Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Το Πραξικόπημα της Μπυραρίας

8 Νοεμβρίου, 1923 

Ως «Πραξικόπημα της Μπυραρίας»  ή αλλιώς «πραξικόπημα του Μονάχου» έμεινε στην ιστορία η προσπάθεια του Αδόλφου Χίτλερ να καταλάβει την εξουσία στη Γερμανία το διήμερο 8 και 9 Νοεμβρίου 1923.Το πραξικόπημα απέτυχε παταγωδώς, αλλά έκανε γνωστό τον εμπνευστή του, τόσο εντός, όσο και εκτός Γερμανίας.

Τη δεκαετία του '20 η πολιτική κατάσταση στη χώρα ήταν εύθραυστη, αν όχι χαοτική.
Η λεγόμενη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» ήταν δέσμια των άκρων, με κύριο χαρακτηριστικό της την ακυβερνησία. Η Γερμανία ήταν η μεγάλη ηττημένη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και οι νικητές πίεζαν για την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων, σε μία περίοδο που ο πληθωρισμός και η ανεργία «βασίλευαν». Τις τύχες της Γερμανίας διαφέντευε ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Έμπερτ.
Ο πρώην λοχίας Άντολφ Χίτλερ ζούσε στο Μόναχο και ήταν επικεφαλής του ταχέως ανερχόμενου Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, που ήδη αριθμούσε 35.000 μέλη. Περιφερόταν από μπυραρία σε μπυραρία και στους λόγους του τόνιζε συνεχώς την προδοσία των πολιτικών στην ήττα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 ανακοίνωσε μια σειρά διαδηλώσεων για τις επόμενες μέρες, στις οποίες θα έπαιρναν μέρος και άλλες ακροδεξιές οργανώσεις της Βαυαρίας.
Η εξαγγελία του Χίτλερ θορύβησε τον συντηρητικό πρωθυπουργό της Βαυαρίας, Έουχεν Ρίτερ φον Νίλινγκ, ο οποίος κήρυξε το κρατίδιο σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και διόρισε μία τριμελή επιτροπή από τοπικούς αξιωματούχους με έκτακτες εξουσίες. Την αποτελούσαν ο Γκούσταβ φον Καρ, ο Συνταγματάρχης της Αστυνομίας Χανς φον Ζάισερ και ο Στρατηγός Ότο φον Λόσοφ.
Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του στο Κόμμα σχεδίαζαν να καταλάβουν την εξουσία πρώτα στο Μόναχο και στη συνέχεια να βαδίσουν κατά του Βερολίνου. Πρότυπό του η Μεγάλη Πορεία του Μουσολίνι προς τη Ρώμη, ένα χρόνο νωρίτερα. Η ευκαιρία τούς δόθηκε το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 1923.

Οι Μπυραρίες

Οι μπυραρίες στις μεγαλύτερες πόλεις της νότιας Γερμανίας αποτελούσαν μέρη συγκέντρωσης για μπυροποσία, αλλά και ανταλλαγή πολιτικών απόψεων και σημεία διεξαγωγής πολιτικών συγκεντρώσεων, παράδοση που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Μια από τις μεγαλύτερες μπυραρίες του Μονάχου ήταν η Μπεργκερμπρόικελερ, όπου και πραγματοποιήθηκε το πραξικόπημα του Μονάχου το 1923. 
Στην περίοδο μετά τον Α΄ Π.Π. και την ήττα της Γερμανίας, δημιουργήθηκαν κάποια ακροδεξιά κόμματα από πρώην αξιωματικούς και στρατιώτες, που δεν είχαν χωνέψει την ήττα και είχαν διάφορες ρεβανσιστικές απόψεις, ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο, αλλά τα ένωνε το σφοδρό μίσος για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Ο Χίτλερ, από το 1919, είχε λάβει εντολή από τον στρατάρχη Λούντεντορφ να διεισδύσει στο μικρό κόμμα των Γερμανών εργατών και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε καταφέρει να γίνει ο ηγέτης του.

Στις 27/9/23, ο Χίτλερ ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιούσε 14 μαζικές πολιτικές συγκεντρώσεις ενάντια στην κυβέρνηση και σαν απάντηση ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, φον Κνίλινγκ, κήρυξε το κρατίδιο σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και διόρισε μια τριανδρία, που αποτελούνταν από τους φον Καρ, φον Λόσοβ και φον Σάϊσερ, ως υπεύθυνους για την τήρηση της τάξης. Στην πραγματικότητα ο φον Καρ, φανατικός μοναρχικός και εχθρός της Βαϊμάρης, πριν την επιλογή του στην τριανδρία συνομιλούσε καθημερινά με τον Χίτλερ περί σεναρίων ανατροπής της τάξης.

Στις 8 Νοεμβρίου, ο φον Καρ είχε οργανώσει μια πολιτική ομιλία στην μπυραρία Μπέργκερμπροϊ, όπου θα απευθυνόταν σε ένα κοινό 3.000 ατόμων. Στην ομιλία θα παρίστατο και όλη η πολιτική ηγεσία της Βαυαρίας μαζί με τους υπόλοιπους δύο της τριανδρίας. Ο Χίτλερ απλώς ζούσε για τέτοιες στιγμές και σε χρόνο μηδέν αποφάσισε την εισβολή στην μπυραρία, τη σύλληψη όλων και την κήρυξη εθνικιστικής επανάστασης. Ταυτόχρονα, ομάδες των S.A. θα καταλάμβαναν κτήρια-κλειδιά του Μονάχου και θα κινητοποιούσαν τους σπουδαστές της ακαδημίας αξιωματικών πεζικού για την κατάληψη άλλων αντικειμενικών στόχων.

Στη μεγάλη μπυραρία  «Μπιργκερμπροϊκέλερ» είχαν συγκεντρωθεί 3.000 επιφανείς πολίτες της Βαυαρίας για να ακούσουν μία ομιλία του Γκούσταβ φον Καρ. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν σχεδόν σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο του κρατιδίου, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Νίλιγκ.


Ναζιστές προετοιμαζόμενοι για το Πραξικόπημα. Νοέμβριος 1923.
Ο Χίτλερ, με 600 επίλεκτα μέλη του κόμματός τους, αιφνιδιάζει τους συγκεντρωμένους στις 8:30 το βράδυ. Εισβάλει στην μπυραρία με παρατεταμένο το πιστόλι του και πυροβολεί μια φορά προς την οροφή. Στη συνέχεια ανεβαίνει σε μια καρέκλα και κραυγάζει: «Η εθνική επανάσταση βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι κυβερνήσεις Βαυαρίας και Βερολίνου κατέρρευσαν. Σε λίγη ώρα θα σχηματίσουμε τη δική μας κυβέρνηση». Τον Χίτλερ πλαισίωναν ο Χέρμαν Γκέριγκ, ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ και ο Ρούντολφ Ες, ηγετικά στελέχη του Ναζισμού τα επόμενα χρόνια. Οι επιδρομείς κράτησαν ως ομήρους τους βαυαρούς πολιτικούς, ενώ ο Χίτλερ κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο της μπυραρίας τους Καρ, Ζάισερ και Λόσοφ και τους απείλησε ότι να δεν ενωθούν με τους πραξικοπηματίες θα τους εκτελέσει. Οι τρεις αξιωματούχοι υπέκυψαν. Επιστρέφοντας στη μεγάλη αίθουσα, το ανακοίνωσαν στους 3.000 παρευρισκόμενους και εξεφώνησαν θερμούς λόγους υπέρ του Χίτλερ. Μόνο τότε τους επετράπη να φύγουν από την μπυραρία. Την ίδια ώρα, στο στρατόπεδο των εξεγερθέντων προσχώρησε ο στρατηγός Λούντεντορφ, ήρωας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που έδωσε κύρος στους σχεδόν αγνώστους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Αμέσως μετά, ο Χίτλερ εγκατέλειψε την μπυραρία για να επιβλέψει την εξέλιξη της επιχείρησης. Ήταν ένα στρατηγικό λάθος του, καθώς στις 10:30 το βράδυ ο Λούντεντορφ απελευθέρωσε τον Καρ και τους συνεργάτες του.
Εν τω μεταξύ, τα νέα στην μπυραρία «Μπιργκερμπροϊκέλερ» έγιναν γνωστά στις αρχές. Τα ηνία της καταστολής ανέλαβε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Βαυαρίας Φραντς Ματ, συντηρητικός και πιστός καθολικός, ο μόνος υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Βαυαρίας που δεν παρευρισκόταν στην μπυραρία «Μπιργκερμπροϊκέλερ». Πιστές στον Ματ παρέμειναν οι δυνάμεις της αστυνομίας και του στρατού του Μονάχου, παρότι οι επικεφαλής τους είχαν ταχθεί υπέρ των πραξικοπηματιών.


Η κατάσταση παρέμεινε συγκεχυμένη όλο το βράδυ. Οι πραξικοπηματίες προσπάθησαν να καταλάβουν κυβερνητικά κτίρια και να εξοπλιστούν. Γύρω στις 3 το πρωί της 9ης Νοεμβρίου αναφέρθηκαν τα δύο πρώτα θύματα από πλευράς των εξεγερθέντων, όταν προσπάθησαν να επιτεθούν σε στρατώνα στο Μόναχο. Άλλα μέλη των παραστρατιωτικών ομάδων του Χίτλερ επιτέθηκαν και λεηλάτησαν σπίτια Εβραίων, σ' ένα πρελούδιο αυτών που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια.

Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου η ζυγαριά άρχισε να γέρνει προς το μέρος των κυβερνητικών δυνάμεων. Ο Καρ ανακοίνωσε ότι η υποστήριξή του προς τους πραξικοπηματίες υπήρξε προϊόν βίας και ζήτησε τη νομιμοφροσύνη του κρατικού μηχανισμού. Ο Χίτλερ έβλεπε τα σχέδιά του να αποτυγχάνουν και έπεσε σε απόγνωση. Σε μια κίνηση απελπισίας, ο Λούνεντορφ ρίχνει την ιδέα να καταλάβουν το Υπουργείο Αμύνης. 2000 άνδρες υπό τον Χίτλερ αναλαμβάνουν την επίθεση, αλλά αντιμετωπίζουν σθεναρή αντίσταση από τους υπερασπιστές του. Από την ανταλλαγή των πυροβολισμών χάνουν τη ζωή τους 14 πραξικοπηματίες και 4 στρατιώτες. Ο Χίτλερ και ο ο Γκέριγκ τραυματίζονται ελαφρά και προσπαθούν να διαφύγουν. Το πραξικόπημα έχει αποτύχει.
Το μεγαλύτερο λάθος του Χίτλερ ήταν ότι δεν διέταξε τις δυνάμεις του να καταλάβουν τον ραδιοφωνικό σταθμό του Μονάχου και την Τηλεγραφική Υπηρεσία. Αυτό είχε ως επακόλουθο η κεντρική κυβέρνηση του Βερολίνου να είναι ενήμερη των εξελίξεων και να δώσει τις κατάλληλες διαταγές για τη συντριβή του πραξικοπήματος.

Στις 12 Νοεμβρίου 1923 ο Αδόλφος Χίτλερ συνελήφθη και κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία. Πολλοί από τους συνεργάτες του διέφυγαν στην Αυστρία, ενώ ανεστάλη η κυκλοφορία της εφημερίδας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος «Λαϊκός Παρατηρητής».

Η δίκη των υπαιτίων για το Πραξικόπημα της Μπυραρίας έγινε στις 26 Φεβρουαρίου 1924. Ο Χίτλερ και ο Ες έπεσαν στα μαλακά και καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση 5 ετών έκαστος. Εξέτισαν μόλις οκτώ μήνες από την ποινή τους. Ο Χίτλερ πρόλαβε στο διάστημα αυτό να γράψει με τη βοήθεια του Ες το ιδεολογικό μανιφέστο του Ναζισμού «Ο Αγών μου» («Mein Kampf»).
Το αποτυχημένο Πραξικόπημα της Μπυραρίας άλλαξε την άποψη του Χίτλερ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Από εδώ και στο εξής θα προσπαθήσει να κερδίσει τις καρδιές των Γερμανών και να πετύχει τους στόχους του δια της νομίμου οδού.

 
  
Οι Συνέπειες

Το πραξικόπημα κατεστάλη και ο Χίτλερ αναγκάστηκε να καταφύγει επί μερικές ημέρες στο σπίτι ενός φίλου του. Παρόλ' αυτά, δεν απέφυγε την σύλληψη, η οποία έγινε στις 12 Νοεμβρίου. Παραπέμφθηκε, μαζί με τους άλλους πραξικοπηματίες, σε δίκη, κατηγορούμενος για έσχατη προδοσία.Τ
Για την κατηγορία αυτή το μέγιστο της προβλεπόμενης ποινής ήταν η θανατική. Κατά την διάρκεια της προφυλάκισής του υπέφερε από κρίσεις κατάθλιψης και σκεφτόταν μέχρι και την αυτοκτονία. Η δίκη ξεκίνησε στις 26 Φεβρουαρίου 1924 με Πρόεδρο τον δικαστικό Γκέοργκ Νάιτχαρντ (Georg Neithardt). Σύντομα, όμως, έγινε σαφές ότι στην Βαυαρική Κυβέρνηση υπήρχαν πολλοί συμπαθούντες των Ναζί, οι οποίοι δεν θα επέτρεπαν την αυστηρή τιμωρία του Ναζιστή ηγέτη. Η δίκη του Χίτλερ εξελίχτηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μετατραπεί σε κομματικό συνέδριο: Κάθε λέξη που είπε στο Δικαστήριο απολογούμενος γράφτηκε στις εφημερίδες που κυκλοφόρησαν την επόμενη, ενώ το Δικαστήριο εντυπωσιάστηκε από τις πολιτικές του απόψεις, τις οποίες, κατά παράβαση της Δικονομίας, του επέτρεψε να εκφράσει ελεύθερα. Όπως αναμενόταν, το Δικαστήριο τον βρήκε ένοχο προδοσίας, αλλά η ποινή του ήταν μόνο πενταετής φυλάκιση, ενώ ανάλογες ήταν οι ποινές των άλλων μελών του Κόμματος που δικάστηκαν μαζί του: Ο Ρεμ καταδικάστηκε, ενώ ο Βίλχελμ Φρικ, παρά το ότι βρέθηκε ένοχος, αφέθηκε ελεύθερος. Ο Έριχ Λούντεντορφ αθωώθηκε Ο Χίτλερ εγκλείστηκε σε φυλακή του τύπου "Festungshaft" (Φέστουνγκσαφτ, γερμ. "φρούριο εγκλεισμού"). Στην φυλακή αυτή τα κελιά ήταν σχετικά άνετα, οι συνθήκες κράτησης πολύ ήπιες, ενώ δεν υπήρχε καταναγκαστική εργασία. Οι επισκέψεις ήταν δυνατές σε καθημερινή βάση και ανεξάρτητες χρονικής διάρκειας. Οι φυλακές αυτές προορίζονταν για άτομα στα οποία αναγνωριζόταν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ότι είχαν έντιμα κίνητρα και απλά είχαν παραπλανηθεί. Τέτοιου τύπου ήταν η φυλακή του Λάντσμπεργκ αμ Λεχ (Landsberg am Lech), στην οποία και μεταφέρθηκε για να εκτίσει την ποινή του, η οποία από πενταετή φυλάκιση τελικά μετατράπηκε σε οκτάμηνη και πρόστιμο 500 μάρκων.

Η εφημερίδα Völkischer Beobachter (Λαϊκός Παρατηρητής), όργανο του Κόμματος, απαγορεύθηκε να κυκλοφορεί, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα τέθηκε εκτός νόμου και τα Γραφεία του λεηλατήθηκαν.
Οι άνετες συνθήκες που αντιμετώπισε κατά τον εγκλεισμό του στην φυλακή, επέτρεψαν στον Χίτλερ να υπαγορεύσει το βιβλίο του "Ο Αγών μου" (Mein Kampf) στον, επίσης καταδικασμένο πραξικοπηματία και γραμματέα του Ρούντολφ Ες (Rudolf Hess).

 Στο βιβλίο αυτό υπάρχει αφιέρωση προς 16 πρόσωπα, ένα από τα οποία είναι ο Κουρτ Νοϊμπάουερ, που σκοτώθηκε στο Πραξικόπημα. Η αποτυχία αυτή προκάλεσε αλλαγή στο σκεπτικό του Χίτλερ ως προς την κατάληψη της εξουσίας με βίαιο τρόπο και τον έστρεψαν προς την κατάληψη της εξουσίας με την νόμιμη διαδικασία.

Παρά το ότι ο Χίτλερ δεν πέτυχε τον άμεσο αντικειμενικό του σκοπό, δηλαδή την δια της βίας κατάληψη της εξουσίας με ένα μάλλον πρόχειρα οργανωμένο πραξικόπημα, πέτυχε κάτι άλλο, πολύ σημαντικό: Έκανε ολόκληρο τον Γερμανικό λαό να στρέψει το βλέμμα προς ένα ως τότε άσημο τοπικής εμβέλειας Κόμμα. Αυτό διευκόλυνε την πραγματοποίηση της ιδέας του Χίτλερ για την κατάληψη της εξουσίας αυστηρά με συνταγματικά μέσα. Αποφάσισε να χειριστεί τον Γερμανικό λαό με τέτοιο τρόπο, ώστε να τον επιλέξει ως τον μελλοντικό του ηγέτη. Αυτό ασφαλώς προϋπέθετε μεγάλη προσπάθεια και ισχυρή οργάνωση του Κόμματος. Το αποτέλεσμα, τελικά, τον δικαίωσε εννέα χρόνια αργότερα, οπότε το Κόμμα του ήρθε πρώτο στις εθνικές εκλογές και ο ίδιος έλαβε την εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης ως Καγκελάριος.


Πηγές
Bundesarchiv
Historishes Lexikon Bayerns, Freikorps Rossbach, 1919-1923
σαν σήμερα Το πραξηκόπημα της Μπυραρίας
περιοδικό άρδην Το πραξικόπημα του Μονάχου
TVXS
 Wikipedia




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου