησαν μια νέα γλώσσα που ήταν ένας ξεχωριστός κλάδος της ινδο-ευρωπαϊκής οικογένειας.
Περσικές και ελληνικές πηγές άρχισαν να αναφέρονται στην ''Αρμενία'' και στους ''Αρμενίους'' το 600 π.Χ. περίπου. Ήταν γνωστοί με αυτά τα ονόματα στους μεγάλους Βασιλείς της Περσίας, το Δαρείο και τον Ξέρξη, όπως επίσης στον πατέρα της Ιστορίας τον Ηρόδοτο.
Έτσι το αρμενικό έθνος καταλάμβανε την περιοχή γνωστή ως «Μείζων Αρμενία» και τις γειτονικές περιοχές, πολύ νωρίτερα από το 500 π.Χ. ως τον 20ό αιώνα. Η Γενοκτονία του 1915-1923 διέκοψε μια συνεχή εθνική ιστορία 2.500 και πλέον ετών.

Η Αρμενία κατά τον Ξενοφώντα

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα οι Έλληνες μισθοφόροι διέσχισαν τον Κεντρίτη ποταμό2 το σημερινό Μπχοτάν-Σου, έφθασαν στον ποταμό Τηλεβόα το σημερινό Καρά-Σου, πέρασαν μέσα από την πεδιάδα του Μους κι από εκεί διέσχισαν τον Ευφράτη και έφθασαν στο Μαναζκέρτ3. Στη συνέχεια προχώρησαν προς το Taochci, το σημερινό Ολτί, μια πόλη της επαρχίας Ερζερούμ, η οποία ιστορικά αποτελούσε μέρος της αρμενικής επαρχίας Taiq4 , οδηγήθηκαν στο νότιο τμήμα του Καρς και έφθασαν στην πλούσια, πυκνοκατοικημένη χώρα των Σκυθών, πέρασαν στο σημερινό Γκιουμρί, προχώρησαν μέσω της περιοχής Ζαρισάτ5 νότια του Αρταχάν και διασχίζοντας τα βουνά της περιοχής των Macroni6 και την περιοχή της φυλής των Κολχών7 έφθασαν την Τραπεζούντα, στο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας.
Η Αρμενία περιγράφεται από τον Ξενοφώντα ως μια απέραντη και πλούσια χώρα, την οποία κυβερνούσε ο Ορόντης (Γιετβάρτ), με ύπαρχο (υποδιοικητή) τον Τιρίβαζο. Την εποχή του Ξενοφώντος οι Αρμένιοι δεν είχαν καταλάβει ακόμα την πεδιάδα του Αραράτ, εκεί κατοικούσαν διάφορες φυλές όπως οι Saspeir8 , οι Αλαρόδιοι (Ουραρτινοί) και άλλες αρχαίες εγγενείς φυλές. Οι Καρδούχοι9 ήταν μια πολεμοχαρής φυλή η οποία δεν είχε υποταχθεί στους Πέρσες, είχε καταλάβει το νότιο τμήμα του Κεντρίτη ποταμού και βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με τη φυλή των Αρμέν10 . Ο Ξενοφών αναφέρει «…για το λόγο αυτό δεν συνάντησα κανέναν οργανωμένο οικισμό ή χωριό στη δεξιά όχθη του ποταμού Κεντρίτη…».

Συγγένεια των Αρμέν με τους Χαλδαίους-Ουρατινούς

Οι Αρμέν είχαν ένα συγκριτικά υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών αναφέρουν ότι είχαν χάλκινα σκευή και εργαλεία, οι κατοικίες τους ήταν κομψές και είχαν μεγάλα αποθέματα κρασιού, τα οποία φύλαγαν σε μεγάλες δεξαμενές. Κατά τον Στράβωνα, ήταν επιδέξιοι αρχιτέκτονες ειδικευμένοι στις οχυρώσεις φρουρίων και ήταν οπλισμένοι με μακριά τόξα και σφεντόνες.
Ο αρμένιος ιστορικός Μαρκάρ ισχυρίζεται, ότι οι Αρμέν ήταν συγγενικός λαός των Χαλδαίων-Ουραρτινών, παρατηρώντας ότι ο τρόπος ζωής τους διαφέρει από αυτόν των νομαδικών λαών της περιοχής, όπως ήταν οι Κούρδοι.
Ο στρατός του Ορόντη, λέει ο Ξενοφών, εκτός από τους Αρμέν, περιελάμβανε Μάρδους11 και Χαλδαίους μισθοφόρους. Οι τελευταίοι ήταν φημισμένοι για τα όπλα τους, τις μακριές ασπίδες και τις λόγχες.
Οι χαλδαίοι στρατιώτες του Ορόντη ήταν οι ορεσίβιοι κάτοικοι του Σασούν και των γύρω βουνών, οι οποίοι διατήρησαν την ανεξαρτησία τους μέχρι την αφομοίωσή τους από τους Αρμέν. Όσον αφορά για τους ιδιοτελείς Μάρδους, κατά τον Ηρόδοτο ήταν μια ιρανική νομαδική φυλή, η οποία κατά την άποψη Μαρκάρ, ταυτίζεται με τους σημερινούς Κούρδους. Ο άραβας ιστορικός Μασούντι (19ος αι.) ισχυρίζεται, ότι οι Κούρδοι αποδέχονται ότι προέρχονται από το γιο του Mard, ο οποίος ήταν αρχηγός της φυλής τους. Στην αρμενική ιστορία οι Κούρδοι είναι γνωστοί ως ο «λαός του Μαρ».
Η περιοχή των Μάρδων της ιστορικής Αρμενίας, αντιστοιχεί στο αρμενικό πριγκιπάτο του Αρτάζ12 , δυτικά του σημερινού Μακού13 . Η περιοχή Mανταλί (Mαγνταλί) βρίσκεται νότια του Ερζερούμ και βόρεια των πηγών Μπινγκιόλ14 . Οι Μάρδοι έφθασαν στην περιοχή από το νότο και η μεγάλη μάζα της φυλής κατέλαβε τη νότια περιοχή του Βασπουραγκάν (Βαν) και εγκαταστάθηκαν κοντά στα ψηλότερα σημεία του ποταμού Κεντρίτη.
Ο Ξενοφών αναφέρεται ιδιαιτέρως στην εξαιρετικά άγρια και σκληραγωγημένη φυλή των Χαλδαίων, οι οποίοι ζούσαν στον ορεινό όγκο του Πόντου. Η κύρια ασχολία τους ήταν στα μεταλλεία και κατασκεύαζαν όπλα και εργαλεία από σφυρήλατο σίδηρο.
Τα ελληνικά στρατεύματα κάλυψαν μια απόσταση 50 παρασαγγών (150 μίλια), μέσα από αυτές τις περιοχές μέχρι την παραλία του Πόντου σε επτά ημέρες.
Διάφοροι μελετητές θεωρούν τους κατοίκους αυτών των περιοχών, συγγενικές φυλές και τους κατατάσσουν ως Χαλδαίους-Ουραρτινούς. Οι Χάλυβες και οι γειτονικές τους φυλές Taochi και Phasian, οι οποίες αντιστάθηκαν σθεναρά στους Έλληνες, κατοικούσαν στις περιοχές Taiq και Pasian της Αρμενίας.
Οι προαναφερθείσες φυλές και διάφορες άλλες, συμπεριλαμβανομένων των αποίκων Κιμέριων και Σκυθών από τη νότια Ρωσία, δεν είχαν υποταχθεί στην περσική κυριαρχία.
Κατά τον Ηρόδοτο οι Σκύθες και οι Saspeir, είχαν καταλάβει τις σημαντικές περιοχές, από την Κολχία έως την Μηδία, κατείχαν το σημερινό Ναχιτσεβάν, Καρς, Γκιουμρί και την πεδιάδα Aραράτ. Παράλληλα οι Κιμμέριοι, οι Σκύθες και οι Σαρμάτες15 κατείχαν τις αρμενικές επαρχίες Siraq σημερινό Shirak και Gogs σημερινό Gougarq.
Στο αρμενικό οροπέδιο ακόμα υπήρχαν οι φυλές Μesoch-Mushkian, Outians και Pactian. Η κάθε μια από αυτές είχε τη δική της γλώσσα ή διάλεκτο, το δικό της πολιτισμό και τις δικές της ιδιαιτερότητες στην κοινωνική της ζωή. Τελικά όλες αφομοιώθηκαν από τους Αρμέν.

Η οικονομία και το εμπόριο των Αρμέν

Ο Ξενοφών περιγράφει: Όταν οι Έλληνες μισθοφόροι έφθασαν στην περιοχή, υπήρξε συμφωνία για την παραμονή τους μεταξύ του υπάρχου Τιριβάζου και του αρχηγού των Ελλήνων. Παρά ταύτα μερικοί από τους στρατιώτες «αναιδώς» έκαψαν μερικά από τα χωριά για να κατασκηνώσουν. Ακόμα είχαν το θράσος να καταλάβουν και τη σκηνή του Τιριβάζου ο οποίος λόγω της προηγηθείσης συμφωνίας ήταν ανέτοιμος να τους αντιμετωπίσει.
Σε άλλο σημείο παρατηρεί, ότι ο ύπαρχος είχε μεταφέρει στη σκηνή του το ασημένιο του κρεβάτι, πολύτιμα κύπελλα και τον συνόδευαν οι αρτοποιοί και οι οινοχόοι του.
Οι Έλληνες στρατιώτες έμειναν επτά ημέρες στα εκκενωθέντα χωριά και τρέφονταν με αρνιά, κατσίκια, γουρουνόπουλα, μοσχάρια και κοτόπουλα, δοκίμασαν διάφορα είδη ψωμιού σιταρένια και κριθαρένια και έπιναν άφθονη μπύρα. Οι Αρμέν αποθήκευαν την μπύρα σε μεγάλα πιθάρια, στα οποία υπήρχε ένα ειδικό σύστημα σωλήνων για να πίνουν.

Ο Ξενοφών συνεχίζει: Τα άλογα της Αρμενίας ήταν μικρότερα από τα περσικά αλλά πιο ζωηρά και δυνατά, οι κάτοικοι συνήθιζαν να θυσιάζουν άλογα στο θεό Ήλιο. Ο Ξενοφών προσέφερε το άλογό του για τη θυσία. Η χειρονομία αυτή ικανοποίησε τον ηγεμόνα του χωριού και του προσέφερε ένα πουλάρι.

Η χώρα της αφθονίας

Εκτός από την αφθονία του σίτου, του κρι-θαριού και των δημητριακών, στα χωριά των Αρμέν υπήρχε οργανωμένο εμπόριο και αγορά με καταστήματα. Εμπορεύονταν σταφίδες, αρωματικό κρασί, σουσάμι, αιθέρια έλαια από αμυγδαλανθό και τερεβινθίνη.
Οι κάτοικοι ασχολούντο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, εξέτρεφαν βοοειδή και εξήγαγαν άλογα. Ο Ηρόδοτος τους αποκαλεί «πολυπρόβατοι Αρμέν» για τον πλούτο της κτηνοτροφίας τους.
Το πολιτιστικό τους επίπεδο παρουσίαζε εντυπωσιακές αντιθέσεις στα διάφορα μέρη της χώρας. Στις όχθες του ποταμού Κεντρίτη υπήρχαν εντυπωσιακά σπίτια με πύργους και κήπους, ενώ διαμετρικά αντίθετη ήταν η εικόνα στις περιοχές κοντά στις πηγές του Ευφράτη όπου οι κατοικίες ήταν υπόγειες.
Η αγροτική ζωή των Αρμέν ήταν πατριαρχική και οικογενειακού χαρακτήρα. Τα χωριά ήταν οργανωμένα σε ομάδες και περιφραγμένα. Όλοι αναγνώριζαν έναν αρχηγό τον ονομαζόμενο Komarch, ο οποίος ήταν ο ανώτατος άρχων της περιοχής.
Η απουσία πόλεων ήταν αξιοπρόσεκτη. Στα χωριά είχαν εγκατασταθεί οικογένειες οι οποίες ανήκαν σε διάφορα γένη και είχαν τον τοπικό τους αρχηγό. Οι φόροι οι οποίοι πληρώνονταν συλλογικά στον πέρση βασιλιά, ήταν ένας προσυμφωνημένος αριθμός στρατιωτών για τη συντήρηση του στρατού του πέρση βασιλιά της περιοχής. Ο Δαρείος ήταν ένας από αυτούς.
Μεγάλος αριθμός του αρμενικού στρατού υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Μεγάλου Πέρση μονάρχη, ο οποίος στρατοπέδευε σε ένα τμήμα του αρμενικού οροπεδίου. Έτσι εξηγείται το γεγονός, ότι στην ύπαιθρο υπήρχαν χωριά με συγκριτικά μικρό αριθμό κατοίκων οι οποίοι είχαν ως κύρια ενασχόλησή τους το στρατό.
Αυτή η οργάνωση του στρατού ήταν ίδια και στην ευρύτερη περιοχή, όπως στη Γεωργία και στις άλλες περιοχές του Καύκασου. Όπως επισημαίνεται από τον γεωργιανό ιστορικό, J. Tchavakhishvili, η λέξη «eri» στην αρχαία ιβηρική γλώσσα εκτός από την έννοια άνθρωπος, σήμαινε και στρατιώτης.
Οι Μήδες, όταν κατέλαβαν το βασίλειο των Ουραρτού, χρησιμοποίησαν τους Αρμέν για να υποτάξουν τις σκληροτράχηλες φυλές της περιοχής. Ο Μαρκάρ επισημαίνει, ότι οι περιοχές των Αρμέν διατήρησαν τις στρατηγικές τους θέσεις στις αρμενικές ορεινές περιοχές, λόγω της στρατιωτικής ικανότητάς τους.

Τιγκραν Β'

 Μείζων και Μικρά Αρμενία

Οι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν κατά τον 8-9ο π.Χ αιώνα στην κοιλάδα του Αράξου ποταμού, από την Κεντρική Ασία κι ανάμεσα από τον Ελλήσποντο και το Βόσπορο.Στην αρχή υποτάχθηκαν στους ηγεμόνες της Νινευί και όταν το 606 π,Χ. η Νινευί καταστράφηκε, έμειναν για λίγο καιρό ανεξάρτητοι. Στη συνέχεια τους υποδούλωσαν οι Ασσύριοι, οι Μήδοι, οι Πέρσες, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι Σελευκίδες της Συρίας, οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Μογγόλοι, οι Τούρκοι και οι Ρώσοι. Ο ηγεμόνας Τιγκράν ή Τιγράνης ο Μέγας ίδρυσε ισχυρό βασίλειο, το οποίο καταλύθηκε από τους Πέρσες. 
Το 300 μ.Χ. ο βασιλιάς Τιριδάτης Γ΄ κήρυξε ως επίσημη θρησκεία το Xριστιανισμό.Κατά τη Βυζαντινή περίοδο μερικοί Αρμένιοι έγιναν αυτοκράτορες του Βυζαντίου, όπως ο Λέων ο Αρμένιος. 
Από τον 7ο αιώνα μ.Χ., με την εξάπλωση του μωαμεθανισμού, οι Αρμένιοι αντιμετώπισαν τις επιθέσεις των Αράβων και των Τούρκων. Μετά την παρακμή του Βυζαντίου η Αρμενία, που εκτεινόταν σε 150 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, ανάμεσα στην Κασπία θάλασσα, στον Εύξεινο Πόντο, στην Περσία και την Μικρά Ασία, έγινε ανεξάρτητο βασίλειο.Από εκεί περνούσαν οι δρόμοι, που οδηγούσαν στα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου, από την Κεντρική Ασία, την Περσία και τις Ινδίες.Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών ιδρύθηκε στην Κιλικία το βασίλειο της Μικράς Αρμενίας, το οποίο καταστράφηκε από τους Μογγόλους το 1235 μ.Χ.
Εν τω μεταξύ, η Μείζων Αρμενία, η οποία αποτελούνταν από το μεγαλύτερο πέραν του Ευφράτη τμήμα της χώρας, κατελήφθηκε αρχικά από τους Σελτζούκους-Τούρκους και κατόπιν από τους Μογγόλους, τους Τατάρους, τους Πέρσες και τους Οθωμανούς-Τούρκους. Την ίδια τύχη είχε και η Μικρά Αρμενία. Οι Τούρκοι άρχισαν να σταθεροποιούνται στην Αρμενία από τον 15ο μ.Χ. αιώνα. Τον 19ο μ.Χ. αιώνα η Ρωσία κατέλαβε τα εδάφη της Αρμενίας, τα οποία ήταν κοντά στον Καύκασο, δηλαδή το ανατολικό τμήμα της Μείζονος Αρμενίας.
Το 1878, οι Τούρκοι, με την Συνθήκη του Βερολίνου, οι Τούρκοι υποχέθηκαν να δώσουν στην Αρμενία την αανεξαρτησία της. Αυτό ενθάρρυνε τους Αρμενίους και , παρακινούμενοι από την Αγγλία και την Ρωσία, άρχισαν να οργανώνουν επανάσταση.Οι Τούρκοι όμως πρόλαβαν την εξέγερση και άρχισαν τις σφαγές και τους άγριους διωγμούς, που κράτησαν από το 1894 ως το 1920



Νόμισμα Αρσακιδών

Ο Αρσάκης Α' ήταν ιδρυτής της δυναστείας των Αρσακιδών
και της αυτοκρατορίας των Πάρθων. Η Αρμενία με τους Αρσακίδες
θα ανεξαρτητοποιηθεί το 180 και θα δεχτεί γρήγορα τον Χριστιανισμό.


Ρωμαϊκή εποχή

Η Αρμενία ήταν μια μεγάλη δύναμη από την εποχή του Πομπηίου και του Ιουλίου Καίσαρα. Ο σπουδαιότερος Αρμένιος βασιλιάς ήταν ο Τιγράνης ο Β,΄ που κυβέρνησε από το 95 ως το 55 π.Χ. Το βασίλειό του εκτεινόταν από την Κασπία Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή, τη Συρία και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Στα χρόνια της βασιλείας του Τιγκράν Β΄ η Αρμενία επεκτάθηκε όσο ποτέ άλλοτε. Ο μεγάλος Aρμένιος βασιλιάς με την ευφυΐα και τη στρατηγική του μεταμόρφωσε την πατρίδα του σε ένα ισχυρό κράτος, το οποίο απείλησε .ως ένα βαθμό την παντοδύναμη Ρώμη.

Ο Xριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Αρμενικού Βασιλείου το 301 μ.Χ., την εποχή της βασιλείας του Τιριδάτη Γ΄. Έτσι οι Αρμένιοι είναι το πρώτο χριστιανικό έθνος στον κόσμο. Η εκκλησία τους αντιπροσωπεύει μια αυθεντική αποστολική παράδοση, εφ΄ όσον θεωρείται πως ο Θαδδαίος και ο Βαρθολομαίος έχουν κηρύξει και μαρτυρήσει στην Αρμενία. Στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της, η Αρμενική Εκκλησία ήταν ένας σημαντικός πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός θεσμός. Ήταν πηγή έμπνευσης αλλά και αντίθεσης. Σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσαν λαοί μουσουλμανικής πίστης, η χριστιανική θρησκεία των Αρμενίων έγινε παράγοντας διάκρισης, αλλά και διατήρησης.


Το αρμενικό αλφάβητο εφευρέθηκε από τον Άγιο Μεσρόπ Μαστότς στις αρχές του 5ου αιώνα. Η εθνική γραφή βοήθησε τους Αρμενίους ν' αναπτύξουν εθνική συνείδηση.
Κατά την πρώτη χιλιετία, ένας αριθμός αρμενικών δυναστειών κυβέρνησε μια κοινωνία που είχε φεουδαρχική δομή καθώς και αστικό πολιτισμό και οικονομία. Η δύναμη των Αρμενίων φεουδαρχών εξασθένισε βαθμηδόν, λόγω των επιθέσεων των ρωμαϊκών και αργότερα βυζαντινών και περσικών στρατών.
Το 1045, το Βυζάντιο προσάρτησε και την τελευταία πρωτεύουσα της Μείζονος Αρμενίας, την Ανί, καταργώντας έτσι τη μοναρχία των Βαγρατιδών. Όπως η Αρμενία έτσι και το δυτικό Βυζάντιο, αδυνατούσαν ν΄ αντισταθούν στην επιδρομή των Σελτζούκων από την Κεντρική Ασία.
Μεταξύ του 11ου και του 16ου αιώνα, η Αρμενία γνώρισε συνεχή αστάθεια και όλεθρο που οφειλόταν στη μετανάστευση αυτών των φυλών από την Κεντρική Ασία. Ο άοπλος πληθυσμός υπέφερε περισσότερο. Οι ατέρμονες πόλεμοι και οι επιδρομές ανάγκασαν πολλούς Αρμένιους ν' αφήσουν τις πόλεις και τα χωριά τους και να ζητήσουν καταφύγιο σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης και αλλού. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στην Κιλικία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα αρμενικό κράτος μεταξύ του 11ου και του 14ου αιώνα.
Το 16ο και το 17ο αιώνα, η Αρμενία ήταν μοιρασμένη μεταξύ των δύο νέων μεγάλων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, δηλαδή μεταξύ της Οθωμανικής και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Ενώ η δυτική Αρμενία παρέμενε ακόμη κάτω από τουρκική κατοχή, η Ρωσία κατέκτησε το μικρότερο τμήμα, την ανατολική Αρμενία, το 1827. Μετά από μια σύντομη περίοδο ύπαρξης ως ανεξάρτητης δημοκρατίας - από το 1918 ως το 1920 - η ανατολική Αρμενία σοβιετοποιήθηκε και αποτέλεσε μια από τις δημοκρατίες της Ε.Σ.Σ.Δ.

Οι Αρμένιοι υπό την Οθωμανική Κυριαρχία

Για τη διευκόλυνση της πολιτικής κυριαρχίας και του ελέγχου, η οθωμανική κυβέρνηση οργάνωσε τους Αρμένιους της Αυτοκρατορίας σε μια ημιαυτόνομη κοινότητα, το «μιλέτ», όπως έκανε και με άλλες μη μουσουλμανικές κοινότητες. Το «μιλέτ» είχε ευρεία δικαιοδοσία σε θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα. Για να ολοκληρωθεί αυτός ο επανακαθορισμός των Αρμενίων ως θρησκευτικής, όχι πολιτικής οντότητας, οι Οθωμανοί διόρισαν έναν επίσκοπο επικεφαλής του «μιλέτ». Αυτός ο Επίσκοπος ή Πατριάρχης όπως ονομάζεται ακόμη και σήμερα, ήταν άμεσα υπόλογος στον τούρκο Σουλτάνο ή στο Μεγάλο Βεζύρη. Στο μεγαλύτερο διάστημα της Οθωμανικής περιόδου η αρμενική κοινότητα κυριαρχούνταν από μια ελίτ που την αποτελούσαν έμποροι και ανώτεροι υπάλληλοι φιλικά προσκείμενοι προς την οθωμανική κυβέρνηση.
Το 19ο αιώνα, οι Αρμένιοι, που υπολογίζεται ότι ξεπερνούσαν τα δύο εκατομμύρια στην οθωμανική αυτοκρατορία, σχημάτιζαν τέσσερεις ευρείες τάξεις.
Η πρώτη αποτελούνταν από άτομα εύπορα ή με επιρροή στην κυβέρνηση και στους πολιτικούς κύκλους.
Η δεύτερη ήταν οι έμποροι της Κωνσταντινούπολης και των πόλεων της Ανατολίας. Αυτοί είχαν την αμεσότερη επαφή με τους δυτικούς ταξιδιώτες.
Η τρίτη, ήταν η τάξη των ορεσίβιων πολεμιστών, αυτών δηλαδή που ζούσαν μια σκληρή, ανεξάρτητη ζωή σε μακρινές ορεινές περιοχές όπως το Ζεϊτούν. Η τέταρτη τάξη ήταν η αγροτική, που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη σε αριθμό από τις άλλες και η πιο στερημένη.

Η οθωμανική κυβέρνηση σπάνια ασκούσε άμεση εξουσία στην πλειοψηφία των Αρμενίων υπηκόων της, μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε, οι περισσότερες αγροτικές περιοχές είχαν αφεθεί σε ντόπιους φεουδάρχες, Τούρκους και Κούρδους, των οποίων η αυθαίρετη και συχνά πιεστική διακυβέρνηση ενέτεινε τη φτώχεια και την ανέχεια και αύξανε το βαθμό υποδούλωσης. Όποτε η κεντρική κυβέρνηση επεξέτεινε το ρόλο της, αυτό τις περισσότερες φορές σήμαινε αύξηση στη φορολογία των αγροτών, καθώς επίσης, σκλήρυνση των ήδη καταπιεστικών αντιαγροτικών δομών του συστήματος.
Έτσι ο οθωμανικός συγκεντρωτισμός δεν ευνόησε την πλειοψηφία των Αρμενίων ή άλλων κατοίκων στις επαρχίες παρόλο που θα μπορούσε να έχει βοηθήσει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων και ειδικά της Κωνσταντινούπολης. Αγρότες και αστοί εξαθλιώνονταν και καταπιέζονταν ακόμη περισσότερο από το αστικό και το ποινικό δίκαιο που έκανε διακρίσεις σε βάρος των χριστιανών και των κατώτερων τάξεων.
Στα μέσα του 19ου αιώνα είχαν γίνει κάποιες επίσημες προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις, γνωστές ως «τανζιμάτ», από τις οποίες ωφελούνταν μερικοί μόνο Αρμένιοι και κανείς από τους καταπιεζόμενους. Η πολιτική διοίκηση της αυτοκρατορίας δεν αναδιοργανώθηκε και η κυβέρνηση δεν κατάφερε να θεμελιώσει μια κοινωνική και οικονομική βάση για τις μεταρρυθμίσεις της.
Γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, η υπό οθωμανική κυριαρχία αρμενική κοινωνία αντιμετώπισε ολοκληρωτική, οικονομική και κοινωνική αποσύνθεση. Η οθωμανική κυβέρνηση είχε ως γενική αρχή να ξεπληρώνει τα χρέη της προς την Ευρώπη ασκώντας πολιτικές πιέσεις στους Αρμένιους της Ανατολίας. Τεράστια χρέη σε δυτικές τράπεζες πληρώθηκαν με αύξηση της φορολογίας στους αγρότες, ενώ η απώλεια γοήτρου απέναντι στον εκμοντερνισμένο ευρωπαϊκό στρατό και ναυτικό ανακτήθηκε με τον εξευτελισμό των Αρμενίων μέσα στην αυτοκρατορία.

Η Αρμενία και οι Μεγάλες Δυνάμεις


Εχοντας αποτύχει στην προσπάθεια να πετύχουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις μέσα στην αυτοκρατορία, οι Αρμένιοι στράφηκαν στις μεγάλες δυνάμεις με τις οποίες η οθωμανική κυβέρνηση είχε στενές σχέσεις. Πολλοί Αρμένιοι ήλπιζαν στη διεθνή βοήθεια, είτε μέσω της ρωσικής ισχύος είτε μέσω της βρεττανικής επιρροής.
Στα 1877-1878, οι Ρώσοι απελευθέρωσαν τη Βουλγαρία και λίγο έλλειψε να καταλάβουν και την Κωνσταντινούπολη. Για να εκφράσουν την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στο οθωμανικό κράτος, οι Αρμένιοι έστειλαν μια ισχυρή αντιπροσωπεία στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878. Στο Βερολίνο, οι Μεγάλες Δυνάμεις διευθετούσαν τα ζητήματα, που είχαν γεννηθεί από τον πρόσφατο ρωσο-τουρκικό πόλεμο. Παρά την ευρεία διπλωματική υποστήριξη, μια υπόσχεση για μεταρρυθμίσεις στους Αρμένιους θεωρούνταν προώθηση ρωσικών συμφερόντων. Ο βρεττανός Πρωθυπουργός εξανέμισε τις αρμενικές ελπίδες. Για ένα συντηρητικό πολιτευτή του 1878 η ρωσική προώθηση στα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή ήταν απαράδεκτη. Το άρθρο 61 της Συνθήκης του Βερολίνου έθετε μια ασαφή υποχρέωση να προστατευθούν οι Αρμένιοι από την τουρκική κακοδιοίκηση. Σε έξι βρεττανούς πρόξενους ανατέθηκε το ανέφικτο καθήκον της αστυνόμευσης μιας εκτενούς περιοχής, χωρίς να τους δοθούν τα μέσα για να ενισχύσουν την αμφίβολη και απροσδιόριστη εξουσία τους.
Η Αρμενία παρέμεινε διαμελισμένη και αβοήθητη, διαιρεμένη μεταξύ της ρωσικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των ευρωπαίων διπλωματών, καθώς και η αυξανόμενη απροθυμία του σουλτάνου να προχωρήσει σε μια - έστω και στοιχειώδη - συνταγματικότητα επιδείνωσαν την κατάσταση.
Η τουρκική αυλή στρεφόταν όλο και περισσότερο προς την απολυταρχική Γερμανία για διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη. Αντίθετα με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρεττανία, η Γερμανία δεν πίεζε την οθωμανική κυβέρνηση για φιλελευθεροποίηση, με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη.




Ο ρόλος της Εκκλησίας

Το αρμενικό όνειρο ενός ανεξάρτητου κράτους ιχνηλατείται στις ιδέες που διέδωσε ο Migirdiç Hirimyan. Γεννήθηκε το 1820 στο Βαν και δίδαξε στην Αρμενική εκκλησία του  Άκνταμαρ το 1854. Δραστηριοποιήθηκε στην εκκλησία και μέσα από τις εφημερίδες του, ο '' Ο Αετός του Van'' και ''Ο Αετός του Mus'' που αποτέλεσαν τη βάση για να προωθήσει το όραμά του για την αρμενική ανεξαρτησία.
Το 1869, ο Hirimyan εξελέγη Πατριάρχης των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, όπου και θα πιέσει για την επανεξέταση του «κανονισμού του Αρμενικού έθνους», ζητώντας να τροποποιηθεί ανάλογα με τις ανάγκες, εντός των επαρχιών. Οι ιδέες του, όμως, δέχθηκαν έντονες επικρίσεις, διότι πίστευαν ότι ο Hirimyan αποτελούσε απειλή για την ενότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Ο Hirimyan παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1873, αλλά το πρόγραμμα δράσης του έθεσε τα θεμέλια για το Αρμενικό Ζήτημα που θα ακολουθήσει.




Το Αρμενικό Επαναστατικό Κίνημα

Ενώ η ζωή συνέχιζε να είναι ανεκτή για τους λίγους εύπορους Αρμένιους των μεγάλων οθωμανικών πόλεων, η κατάσταση στις αρμενικές επαρχίες πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Παρά τη διοικητική μεταρρύθμιση, η καταπίεση από τους τοπικούς υπαλλήλους γινόταν πιο έντονη. Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ όπλισε τους Κούρδους και τους ενθάρρυνε να κάνουν επιδρομές εναντίον των Αρμενίων χωρικών. Η τακτική αυτή κορυφώθηκε το 1891 με τη σύσταση των περιβόητων Χαμιτικών Ταγμάτων που εκφόβιζαν τον αστικό πληθυσμό, όπως ακριβώς έκαναν οι ομάδες των Κοζάκων στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια του τσαρισμού.
Απελπισμένοι οι Αρμένιοι άρχισαν να δημιουργούν μυστικές ομάδες άμυνας και ένοπλες επαναστατικές οργανώσεις. Η πρώτη απ΄ αυτές ήταν των Αρμεναγκάν του Βαν (1885), ακολούθησε των Χιντσακιάν που ιδρύθηκε το 1887 στη Γενεύη και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία-Τασνακτσουτιούν που ιδρύθηκε το 1890 στην Τιφλίδα. Τα κόμματα Χιντσάκ και Τασνάκ ήταν επαναστατικές, σοσιαλιστικές ομάδες. Υποστήριζαν την πολιτική και οικονομική ισότητα και την ελευθερία.
Γενικά τα κόμματα, και κυρίως το Τασνάκ που έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη δημιουργία ενός ισχυρού επαναστατικού κινήματος, τόνωναν την αυτοπεποίθηση και οργάνωναν την αυτοάμυνα των Αρμενίων στις επαρχίες. Προωθούσαν τη μόρφωση και την πρόοδο, ώστε ν’αναπτυχθεί η πολιτική και κοινωνική συνείδηση. Ήλπιζαν πως τελικά, όλοι οι λαοί στην αυτοκρατορία, θα ενώνονταν, για μια επανάσταση που θα ανέτρεπε την τυραννική οθωμανική κυβέρνηση και θα καθιέρωνε ένα καθεστώς, που θ’ανταποκρινόταν περισσότερο στις ανάγκες των κατώτερων τάξεων και των διαφόρων εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας.

Το 1893 διάφορες αρμενικές επαναστατικές προκηρύξεις άρχισαν να τοιχοκολλούνται στη Κωνσταντινούπολη καθώς και στο αμερικανικό κολέγιο του Μερζεφούν, στον Πόντο, προσκαλώντας στο κίνημα και τους αμερικανούς, πυρπολώντας μάλιστα και τμήμα του κολεγίου. Συνέπεια αυτών ήταν το επόμενο έτος (1894) να σφαγιασθούν εκατοντάδες Αρμένιοι των ανατολικών περιοχών. Εκ των τελευταίων άρχισε η κοινή γνώμη να συγκινείται και αμέσως η Αγγλία, με τη χαλαρή υποστήριξη της Γαλλίας και Ρωσίας ζήτησε από την Υψηλή Πύλη την άμεση εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ειδικότερα στα Βιλαέτια Ερζερούμ, Βαν, Βιτλίς, Ντιιάρμπακιρ, Χαρπούτ και Σεβάστεια. Επ΄ αυτού το 1895 ακολούθησε σχέδιο των Μεγάλων Δυνάμεων περί μεταρρυθμίσεων το οποίο όμως αντί να κατευνάσει τα ήδη οξυμένα πνεύματα μάλλον δημιούργησε μεγαλύτερο χάσμα, που υπό την πίεση όμως των Δυνάμεων ο Σουλτάνος αναγκάστηκε τον Οκτώβριο και το υπέγραψε. Μόλις έγινε γνωστή η αποδοχή των μεταρρυθμίσεων εκ μέρους του Σουλτάνου ξέσπασαν άγριες σφαγές των Αρμενίων των ανατολικών περιοχών από διάφορους σκληροπυρηνικούς αντιφρονούντες Τούρκους.

Σε απάντηση των τελευταίων τον Αύγουστο του 1896 μια ομάδα 26 Αρμενίων προέβη στην κατάληψη της Οθωμανικής Τράπεζας στη Κωνσταντινούπολη με σκοπό να συνεγείρει τη διεθνή κοινή γνώμη επί του Αρμενικού ζητήματος. Η αντίδραση του όχλου υπήρξε άμεση. Και ενώ η προσοχή των Πρεσβειών των Δυνάμεων, με προεξέχουσα τη Ρωσική, επικεντρώνονταν στην αποτροπή, αποχώρηση και διάσωση των δραστών, οι οποίοι και τελικά φυγαδεύτηκαν με γαλλικό πλοίο, περίπου 10.000 Αρμένιοι σφαγιάστηκαν μέσα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και περίπου 25.000 στις διάφορες επαρχίες. Των πρώτων αυτών σφαγών ακολούθησαν και το επόμενο έτος εκτενείς σφαγές, από κουρδικά κυρίως τάγματα, που φέρεται να οργάνωσε ο Σακίρ Πασάς, κατά το πρότυπο των Κοζάκων, τα θύματα των οποίων έφθασαν συνολικά τους 500 με 600.000 νεκρούς.

Το γεγονός αυτό στάθηκε η κύρια αιτία την ίδια εποχή το Κρητικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε τότε η Ελλάδα να περιπλέξει περισσότερο όταν ο Σουλτάνος προκειμένου να ικανοποιήσει το θρησκευτικό μένος των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης κατά αλλοθρήσκων αλλά και για ν΄ αποφύγει περισσότερη εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων απέστειλε στρατιωτικές ενισχύσεις στη Κρήτη οι οποίες και τελικά επέφεραν αντίθετο αποτέλεσμα, την Κρητική Επανάσταση του 1866, με επακόλουθο την πολεμική σύρραξη, γνωστότερη ως Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897.

 
Οι Αρμένιοι στην Τσαρική Ρωσία


Μετά την κατάκτηση του Καυκάσου και της ανατολικής Αρμενίας από τους Ρώσους το 1827, οι Αρμένιοι εκεί, γενικά, ευημερούσαν. Μολονότι η διάκριση κατά των μη-Ρώσων ήταν έντονη, η ρωσική κυριαρχία δεν ήταν εμποτισμένη με κοινωνική ανισότητα και στασιμότητα. Το 19ο αιώνα, στις μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκε μια αρμενική μεσαία τάξη. Αυτό το σχετικά μικρό τμήμα του λαού είχε συνδεθεί στενά με την οικονομική ανάπτυξη του Καυκάσου κι έπαιζε ενεργό ρόλο στη βιομηχανία και οικονομία.
Στο τέλος του 19ου αιώνα, παρά ταύτα, ο αρμενικός πληθυσμός του Καυκάσου ήταν περισσότερο αγροτικός παρά αστικός. Μαζί με τους αγρότες, η πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού ανήκε στην εργατική τάξη. Η εργατική τάξη στην Τιφλίδα και στο Μπακού που ήταν τότε το σημαντικότερο κέντρο παραγωγής πετρελαίου στο κόσμο, ανέπτυξε μια ισχυρή κοινωνική και εθνική ταυτότητα. Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα για την απελεύθερωση της δυτικής Αρμενίας και στον επαναστατικό αγώνα στη Ρωσία. Συντελεστές αυτής της διπλής παρουσίας ήταν η εξέλιξη της κοινωνικής συνείδησης και η αντι-αρμενική πολιτική του ρωσικού κράτους.

Το 1836 η τσαρική κυβέρνηση εξέδωσε ένα καταστατικό για τη λειτουργία του σημαντικότερου από τα υπάρχοντα αρμενικά ιδρύματα, της Εκκλησίας. Ο κλήρος πάντως διατήρησε τον έλεγχο των κτημάτων και των σχολείων. Ενώ το 1878 η ρωσική κυβέρνηση παρέσχε διπλωματική υποστήριξη στους δυτικο-Αρμενίους που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, μετά το συνέδριο του Βερολίνου, έθεσε τέρμα στον ανταγωνισμό της με την οθωμανική κυβέρνηση.
Το 1880, ο Τσάρος επεδίωξε μια ενεργό πολιτική αφομοίωσης των Αρμενίων και αποσύνθεσης της θρησκευτικής-πολιτιστικής τους δομής. Οι ρώσοι κυβερνήτες μείωσαν τον αριθμό των Αρμενίων υπαλλήλων κι έκλεισαν τ΄ αρμενικά σχολεία. Από την αρχή το ρωσικό καθεστώς αντιπαθούσε τους Αρμένιους επαναστάτες των οποίων τα αιτήματα για οικονομική και κοινωνική ισότητα απειλούσαν την επικυριαρχία και της οθωμανικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας. Τελικά, το 1903 η κυβέρνηση προχώρησε στη δήμευση όλων των περιουσιών που ανήκαν στις αρμενικές Εκκλησίες.

Αυτές οι ενέργειες, καθώς και η πολιτική και οικονομική δυσαρέσκεια, δημιούργησαν έντονα αντι-κυβερνητικά συναισθήματα στους Αρμενίους. Επαναστατικές ομάδες που ως τότε είχαν δώσει βαρύτητα στο θέμα της απελευθέρωσης των υπό την οθωμανική κυριαρχία Αρμενίων, αναγκάστηκαν ν' ασχοληθούν και με το ζήτημα των Αρμενίων που ζούσαν στο ανατολικό τμήμα της πατρίδας.
Μολονότι η ρωσική κυβέρνηση, μπροστά στην οργανωμένη αρμενική αντίσταση, αναθεώρησε εν μέρει την τακτική της, η αυθαιρεσία και η αντι-αρμενική πολιτική των λειτουργών της έγινε ένας σημαντικός παράγοντας για την ενίσχυση της εθνικής συνείδησης. Οι Αρμένιοι, τόσο στη ρωσική όσο και στην οθωμανική αυτοκρατορία άρχισαν να αισθάνονται υπό διωγμόν. Ενώ τα σχέδια για απελευθέρωση προϋπέθεταν συνεργασία με άλλες εθνότητες, οι Αρμένιοι και από τις δύο πλευρές των συνόρων είχαν λόγους να πιστεύουν πως οι κυβερνήσεις τους τούς είχαν αγνοήσει.
Τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στους Αρμενίους την επόμενη δεκαετία, απλώς ενίσχυσαν την πεποίθηση πολλών πως, αν οι Αρμένιοι δεν αποκτούσαν δικό τους κράτος, όπου θα μπορούσαν να ζούν και να αυτοαμύνονται, η ιστορία του έθνους μπορεί και να τελείωνε.

Η Δημοκρατία της Αρμενίας


Η δημιουργία ενός σύγχρονου και δημοκρατικού κράτους στην ανατολική Αρμενία στο τέλος του πολέμου, επηρέασε την πορεία της αρμενικής ζωής τον 20ό αιώνα. Μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917, η Ρωσία αποσύρθηκε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι άφησε τους λαούς του Καυκάσου στο έλεος των τουρκικών στρατευμάτων και των Γερμανών συμμάχων τους.
Την εποχή εκείνη οι Αρμένιοι σχημάτισαν μια Ομοσπονδία με τους Γεωργιανούς και τους Αζερμπαϊτζανούς, αλλά σύντομα προδόθηκαν. Οι Γεωργιανοί έκλεισαν κρυφά συμφωνία με τους Τούρκους και παρέδωσαν το στρατηγικής σημασίας οχυρό του Καρς στον εχθρό. Υπό την ηγεσία ηρωϊκών στρατηγών και αρχηγών όπως ήταν οι Αβεντίς Ναζαρμπεκιάν, Τρο και Αντρανίκ, οι Αρμένιοι απέκρουσαν την τουρκική επίθεση στο Σαρνταραμπάντ και προχώρησαν στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους στις 28 Μαΐου 1918.
Η έκταση της ανεξάρτητης Αρμενίας, που περιελάμβανε ένα μικρό μόνο τμήμα της ιστορικής Αρμενίας, ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την έκταση της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αρμενίας, καθώς περιελάμβανε το Καρς, το Αρνταχάν και άλλες περιοχές, που σήμερα βρίσκονται υπό τουρκική κατοχή. Αλλά οι οικονομικές συνθήκες στην ανεξάρτητη Αρμενία ήταν ολέθριες. Οι στερήσεις και ο λιμός στη διάρκεια του χειμώνα του 1918-19 ήταν σχεδόν τόσο εξοντωτικές όσο και οι φρικαλεότητες του 1915. Το κόμμα Τασνάκ που ανέλαβε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας για περισσότερο από δύο χρόνια έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για το λαό του, αλλά δεν είχε ούτε το ανθρώπινο δυναμικό ούτε τους πόρους για να βοηθήσει περισσότερο από ένα αμελητέο τμήμα των δεινοπαθούντων. Ωστόσο το σημαντικότερο έργο που επιτέλεσε ήταν ότι για πρώτη φορά μετά από έξι αιώνες κατοχής και υποταγής, έθεσε τα θεμέλια ενός ομοιογενούς αρμενικού κράτους με αμιγή αρμενικό πληθυσμό.
Παρά τις πολλές επείγουσες ανάγκες και τις δοκιμασίες, οι ηγέτες της Δημοκρατίας συνέχιζαν να εμμένουν στις αρχές που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα: νομική ισότητα για όλα τα άτομα και τις ομάδες και κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Βασιζόμενοι στις υποσχέσεις Βρεττανών, Γάλλων, Αμερικανών και άλλων ηγετών, οι Αρμένιοι πήγαν στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι με σχέδια για μια ενωμένη Αρμενία που θα περιελάμβανε και τα εδάφη της δυτικής Αρμενίας. Τον Αύγουστο του 1920 η Συνθήκη της Ειρήνης με την Τουρκία στις Σέβρες αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Αρμενίας και τα δικαιώματά της στη δυτική Αρμενία. Αλλά η Συνθήκη των Σεβρών δεν εφαρμόστηκε όταν μια νέα Τουρκία υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, προκάλεσε τις Δυτικές Δυνάμεις και ξεκαθάρισε την πρόθεσή της να διαλύσει κάθε αρμενική παρουσία, εκδιώκοντας από την τουρκική Αρμενία όσους Αρμένιους είχαν επιζήσει κι επέστρεφαν, και εισβάλλοντας στη Δημοκρατία της Αρμενίας. Το 1923 οι Δυτικές Δυνάμεις, επίσης, αθέτησαν το γράμμα αυτής της Συνθήκης αντικαθιστώντας την με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία ενέκρινε την πολιτική του Κεμάλ, εγκατέλειπε τους Αρμενίους και κατ' αυτόν τον τρόπο επικύρωνε και τη γενοκτονία.

Η Σοβιετική Αρμενία

Ηδη οι Τούρκοι είχαν έλθει σε συνεννόηση με το Λένιν, που είχε εξασφαλίσει την εξουσία του μέσα στο Κρεμλίνο. Το Σεπτέμβρη του 1920, ο εθνικιστικός στρατός του πολέμαρχου Κιαζίμ Καραμπεκίρ Πασά διέσχισε τα παλιά ρωσοτουρκικά σύνορα του 1914 και εισέβαλε στην περιοχή του Καρς. Οι μπολσεβίκοι πλησίαζαν από το Αζερμπαϊτζάν. Συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερες δυνάμεις, η αρμενική κυβέρνηση αποφάσισε να παραδώσει ειρηνικά την εξουσία στους μπολσεβίκους.
Η παραχώρηση του Καρς και του Αρνταχάν στην Τουρκία επικυρώθηκε τελικά με τη Συνθήκη του Καρς (13 Οκτωβρίου 1921). Περιέργως, αυτή η συνθήκη δεχόταν πως η περιοχή του Ναχιτσεβάν, που ανήκε κάποτε ολοκληρωτικά στους Αρμενίους και κατοικούνταν από Αρμενίους, έπρεπε να προσαρτηθεί στη Σοβιετική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν.
Το Ναχιτσεβάν είναι εντελώς αποκομμένο από το Αζερμπαϊτζάν λόγω της παρεμβολής αρμενικών εδαφών και ακόμη και σήμερα, μετά από μισό και πλέον αιώνα, αποτελεί μια επαρχία που είναι αιτία μνησικακίας μεταξύ Αρμενίας, Τουρκίας και Ιράν. Αλλά και το Καραμπάχ, άλλη μια ιστορική περιοχή κατοικούμενη κατά 85% από Αρμενίους, αποκόπηκε από την Αρμενία και δόθηκε στο σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν.
Η Σοβιετική Αρμενία που ιδρύθηκε στα τέλη του 1920, ξεκίνησε τη ζωή της κάτω από συνθήκες όχι καλύτερες από αυτές που επικρατούσαν όταν το αρμενικό κράτος επανιδρυόταν το 1918. Η διαδικασία σοβιετοποίησης, που συνοδευόταν από νέους διωγμούς, δημιούργησε ένα λαικό αντιστασιακό κίνημα. Το Φεβρουάριο του 1921, μια ανεξάρτητη κυβέρνηση δημιουργήθηκε και πάλι. Αλλά η υπό την ηγεσία των Τασνάκ αρμενική νίκη δεν κράτησε πολύ. Στη γειτονική Γεωργία, ο Κόκκινος Στρατός νίκησε την τοπική κυβέρνηση των μενσεβίκων το Φεβρουάριο του 1921. Οι σοβιετικές δυνάμεις επέστρεψαν στην Αρμενία, και το Ερεβάν επανακαταλήφθηκε στις 2 Απριλίου του 1921.
Από το 1921 η Σοβιετική Αρμενία σημείωσε σημαντικές επιτυχίες στον πολιτιστικό, οικονομικό και επιστημονικό τομέα. Ως μέλος της Ε.Σ.Σ.Δ. δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει και να επιδιώξει τα ευρύτερα πολιτικά συμφέροντα του αρμενικού λαού, δεν έπαψε όμως να είναι ένα αρμενικό κράτος, συνέχεια της Δημοκρατίας, σε αντίθεση με τη δυτική Αρμενία που μετά τη γενοκτονία εξακολουθεί να παραμένει υπό τουρκική κατοχή.

Η Σύγχρονη Τουρκία και η Γενοκτονία

Παρ' όλη την αλλαγή του καθεστώτος στην Τουρκία το 1923, στο τέλος της μοιραίας δεκαετίας, η πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης προς τους Αρμενίους και το Αρμενικό Ζήτημα μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως συνέχεια της οθωμανικής πολιτικής. Ο Μουσταφά Κεμάλ ή Ατατούρκ συνέχισε την πολιτική της τουρκοποίησης της Ανατολίας. Επί δεκαετίες, διπλωματικοί αντιπρόσωποι της τουρκικής Δημοκρατίας καταβάλλουν έντονες προσπάθειες για να κρατήσουν το ενδιαφέρον της διεθνούς διπλωματίας ή των διεθνών δικαστηρίων μακριά από τη Γενοκτονία των Αρμενίων και το Αρμενικό Ζήτημα.
Έντονες διπλωματικές πιέσεις και στρατιωτικά ανταλλάγματα έχουν, επίσης, χρησιμοποιηθεί ως μέσα για να εμποδιστεί η ανέγερση μνημείων για τα θύματα της Γενοκτονίας, η συμμετοχή μη Αρμενίων επισήμων σε αρμενικές τελετές μνήμης, η παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών ή άλλων παραγωγών σχετικών με τη Γενοκτονία. Τούρκοι και κάποιοι μη Τούρκοι ακαδημαϊκοί χρησιμοποιούνται για να δοθεί επιστημονική κάλυψη στη λυπηρή προσπάθεια άρνησης της Γενοκτονίας.
Σύμφωνα με τη διεθνή νομοθεσία η σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας φέρει ευθύνη για τη Γενοκτονία που διαπράχθηκε από τους προκατόχους της, αφού η γενοκτονία είναι ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Οι ηγέτες της Τουρκίας φέρουν κι αυτοί βαριά ηθική ευθύνη, επειδή έχουν αρνηθεί να καταδικάσουν τη Γενοκτονία του αρμενικού λαού ή να αποφανθούν για τις συνέπειές της. Αντίθετα, οι διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις, από τη Γενοκτονία και μετά, όποιο κι αν ήταν το εκάστοτε καθεστώς, έχουν βρει νέους τρόπους για να καταδιώκουν τον αρμενικό λαό και να του αρνούνται τα βασικά του ανθρώπινα δικαιώματα καθώς και την ιστορία του.
Ζωντανό παράδειγμα είναι τα κατεστραμμένα ιστορικά μνημεία και οι εκκλησίες που βρίσκονται στην τουρκοκρατούμενη Αρμενία, για τα οποία δεν έχει γίνει καμιά απολύτως συντήρηση από το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού, ενώ παρουσιάζονται ως δείγματα τουρκικού πολιτισμού..

Η Δημοκρατία της Αρμενίας σήμερα

Η Αρμενία, μέχρι το 1991, ήταν μια από τις 15 δημοκρατίες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Η έκταση της είναι 29.800 τ. χλμ., το 59% της οποίας βρίσκεται σε υψόμετρο 500-2.500 μ., και ο πληθυσμός της είναι 3.732.000 κάτοικοι, το 68% των οποίων ζει σε αστικά κέντρα.
Η Αρμενία συνορεύει στα βόρεια με τη Γεωργία, στα νότια με το Ιράν, στα ανατολικά με το Αζερμπαϊτζάν και στα δυτικά με την Τουρκία. Σημαντικό χαρακτηριστικό του πληθυσμού της είναι η ομοιογένειά του, 93% Αρμένιοι, 2% Ρώσοι, 2% Κούρδοι, 3% άλλες εθνότητες.
Πρωτεύουσα της χώρας είναι το Ερεβάν, πόλη που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. - από τις αρχαιότερες πόλεις στον κόσμο - και για αιώνες τη διεκδικούσαν οι Τούρκοι και οι Πέρσες, ώσπου το 1828 κατακτήθηκε από τους Ρώσους.
Το 1920 έγινε πρωτεύουσα της Σοβ. Αρμενίας και από τότε γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη: ο πληθυσμός της από 30.000 έφθασε το 1.300.000 κατοίκους.
Οι αλλαγές στον ανατολικό συνασπισμό επέδρασαν και στην Αρμενία. Το Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας τον Αύγουστο του 1990 ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της χώρας από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., και, με 183 ψήφους υπέρ και 2 κατά, υιοθετεί το πολυκομματικό σύστημα. Ο λαός της με το δημοψήφισμα της 21ης Σεπτεμβρίου 1991 τάσσεται με ποσοστό 99% υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας και της απόσχισης από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.
Παρά τις δυσκολίες, η νεαρή δημοκρατία σημειώνει αξιοζήλευτη πρόοδο, τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό. Οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές για την εδραίωση ενός κράτους δικαίου, που λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατίας, προχώρησαν με γοργούς ρυθμούς. Ενώ οι προσπάθειες, για την ανάπτυξη της οικονομίας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, συνεχίζονται.






Γενοκτονία

Η αυγή του 19ου αιώνα βρίσκει την Αρμενία μοιρασμένη μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων της Μέσης Ανατολής, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Και ενώ to 1828 η Ρωσία κατακτά από την Περσία το μικρότερο τμήμα, την ανατολική Αρμενία, η δυτική Αρμενία παραμένει υπό Οθωμανική κατοχή.
Οι φιλελεύθερες ιδέες της Δυτικής Ευρώπης εμπνέουν και συμβάλλουν στην εθνική αφύπνιση των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής που, ο ένας μετά τον άλλον, ανακτούν την ανεξαρτησία τους. Από την άλλη, η καταπίεση των Αρμενίων της Ανατολίας είναι αφόρητη. Ήδη αναδύεται το αποκαλούμενο Αρμενικό Ζήτημα – ως μέρος του ευρύτερου Ανατολικού Ζητήματος – από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις, στις σχέσεις τους με το Μεγάλο Ασθενή, την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μετά τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο συμμετείχαν οι Αρμένιοι της Ρωσοκρατούμενης Αρμενίας, η Ρωσία, στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, επέβαλε μεταρρυθμίσεις υπέρ των Αρμενίων υπηκόων του Σουλτάνου, και εγγυήσεις για την προστασία τους έναντι των Κούρδων. Η απαίτηση αυτή κατέστη ηπιότερη στο Συνέδριο του Βερολίνου, αλλά το ‘Αρμενικό Ζήτημα’ παρέμεινε ως θέμα στη διεθνή πολιτική, με τη Μεγάλη Βρετανία στο ρόλο του προστάτη της Τουρκίας, μέχρι το τέλος του αιώνα.
Οι Αρμένιοι, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, αρχικά επωφελούνται από τις μεταρρυθμίσεις και τις ελευθερίες που αναγκάζεται να παραχωρήσει η Υψηλή Πύλη, γνωστές ως Τανζιμάτ. Τα δικαιώματα αυτά όμως, είναι άγνωστα στους Αρμενίους της Ανατολίας, που στενάζουν κάτω απ’ το τουρκικό ζυγό. Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας χάσει τα περισσότερα εδάφη της στα Βαλκάνια, φοβάται πως θα χάσει και τη Δυτική Αρμενία. Ήδη αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα κρατική αντίληψη, για οριστική επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος, με τον ολοκληρωτικό αφανισμό των Αρμενίων από την ιστορική τους πατρίδα των 3500 χρόνων…
Στα χρόνια του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ οι σφαγές ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Το 1895, ενώ αναγκάστηκε να υποσχεθεί προς τη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Ρωσία ότι θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, μεγάλης κλίμακας σφαγές έγιναν στις Αρμενικές επαρχίες. Το 1896 νέες σφαγές ξέσπασαν στην πρωτεύουσα και την Κιλικία.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους, η ‘οριστική λύση’ του Αρμενικού Ζητήματος παίρνει συγκεκριμένη μορφή. Επωφελούμενοι από τις ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Νεότουρκοι σχεδιάζουν και θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του Αρμενικού λαού, στο διάστημα 1915 – 1917. Έτσι πιστεύουν ότι θα εξασφαλισθεί η ομοιογένεια του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, ο εκτουρκισμός της και θα υλοποιηθεί το όραμα του παντουρκισμού.
Τρία μέλη της κυβέρνησης, ο Μεχμέτ Ταλαάτ, Υπουργός Εσωτερικών το 1915 και Πρωθυπουργός το 1917, ο Ισμαϊλ Ενβέρ, Υπουργός Πολέμου, και ο Αχμέτ Τζεμάλ, Υπουργός Ναυτικών και στρατιωτικός διοικητής της Συρίας, συνιστούν την τριανδρία που ελέγχει την κυβέρνηση και είναι ο ιθύνων νους της γενοκτονίας. Τις υπογραφές τους φέρουν οι εντολές που αποστέλλονται στους διοικητές των επαρχιών της Αυτοκρατορίας, για τον ξεριζωμό των Αρμενίων. Παράλληλα, δημιουργείται μία νέα μυστική οργάνωση, η Ειδική Οργάνωση, που στελεχώνεται με παραστρατιωτικούς και κατάδικους, στους οποίους και ανατίθεται η αποστολή της μαζικής σφαγής των Αρμενίων που θα εκτοπίζονταν από τις εστίες τους.

Στις 24 Απριλίου 1915, συλλαμβάνονται στην Κωνσταντινούπολη και εκτελούνται εκατοντάδες Αρμένιοι διανοούμενοι: στόχος να παραμείνει ο Αρμενικός λαός χωρίς πνευματική ηγεσία, χωρίς καθοδήγηση…......




Σημειώσεις

1 Hayastan,στα αρμενικά

2 Άρμενος. Μυθολογικό πρόσωπο. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν Αργοναύτης με καταγωγή από τη Θεσσαλία· αφού συνόδευσε τον Ιάσονα στην Αργοναυτική εκστρατεία, πήγε στις χώρες Ακιλησηνή, Συσπιρίτιδα, Καλαχάνη και Αδιαβηνή και τις μετονόμασε σε Αρμενία. Ο Στράβων αναφέρει πως οι Αρμένιοι φορούσαν ακόμη την παλιά θεσσαλική ενδυμασία. Το πιθανότερο είναι πως πρόκειται για ετυμολογικό συνδυασμό,Ορμένιος-Αρμένιος, ανάλογο προς άλλους παρόμοιους, όπως Περσεύς-Περσία, Μήδεια-Μηδία.

3 Oυραρτού σημαίνει Aραράτ


Το θέμα θα συνεχιστεί στην επέτιο των εκατό χρόνων της Γενοκτονίας , 24 Απριλίου 2015
1/4/2012





Δείτε το δεύτερο μέρος μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 2
Δείτε το τρίτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 3
Δείτε το τέταρτο μέρος: Αρμενία: Από τη Μυθολογία στην Γενοκτονία 4




Το αφιέρωμα στην Γενοκτονία των Αρμενίων βασίστηκε σε γαλλικά, αμερικανικά και ελληνικά αφιερώματα, μαρτυρίες, βιβλία,άρθρα και μελέτες, επίσημες σελίδες της Γενοκτονίας, τη μετάφραση των οποίων έκανε η Β.Α για το Ηistoria. Πηγή και πολύτιμη βοήθεια αποτέλεσε και η σχετική αρθρογραφία του περιοδικού Αρμενικά.Το θέμα θα συμπληρώνεται με νεώτερα στοιχεία και αφιερώματα.

Αφιερώνεται σε όλους τους Αρμενίους και ιδίως στη μνήμη του Αγκόπ Μαρκοσιάν,που μου έμαθε το μεγαλείο της αρμενικής ψυχής 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου